Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θλίψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θλίψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Ghouls






Είναι μια πόλη χωρίς φώτα κι οι κάτοικοί της επτάψυχα αιλουρωειδή με σαπισμένα σπλάχνα. Κι όταν βρέχει κανείς δεν τολμά να πατήσει γη. Ανοίγουν δειλά τις κουρτίνες και κατασκοπεύουν ο ένας το σκοτάδι του άλλου. Όταν αστράφτει κρύβονται κάτω απ'το τραπέζι και κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε να κλείσει τις κουρτίνες. Κανείς ποτέ δεν τόλμησε ν' αντικρίσει το σκοτάδι του. Το δικό του σκοτάδι. Το ολόδικό του έρεβος. Είναι μια πόλη με σκουριασμένα σίδερα και επιχρυσωμένα σκουπίδια να σέρνονται στους δρόμους της. Κι οι άνθρωποι τα αγαπούν, τα μισούν, τα θαυμάζουν, τα κατηγορούν, τ' αγκαλιάζουν, τα γλύφουν, τα φτύνουν. Μα κανείς δεν αδιαφόρησε κι ύστερα όλοι τα προσπέρασαν. Είναι μια πόλη με περίεργους θορύβους, σπαραχτικά ουρλιαχτά που τα καταπίνει η νύχτα. Τα έμβρυα υπογράφουν μια συνθήκη σιωπής και παίρνουν σαν αντάλλαγμα δυο μάτια ικανά να διαβάζουν το σκοτάδι, μα ποτέ κανείς δεν τους δίδαξε τον τρόπο. Κι έτσι χάνονται στις παραισθήσεις κι όταν έρθει η ώρα επιλέγουν μιαν αιώνια τύφλωση για χάρη μιας εφήμερης λύτρωσης. Μιας κενής, πλαστής και νόθας λύτρωσης. Είναι μια πόλη νεκρή κι οι κάτοικοί της πτώματα με μάτια αιλουροειδών και σπλάχνα σαπισμένα.


Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Ανάσες


Έτσι όπως κάθομαι μέσα στο σκοτάδι και κοιτάζω το κενό, αν μπορούσα να κάνω μια ευχή, θα ευχόμουν να καθόμασταν τώρα μαζί, να κάναμε ένα τσιγάρο και να μοιραζόμασταν ένα μπουκάλι μπύρα. Ύστερα, οι τόνοι θ’ ανέβαιναν και η ένταση θα τελείωνε μετά από λίγη ώρα μ’ ένα χαμόγελο κι ένα βλέμμα διαπεραστικό. Μετά ένα τυχαίο αθώο άγγιγμα στον ώμο, που ίσως να μην είναι τελικά και τόσο αθώο. Κι αν έπρεπε να περιγράψω την διαφορά τους, νομμίζω ότι δεν θα ταίριαζε να πω τίποτα άλλο παρά μόνο αυτό…

 Στέκομαι στην άκρη μιας γέφυρας. Τα χέρια μου έχουν τεντώσει και το κορμί μου έχει γείρει μπροστά. Οι παλάμες μου έχουν ιδρώσει. Η καρδιά μου επιταχύνει. Η ανάσα κόβεται. Καθυστερώ. Ελπίζω πως θα ‘ρθει κάποιος να με σώσει. Στα δεξιά μου αυτός. Στ’ αριστερά μου ο άλλος. Γυρνάω το κεφάλι μου προς το μέρος του, στα δεξιά. Μου απλώνει το χέρι κι εγώ χωρίς να το πολυσκεφτώ ανταποκρίνομαι ανακουφισμένη και σε λίγη ώρα η παλάμη του, σφίγγει την δικιά μου…

 Σκηνή #1, Λήψη #2… Γυρνάω το κεφάλι μου προς το μέρος του, στα αριστερά. Μου μιλάει. Προσπαθεί να με καθησυχάσει. Πλησιάζει. Τον κοιτάζω μέσα στα μάτια κι όλα όσα θέλω να του πω, τα χωράω σ’ ένα βλέμμα. Δεν ξέρω αν μπορεί να διαβάσει μέσα απ’ τα δάκρυα, μα εγώ το χρέος μου το έκανα. Του τα είπα. Δεν μένει τίποτα άλλο λοιπόν. Τα χέρια μου κουράστηκαν, τα δάχτυλά μου γλιστράνε και δεν έχω τίποτα να με κρατήσει. Πέφτω…

Ορίστε… Δεν μπορώ να στα πω πιο ξεκάθαρα. Αυτή είναι η διαφορά τους κι ελπίζω να κατάλαβες. Όχι, λυπάμαι. Δεν μπορώ να γίνω πιο ξεκάθαρη…

Πόνος… Ο πόνος… Εξαίσια πηγή έμπνευσης. Ο υπέρτατος παράγοντας επιτυχίας ενός…κειμένου ας πούμε. Να, όπως αυτό εδώ. Όχι, μην γελάς! Μπορεί εσένα να μην σ’ αγγίζει, μα ίσως κάποιος άλλος να καταλαβαίνει τι εννοώ. Μην γελάς σου λέω. Εγώ καταλαβαίνω. Να, κοίτα με…Κλαίω…Πόνος, λοιπόν. Χωρίς αυτόν η ζωή θα ήταν βαρετή. Χωρίς αυτόν ακόμα και η ευτυχία θα έχανε το νόημά της. Χωρίς την πικρή γεύση των δακρύων, όλα θα ήταν εξαιρετικά γλυκά. Κι αν θυμάμαι καλά, εσένα δεν σ’ αρέσουν τα γλυκά. Ναι, ούτε κι εμένα… Κι αν πριν οι νύχτες μου δεν περνούσαν, τώρα οι μέρες έχουν γίνει αφόρητες. Κι αποφεύγω να τις μετράω, γιατί δεν έχω κάπου να φτάσω. Έτσι προσποιούμαι πως δεν περνάει ο χρόνος. Παραμυθιάζω τον εαυτό μου πως τάχα δεν έφτασε ακόμα η ώρα για να σε συναντήσω. Κι αν καμιά φορά ξεχαστώ και κοιτάξω το ρολόι, τα μάτια μου βουρκώνουν και δεν μπορώ να λέω άλλα ψέματα. Έτσι αφήνομαι. Κλαίω μέχρι να μην μπορώ άλλο κι ύστερα φτιάχνω το παραμύθι απ’ την αρχή. Μα, όσο κι αν θέλω, δεν μπορώ να κρύβομαι για πάντα. Τελείωσαν όλα. Τελείωσα, ίσως πριν καν αρχίσουν…. Και θα μου λείψει. Ω, ναι! Ακόμα κι αν δεν το πιστεύεις, μου λείπει ήδη. Ακόμα κι αν δεν το πιστεύεις, πονάω. Πόνος τραχύς, συνεχόμενος. Πόνος που σου ταράζει τα σωθικά. Πόνος που δεν συνηθίζεται. Ο υπέρτατος κλυδωνισμός μεταξύ της ζωής που υπήρχε και της ζωής που έχει απομείνει. Πόνος που δεν αντέχεται και δάκρυα που σε πνίγουν…



Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

"Η τέχνη δεν βοηθά τους ανθρώπους...Οι άνθρωποι βοηθούν τους ανθρώπους"



Πώς να τα χαρακτηρίσω τα πράγματα αυτές τις μέρες; Σήμερα το πρόγραμμα έλεγε ένα δίωρο διαγώνισμα στην Έκθεση. Ωραία σκέφτηκα… Θα ξεχαστώ λιγάκι. Λες και μ’ άκουσε κάποιος, γέλασε μαζί μου και πήρε από μέσα μου όλα αυτά που ήθελα να γράψω. Τα έκλεισε σ’ ένα κουτάκι κι εγώ έμεινα μετέωρη να κοιτάζω το θέμα: «Γράψτε την άποψή σας για τον προορισμό και τον σκοπό της τέχνης». Ξεκίνησα απ’ την περίληψη, όμως δεν μου έβγαινε. Έσβησα το κεφαλαίο Α και τη θέση του πήρε το Γ. Προσπάθησα να γράψω την έκθεση. Δεν μου έβγαιναν οι ρουφιάνες οι λέξεις, ή καλύτερα, μου έβγαιναν αλλά όχι όπως «πρέπει» να μου βγουν σε μια έκθεση. Σε κάθε πρόταση που έγραφα, λες και με πονούσαν τόσο πολύ, τόσο βαθιά οι λέξεις, έβγαζα κι από ένα δάκρυ. Έκανα υπεράνθρωπη προσπάθεια να συγκρατηθώ, να βγάλω τον σκασμό, για μια φορά στη ζωή μου, και να γράψω μια συνηθισμένη έκθεση, όπως όλοι. Προχωρούσα, λοιπόν, στην επόμενη πρόταση κι έπειτα στην άλλη, ώσπου κατάφερα να γράψω την πρώτη παράγραφο. Την διάβασα. Δεν την θυμάμαι τώρα. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι ήταν τόσο ψυχρή κι απρόσωπη. Δεν μπορώ σκέφτηκα. Όχι, σήμερα. Όχι, τώρα. Η τέχνη είναι πάθος, έμπνευση, είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Δεν γίνεται να την παρουσιάζω με κρύα και απρόσιτα λόγια. Δεν μπορώ… Ζωγράφισα ένα κλουβί και έγραψα κάτι στίχους από κάτω. Μετά πασάλειψα τα χέρια μου με μελάνι. «Δεν μπορεί ένα παιδί που γράφει γενικότερα, να δυσανασχετεί να γράψει έκθεση και μάλιστα σ’ ένα θέμα όπως η τέχνη. Σκέψου εσένα, την Βάσω, τον Γιωτούλη, εμένα…Γράψε για την τέχνη». Αχ, κ. Ζ. Καλή μου, κ. Ζ. Τι καλά να σας γνώριζα σε μια περίοδο που να ήμουν ήρεμη. Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά. Ακολούθησα, λοιπόν, την συμβουλή της, αν και το γεγονός ότι με είχε κατατάξει στους καλλιτέχνες παρέα μ' έναν συγγραφέα, μια ζωγράφο και την ίδια (που αναμφισβήτητα είναι πετυχημένος άνθρωπος), μ' ενοχλούσε σαν σκουπιδάκι μέσα στο μάτι. Κατάπια την επιθυμία μου να φωνάξω πως δεν είμαι καλλιτέχνης κι έγραψα για την τέχνη, πέρα από φραγμούς και διαρθρωτικές λέξεις, δηλώσεις και συνυποδηλώσεις, παραγωγικούς και επαγωγικούς τρόπους. Έγραψα με την ψυχή μου, όπως αρμόζει να συμπεριφερθεί κανείς στην τέχνη. Η ώρα τέλειωσε και τελικά είχα καταφέρει να γράψω 2 ασκήσεις. Την «έκθεση» την έσκισα και την περίληψη ούτε που την ακούμπησα. Πράγμα που σημαίνει: ζήτημα αν έπιασα 35/100. Έξω απ’ την τάξη μου μίλησε η κ. Ζ. Με ρώτησε τι έπαθα και γιατί ήμουν κλαμένη το πρωί; Το πρόσεξε, ε; Κι εγώ που νόμιζα πως κρυβόμουν. Τώρα τι να της πω; Αν της έλεγα αυτά που σκεφτόμουν, αν πω σε οποιονδήποτε αυτά που σκέφτομαι, θα με περνούσε για τρελή (άδικα ή όχι…δεν ξέρω ακόμα). Της είπα ότι πιέζομαι, ότι φοβάμαι κι ότι δεν θέλω να φύγω. Δεν της είπα τίποτα για τις τύψεις, τις αϋπνίες, τους εφιάλτες (όταν καταφέρνω να κοιμηθώ), τα χάπια και το κουμκουάτ. Της είπα μόνο αυτά κι έφυγα με έναν περίεργο κόμπο στο στομάχι, που τις τελευταίες μέρες δεν λέει να μ’ αφήσει. Νομίζω πως τώρα μπορώ να πω ότι τα πράγματα πάνε απ’ το κακό στο χειρότερο…

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

Συνονθύλευμα Σκέψεων

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου σήμερα… Πέρασε σχεδόν ένας μήνας από την τελευταία φορά που  έγραψα. Μαζεύονταν, μαζεύονταν όλο και περισσότερες πληροφορίες. Κι ύστερα κι άλλες κι άλλες κι ακόμα πιο πολλές. Πώς να τις βάλω σε σειρά; Δεν μπαίνουν. Θα πετάω έτσι ιδέες και φράσεις ασύνδετες μεταξύ τους. Όχι τόσο γιατί το’ χω ανάγκη-κάτι μου λέει ότι δεν θα υπάρξει διαφορά αυτή τη φορά-αλλά έτσι…για να πω πως έγραψα κάτι και πως δεν το’ χω εντελώς παρατημένο το καινούριο μου blog. Την μικρή μου, καινούρια αποθηκούλα, που κρύβω μέσα της ότι μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους…
Σήμερα, γιορτάζουν οι Κατερίνες. Πήρα τηλέφωνο την Κάτια. Αισθάνθηκα απαίσια. Είχα να την πάρω τηλέφωνο κάτι μήνες. Μάθαινα νέα της, αλλά δεν είχε ακούσει τη φωνή μου, πράγμα που ξέρω πόσο πολύ λαχταράει. Την πήρα, λοιπόν, τηλέφωνο για να της πω… Τι να της πω; Να της πω «χρόνια πολλά»; Να της πω «να ζήσεις»; Να της πω «να σε χαιρόμαστε»; Να της πω «ότι επιθυμείς»; Τι να της πω, που οι γιατροί της δίνουν διορία τρεις μήνες το πολύ. Τι να της πω που κάθε φορά που τη βλέπω ή την ακούω σπαράζει η καρδιά μου; Τι να της πω; Τι; Έτσι άκουσα τη φωνή της στην άλλη γραμμή του τηλεφώνου και προς στιγμήν έμεινα σιωπηλή κι άκουγα μόνο την ανάσα της. Έφτασαν μερικά δευτερόλεπτα για να καταλάβω πως είχε χειροτερέψει. Δεν μπορούσα, όμως, να μείνω σιωπηλή περισσότερο. Έτσι μάζεψα ότι δυνάμεις είχα και δεν είχα και είπα τις καθιερωμένες ευχές. «Χρόνια σου πολλά, Κάτια μου. Να χαίρεσαι το όνομά σου. Ότι επιθυμείς σου εύχομαι, μέσα απ’ την καρδιά μου…» κι είπα κι άλλα πολλά στην προσπάθειά μου να της δώσω να καταλάβει ότι θα’ θελα πάρα πολύ να τα εννοώ όλα. Έφτανε μια της μόνο λέξη για να με κάνει να σωπάσω και ν’ αλλάξω θέμα. «Ευχαριστώ πολύ, Εβίτα μου». Ήταν οι πιο αληθινές λέξεις που έχω ακούσει στη ζωή μου και το όνομά μου στο στόμα της ηχούσε τόσο ωραίο, ενώ συνήθως σιχαίνομαι να τ’ ακούω, να το διαβάζω και να το προφέρω. Τη ρώτησα τι κάνει…Μου μίλησε για λίγο. Πολύ λίγο. Είπε δυο προτάσεις κι αφού έδωσε τη μάχη της με την αρρώστια, παραδέχτηκε την ήττα της και μου είπε ότι δεν μπορεί να μου μιλήσει άλλο. Κουράστηκε… Τι να της πω; Έσκυψα το κεφάλι, δάκρυσα και οι λέξεις βγήκαν λες κι από μόνες τους. «Θα έρθω να σε δω μέσα στο Δεκέμβρη. Στο υπόσχομαι. Αμέσως μόλις βρω χρόνο θα’ ρθω». Χρόνο και κουράγιο παρέλειψα να συμπληρώσω. Όμως, πρέπει να το κάνω. Θέλω να το κάνω. Νιώθω ότι η ζωή φεύγει από μέσα της με κάθε λέξη που προφέρει. Κάθε φορά που ανοίγει το στόμα της για να μιλήσει ξεγλιστράει και μια σταγόνα ζωής, μέχρις ότου να στραγγίξει από αποθέματα κι από ανάσες. Και νιώθω ότι αυτή η ώρα είναι κοντά…κι όλο πλησιάζει. Μόλις άκουσε την ανακοίνωσή μου, βρήκε κουράγιο και μου είπε ακόμα μία πρόταση. «Αχ, ναι, Εβίτα μου. Ναι! Θα χαρώ τόσο μα τόσο πολύ να σε δω». Και πάλι εννοούσε κάθε συλλαβή, κάθε γράμμα και κάθε τόνο που πρόφερε. Είπαμε ένα γρήγορο αντίο με την υπόσχεση ότι θα τα ξαναπούμε σύντομα κι κλείσαμε. Η Κάτια δεν ξέρω τι έκανε στην άλλη άκρη της γραμμής. Μάλλον έκλεισε τα μάτια και ονειρεύτηκε πως χαϊδεύει ξανά τα πλήκτρα του πιάνου και πως δίνει ένα από τα περίφημα κονσέρτα της. Τι όμορφα που παίζει…ε, που έπαιζε ήθελα να πω. Εγώ έμεινα μετέωρη ανάμεσα στον θυμό και την θλίψη. Δεν ήξερα προς τα πού να πάω… Έτσι αποφάσισα πως δεν έπρεπε να διαλέξω μόνο το ένα… Πέταξα το κινητό μου όσο πιο μακριά μπορούσα με όση δύναμη μπορούσα να βρω, εξάλλου δεν το θέλω, δεν το χρειάζομαι. Το μισώ. Δεν μου’ χει πει ποτέ τίποτα καλό. Όλο για θανάτους, κηδείες, αρρώστιες και αυτοκτονίες μου μιλά. Πώς να τ’ αγαπήσω;
Έχει λίγο καιρό που ο αδερφός μου προσπαθεί ν’ ανοίξει δρόμους επικοινωνίας. Προσπαθεί, αλλά μάταια. Δεν τα καταφέρνει. Κι εγώ προσπαθώ. Καλά, εντάξει, όχι και τόσο, αλλά προσπαθώ. Όμως πόσο να προσπαθήσω; Με ρωτούσε για κάτι χαρτάκια Yu-Gi-oh και για κάτι ξόρκια και μαγείες και για Αιγύπτιους θεούς. Πού να ξέρω να του απαντήσω; Πού να θυμάμαι; Φυσικά, δεν θα μπορούσε να ρωτήσει τίποτα άλλο ένα 9χρονο και δεν τον κατηγορώ. Τις δικές μου τις ευθύνες προσπαθώ να ελαφρύνω. Κι εγώ αυτόν προσπαθώ να προστατεύσω. Γιατί τι να βρει να πει ένα παιδάκι ζωηρό, που σφύζει από ζωή με μια 17χρονη, γερασμένη πρόωρα, με υπαρξιακές ανησυχίες, που θεωρεί το ποδόσφαιρο ανόητο και πρώην αυτοκτονική; (Πρώην; Έτσι θέλω να ελπίζω, τουλάχιστον). Τίποτα. Απολύτως τίποτα. Κι εδώ που τα λέμε, το περίεργο και το ανησυχητικό θα ήταν αν υπήρχε κάτι να πούμε. Ευτυχώς, όμως δεν υπάρχει…
Μας μίλησε τις προάλλες κάποιος για ένα παιδί που ήρθε απ’ τη ζούγκλα κι ήταν αγρίμι (σαν τον Ταρζάν ένα πράγμα). Μόλις το βρήκαν, το παρέδωσαν στις αρχές. Από εκεί το ανέλαβαν επιστήμονες για να το κάνουν «άνθρωπο». Κάτω από την πίεση αυτή το παιδάκι πέθανε. Δεν το κατηγορώ… Δύσκολο να γίνεσαι άνθρωπος. Ειδικά όταν έχεις συνηθίσει στις ανυπέρβλητες αξίες της φύσης, είναι πολύ δύσκολο για γίνεσαι τόσο…μικρός.
Έχει λίγες μέρες που αισθάνομαι ότι όλα αλλάζουν κι όμως όλα είναι στατικά. Έχει λίγες μέρες που συνεχώς μου γκρεμίζουν τα όνειρα. Παρ’ όλα αυτά, δεν λέω τίποτα. Κι η κατάσταση είναι όπως και πριν, με μοναδική διαφορά μερικά θρύψαλα απ’ τα όνειρά μου ξεχασμένα στο χώμα. Έρχεται με μια σιγουριά στο βλέμμα πως ότι κι αν κάνει, θα τη συγχωρήσω ξανά και ξανά και ξανά… Και πράγματι αυτό κάνω. Έρχεται, λοιπόν, και πάνω που βγαίνει τ’ όνειρο απ’ το στόμα μου και αιωρείται, βγάζει ένα σφυρί, κλείνει τα μάτια και το κοπανάει ξανά και ξανά και ξανά…μέχρι να μείνουν μόνο εκείνα τα ξεχασμένα θρύψαλα στο χώμα, που λέγαμε. Ύστερα, μ’ αρπάζει απ’ το χέρι και μου δείχνει τα καλοσχηματισμένα όνειρά της που βρίσκονται ακόμα ψηλά. Μερικές φορές βγάζω κι εγώ ένα σφυρί και πάνω που έχω εντοπίσει την καρδιά κι είμαι έτοιμη, όχι απλώς να τη σπάσω, αλλά να την ξεριζώσω, πετάω κάτω το σφυρί και συνεχίζω αμίλητη την ξενάγηση στα όνειρά της. Βλέπεις, ξέρω πόσο πολύ πονάει…