Την ψυχή μου θα έδινα… Όχι την ζωή μου. Άστην αυτή. Δεν αξίζει
και πολλά. Την ψυχή μου θα έδινα, αν χρειαζόταν, για σένα… Γιατί καλύτερα εγώ,
παρά εσύ. Καλύτερα ο κόσμος όλος, αν ήταν γι’ αυτά τα μάτια. Καλύτερα γυναίκες
και παιδιά αθώα, παρά το σώμα σου άψυχο στα χέρια μου. Καλύτερα, έρωτά μου, να
κλέβεις απ’ το κορμί μου τις ανάσες μία-μία και να σε βλέπω, αργοπεθαίνοντας,
να ζεις. Μπλε μου όνειρο, ψυχή και φως μου, γέλιο μου και κόσμε μου ολόκληρε,
καλύτερα ένας κόσμος άδειος, παρά χωρίς εσένα. Γιατί είσαι το μπλε μου όνειρο,
η ψυχή και το φως μου, το γέλιο και ο κόσμος μου ολόκληρος. Γιατί καλύτερα εγώ,
παρά εσύ…
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιερώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιερώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013
Blue Dream
Θυμίζει κάτι από
αφιερώσεις
Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012
Στην υγειά μας
Τι μέρα κι η σημερινή;! Και δεν είναι το πώς και το γιατί, ούτε
το πότε πεθαίνει ένας άνθρωπος. Είναι που χάνεις τον άνθρωπό σου. Είναι που ταράζεται
ο κόσμος σου. Είναι μερικοί άνθρωποι που τους έχει πλάσει άφθαρτους μες στο
μυαλό σου. Λες και δεν θα φύγουν ποτέ, ακριβώς επειδή ήταν εκεί από πάντα. Με
την μεγάλη κοιλιά, το άσπρο μουστάκι, τα μεγάλα γυαλιά και τα πράσινα μάτια. Με
την αιώνια συνήθεια, ακόμα και τις τελευταίες του ώρες, να βάζει τα πράγματα σε
τάξη. Τα τσιγάρα του, από πάνω ο αναπτήρας, δίπλα τα γυαλιά, παραδίπλα το ποτήρι
με το νερό και από πίσω του το ποτήρι με το τσίπουρο. Και πίνε τσίπουρα, και «στην
υγειά μας», και πίνε ούζα, και «άσπρο πάτο». Και του ‘λεγα: «Να τρως, παππού. Έχεις
χλομιάσει. Δεν τρως… Γιατί δεν τρως;». Και πράγματι δεν έτρωγε. «Έλα, άσε με εμένα
τώρα. Κακό σκυλί, ψόφο δεν έχει… Τα δικά σου. Πότε θα δούμε την πρώτη σου ταινία;».
Γέλια ξανά. «Γεια σου, ρε παππούκα…Άντε στην υγειά μας ξανά!». «Εβιτάκι, φτιάξε
λίγο το κάλυμμα… Μπράβο. Λίγο ακόμα πιο ψηλά. Εκεί. Α! Και το τραπεζάκι, βρε
κορίτσι μου. Να είναι κάτω απ’ το φωτιστικό. Μπράβο… Να ‘ρχεσαι να με βλέπεις. Όταν
δεν έχεις τίποτα να κάνεις, να έρχεσαι να πίνουμε ουζάκι». «Θα ‘ρχομαι, παππού
μου. Όποτε μπορώ θα ‘ρχομαι…» «Άντε, άσπρο πάτο!» «Παππού, έλα να φάμε κάτι… Σε
παρακαλώ. Έχεις και την καρδιά σου.» «Τίποτα δεν έχω! Μια χαρά είμαι. Τα ξέρουν
όλα οι γιατροί νομίζεις… 113 θα φτάσω, όπως η γιαγιά μου!». Κι, όμως, τρεις μέρες
πριν άλλος άνθρωπος… Μου έσφιξε το χέρι, με κοίταξε μ’ ένα απεγνωσμένο βλέμμα
και μ’ ότι δύναμη του είχε απομείνει μου ψιθύρισε: «Θέε μου, τι ντροπή…Θέλω να
φύγω από ‘δω. Αύριο θέλω να φύγω…» «Καλά, παππού μου, θα τους πω να ετοιμάσουν
το εξιτήριο». Κι εγώ δεν είπα τίποτα… Μα αυτός βρήκε τρόπο κι έφυγε. Και σήμερα,
πιο όμορφος από ποτέ, με το κουστούμι του και μια έκφραση απόλυτης ηρεμίας στο
πρόσωπό του. Του χτένισα τα μαλλιά, γιατί ποτέ δεν θα επέτρεπε να τον δει τόσος
κόσμος αχτένιστο, έκοψα ένα απ’ τα αγαπημένα του λουλούδια και του το έβαλα στο
πέτο… Και φυσικά, δεν θα μπορούσαν να λείπουν τα τσιγάρα του… Τα έβαλα κι αυτά
στην τσέπη του, μαζί με τον αναπτήρα κι όλα ήταν έτοιμα. Χωρίς αποσκευές και μ’
ένα σωρό από γνωστούς και φίλους να τον αποχαιρετούν, ξεκίνησε. Δεν έχω, λοιπόν
κι εγώ τίποτα άλλο να προσθέσω, παρά μόνο αυτό: Καλό σου ταξίδι, παππούκα μου. Να μου φιλήσεις τις γιαγιάδες…Στην υγειά μας...
Θυμίζει κάτι από
αποχαιρετισμοί,
αφιερώσεις
Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012
Ανάσες
Έτσι όπως κάθομαι μέσα στο σκοτάδι
και κοιτάζω το κενό, αν μπορούσα να κάνω μια ευχή, θα ευχόμουν να καθόμασταν τώρα
μαζί, να κάναμε ένα τσιγάρο και να μοιραζόμασταν ένα μπουκάλι μπύρα. Ύστερα, οι
τόνοι θ’ ανέβαιναν και η ένταση θα τελείωνε μετά από λίγη ώρα μ’ ένα χαμόγελο
κι ένα βλέμμα διαπεραστικό. Μετά ένα τυχαίο αθώο άγγιγμα στον ώμο, που ίσως να
μην είναι τελικά και τόσο αθώο. Κι αν έπρεπε να περιγράψω την διαφορά τους,
νομμίζω ότι δεν θα ταίριαζε να πω τίποτα άλλο παρά μόνο αυτό…
Στέκομαι στην άκρη μιας γέφυρας. Τα χέρια μου έχουν
τεντώσει και το κορμί μου έχει γείρει μπροστά. Οι παλάμες μου έχουν ιδρώσει. Η
καρδιά μου επιταχύνει. Η ανάσα κόβεται. Καθυστερώ. Ελπίζω πως θα ‘ρθει κάποιος
να με σώσει. Στα δεξιά μου αυτός. Στ’ αριστερά μου ο άλλος. Γυρνάω το κεφάλι
μου προς το μέρος του, στα δεξιά. Μου απλώνει το χέρι κι εγώ χωρίς να το
πολυσκεφτώ ανταποκρίνομαι ανακουφισμένη και σε λίγη ώρα η παλάμη του, σφίγγει
την δικιά μου…
Σκηνή #1, Λήψη #2… Γυρνάω το κεφάλι μου προς το
μέρος του, στα αριστερά. Μου μιλάει. Προσπαθεί να με καθησυχάσει. Πλησιάζει.
Τον κοιτάζω μέσα στα μάτια κι όλα όσα θέλω να του πω, τα χωράω σ’ ένα βλέμμα. Δεν
ξέρω αν μπορεί να διαβάσει μέσα απ’ τα δάκρυα, μα εγώ το χρέος μου το έκανα. Του
τα είπα. Δεν μένει τίποτα άλλο λοιπόν. Τα χέρια μου κουράστηκαν, τα δάχτυλά μου
γλιστράνε και δεν έχω τίποτα να με κρατήσει. Πέφτω…
Ορίστε… Δεν μπορώ να στα πω πιο
ξεκάθαρα. Αυτή είναι η διαφορά τους κι ελπίζω να κατάλαβες. Όχι, λυπάμαι. Δεν
μπορώ να γίνω πιο ξεκάθαρη…
Πόνος… Ο πόνος… Εξαίσια πηγή έμπνευσης.
Ο υπέρτατος παράγοντας επιτυχίας ενός…κειμένου ας πούμε. Να, όπως αυτό εδώ. Όχι,
μην γελάς! Μπορεί εσένα να μην σ’ αγγίζει, μα ίσως κάποιος άλλος να καταλαβαίνει
τι εννοώ. Μην γελάς σου λέω. Εγώ καταλαβαίνω. Να, κοίτα με…Κλαίω…Πόνος, λοιπόν.
Χωρίς αυτόν η ζωή θα ήταν βαρετή. Χωρίς αυτόν ακόμα και η ευτυχία θα έχανε το νόημά
της. Χωρίς την πικρή γεύση των δακρύων, όλα θα ήταν εξαιρετικά γλυκά. Κι αν θυμάμαι
καλά, εσένα δεν σ’ αρέσουν τα γλυκά. Ναι, ούτε κι εμένα… Κι αν πριν οι νύχτες
μου δεν περνούσαν, τώρα οι μέρες έχουν γίνει αφόρητες. Κι αποφεύγω να τις μετράω,
γιατί δεν έχω κάπου να φτάσω. Έτσι προσποιούμαι πως δεν περνάει ο χρόνος.
Παραμυθιάζω τον εαυτό μου πως τάχα δεν έφτασε ακόμα η ώρα για να σε συναντήσω. Κι
αν καμιά φορά ξεχαστώ και κοιτάξω το ρολόι, τα μάτια μου βουρκώνουν και δεν
μπορώ να λέω άλλα ψέματα. Έτσι αφήνομαι. Κλαίω μέχρι να μην μπορώ άλλο κι ύστερα
φτιάχνω το παραμύθι απ’ την αρχή. Μα, όσο κι αν θέλω, δεν μπορώ να κρύβομαι για
πάντα. Τελείωσαν όλα. Τελείωσα, ίσως πριν καν αρχίσουν…. Και θα μου λείψει. Ω,
ναι! Ακόμα κι αν δεν το πιστεύεις, μου λείπει ήδη. Ακόμα κι αν δεν το πιστεύεις,
πονάω. Πόνος τραχύς, συνεχόμενος. Πόνος που σου ταράζει τα σωθικά. Πόνος που δεν
συνηθίζεται. Ο υπέρτατος κλυδωνισμός μεταξύ της ζωής που υπήρχε και της ζωής
που έχει απομείνει. Πόνος που δεν αντέχεται και δάκρυα που σε πνίγουν…
Θυμίζει κάτι από
αφιερώσεις,
θλίψη,
τι στο διάλολο,
φωτογραφίες
Δευτέρα 21 Μαΐου 2012
There's a possibility I wouldn't know...
Έγειρα πάνω σου κι ακούμπησα το κεφάλι μου στην καρδιά σου για να νιώθω ότι είσαι ζωντανός. Μου φώναζες, σε κάθε χτύπο όλο και πιο δυνατά, πως μ'αγαπάς. Κι εγώ κοιτούσε πώς έπεφτε γρήγορα ο ήλιος και τον παρακαλούσα να σταθεί για λίγο. Μα φαίνεται πως ήταν πολύ μακριά κι η φωνή μου αδύναμη απ' την τόση ευτυχία, δεν έφτασε ως εκεί. Γρήγορα την θέση του πήραν τ' αστέρια και την δική σου το κενό. Κι είναι η φωνή μου αδύναμη απ' την τόση μοναξιά και δεν μ' ακούς που σου φωνάζω. Δεν είμαι τ' αγρίμι που ήξερες. Δεν είμαι το θηριάκι που αναστάτωνε με τις φωνές και τα παιχνίδια του τον κόσμο. Δεν είναι ότι άλλαξα. Δεν είναι ότι μεγάλωσα. Είναι κάτι σκισμένες σελίδες απ' το τετράδιο, που δεν πολυβγάζουν νόημα, ακριβώς όπως κι αυτή. Είναι κάτι παράξενες ιδέες που κατεβάζει το κεφάλι μου, που δεν μπορεί, θα τις φοβάμαι. Κι είναι κι αυτό...Αν ποτέ σου αποφασίσεις να με ψάξεις, μην κάνεις τον κόπο να πας μέχρι τους αγρούς που παίζαμε μικρά ή την θάλασσά μας. Θα ψάξεις να με βρεις ανάμεσα σε γκρίζα ντουβάρια και λευκά, ή πίσω από κάποιο ξύλινο γραφείο, να δοκιμάζω τις αντοχές μου μ' ένα τηλέφωνο στο χέρι. Κι αν περιμένεις, όταν με βρεις, να ρουφήξεις λίγη ζωντάνια από μέσα μου γιατί μου περισσεύει, άδικος κόπος. Εσύ νεκρός, κρύβεις πιο πολύ ζωή. Και δεν φοβάμαι πια το σκοτάδι, δεν ικετεύω τον ήλιο να σταθεί. Γίναμε φίλοι με την νύχτα και κάθε βράδυ τώρα μου γνωρίζει τα αστέρια της Το φεγγάρι όχι ακόμα, όμως. Λέει ότι είναι νωρίς, αλλά εγώ το περιμένω πώς και πώς, γιατί λαχταράω λίγο φως. Και μην νομίζεις πως άλλαξα μέσα μου πολύ. Κι η θάλασσα μ' αρέσει, και το πράσινο των αγρών το χαίρομαι και τον ήλιο πολλές φορές τον απολαμβάνω. Μα είναι φορές που η θάλασσα κι οι αγροί κι ο ήλιος σου μοιάζουν τόσο, κι εγώ πρέπει να κρυφτώ. Και τότε θυμάμαι πόσο πολύ σιχαινόσουν το σκοτάδι, που λέω δεν μπορεί, θα φοβηθεί να 'ρθει να ψάξει...
There's a possibility all that I had was all I'm gonna get.
There's a possibility all I'm gonna get is gone with your stare.
All I'm gonna get is gone with your stare.
So tell me when you hear my heart stop.
You're the only one that knows.
Tell me when you hear my silence.
There's a possibility I wouldn't know.
.
.
.
.
.
.
.
So tell me when my sorrow's over.
You're the reason why I'm closed.
Tell me when you hear me falling.
There's a possibility it wouldn't show...
Θυμίζει κάτι από
αναμνήσεις,
αφιερώσεις,
κάτι από μένα,
νεφώσεις
Τρίτη 20 Μαρτίου 2012
Always and forever
Ένα ζευγάρι αμύγδαλα με κοιτούσαν έντονα και φοβισμένα. «Είναι επειδή δεν φοράς τα γυαλιά σου… Για δες τώρα. Καλύτερα;». Φόβος πάλι. Μια σιωπή βαριά ξεγύμνωσε τα σεντόνια και σαν τις ψυχές που φεύγουν μανιασμένες απ’ τον Άδη, ο πόνος ξετυλίχτηκε μπροστά μου. Και κράτησα το χέρι σου για να μην τρομάξεις, όμως τον είδες να καθρεφτίζεται στα μάτια μου και δάκρυσες. Κι αντί να βγάλω με τα δάχτυλα τα μάτια μου, έκλαψα και είδες πιο καθαρά. Κι ύστερα έκλαψες κι εσύ και πέθανες, μα δεν το κατάλαβα. Κι έσκαβα μανιασμένα τους τάφους να σε σώσω, μα δεν σ’ έβρισκα πουθενά. Και τότε κατάλαβα πως τους ξεγλίστρησες και το ‘σκασες και καθησύχασα τον εαυτό μου, γιατί έτσι πρέπει. Γι’ αυτόν δεν γίνονται όλα, άλλωστε; Τώρα και για πάντα… ή αν σ’ αρέσει πιο πολύ αλλιώς: Always and forever…
I was a fool to believe...
A fool to believe
It all ends today.
Yes, it all ends today.
Today's a day,when dreaming ends...
Θυμίζει κάτι από
αφιερώσεις
Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012
Όχι για μένα...Για την φουκαριάρα την Blood...
Διάβαζα σήμερα, που λες, τα κείμενά μου και ότι σχόλια είχανε. Έκλαψα, γέλασα, έκλαψα ξανά κι ακόμα κλαίω και μέσα απ’ τα δάκρυά μου, το λέω και το εννοώ χωρίς κανέναν δισταγμό πια: Έρχομαι. Αν δεν είμαι εκεί, τότε πουθενά. Αν δεν είμαι μαζί τους, τότε με κανέναν. Αν δεν κάνω αυτό που θέλω, τότε τίποτα. Κι αν είναι να βαλτώσω, ας βαλτώσω. Μέσα στην μανιοκατάθλιψή μου θα’ χω παρέα και θα κάνουμε ένα σπίτι τεκέ όπως σχεδιάζαμε και φωτεινές ενδείξεις που θα γράφουν: «ΠΡΟΣΟΧΗ! ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΜΑΝΙΟΚΑΤΑΘΛΙΨΗΣ!» Θα σαπίζουμε παρέα, θα βαριόμαστε να καθαρίσουμε, θα τριγυρνάμε παρέα μέχρι το πρωί και θα βλέπουμε ποιοτικές (ενίοτε και όχι) ταινίες. Θ’ ακούμε παρέα μουσική κι όταν θα βάζω Τσανακλίδου, δεν θα κρατιέμαι πια. Θα κλαίω. Θα κλαίω, γιατί θα μοιραζόμαστε τα πάντα (εξαιρούνται οι γκόμενοι και το φαΐ). Συμπέρασμα: Όχι για μένα. Για την φουκαριάρα την Blood, ανεβαίνω πάνω!
Υ.Γ. Θυμάσαι που σου ‘χα τάξει ένα κείμενο για την παρτάρα σου και μόνο? Ε να το! Ολ γιορς, Blood!
Θυμίζει κάτι από
αφιερώσεις,
γλυκάκια,
φαφούτικα χαμόγελα
Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012
"Τερατάκια Τσέπης"
Σκάλιζα προχθές – σαν μια πράξη απελπισίας δες το – τα παλιά… Και βρήκα… και τι δεν βρήκα να λες… Γράμματα σε ψυχές που έχουν φύγει, διηγήματα για ψυχές που ήλπιζα να μείνουν, ποιήματα για να κερδίσω τις εντυπώσεις των άλλων, ποιήματα προορισμένα να μείνουν σ’ ένα συρτάρι και να μην διαβαστούν ποτέ, κείμενα που ήθελα να τα πετάξω στα μούτρα κάποιων και στην διαδρομή να μεταμορφωθούν σε οτιδήποτε – αρκεί να ήταν βαρύ –, κάτι παλιές φωτογραφίες, ένα τετράδιο γεμάτο αναμνήσεις, άνοιξα κι ένα βιβλίο και βρήκα μέσα εκείνο το τριαντάφυλλο που είχα κρύψει πριν χρόνια. Είχα αφήσει μέσα κι ένα σημείωμα, όμως δεν το διάβασα. Θυμόμουν τι είχα γράψει. Δεν έχει έρθει, όμως, ακόμα η ώρα να το διαβάσω. Δεν έχει έρθει η ώρα να το διαβάσει κανείς. Διάβασα που λες μέσα σε δύο ώρες όλη μου την ζωή. Ότι λάθη έκανα, ορθογραφικά και μη, ότι υποσχέσεις είχα δώσει, ότι όνειρα είχα. Διάβασα και κάτι ωραία σχόλια και χαμογέλασα… Θέλω, τώρα, να διαβάσεις κι εσύ κάτι. Έτσι. Γιατί, όταν το είχα γράψει το εννοούσα και το εννοώ και τώρα… Φοβάμαι πως θα σβήσω κι εγώ με το πέρασμα του χρόνου όπως το μολύβι πάνω στο χαρτί. Ίσως να λιώσω όπως λιώνουν τα κεριά ή να σβήσω όπως η φλόγα τους. Φοβάμαι πως θα μαραθώ όπως εκείνο το όμορφο τριαντάφυλλο στον κήπο. Μα τι λέω; Δεν έχω κήπο. Κλεισμένη σ’ ένα κελί με εξόδους υπό αυστηρή επιτήρηση…Αν είχα την ευκαιρία να κάνω μία ευχή, θα ευχόμουν να γέμιζε η ζωή μου με χρώμα και λουλούδια. Θα ευχόμουν να είχα κήπο κι ένα όμορφο κόκκινο τριαντάφυλλο… Περίεργο και τρομακτικό πόσο σε αλλάζουν οι καιροί, και οι καταστάσεις, αλλά κυρίως οι άνθρωποι…
Θυμίζει κάτι από
αναμνήσεις,
αφιερώσεις,
καληνύχτες
Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012
Απομεινάρια
Μια βροχή από αστέρια που πέφτουν παραιτημένα. Από ψυχές που παραδίνονται στα περίεργα. Στα περίεργα εκείνα λουλούδια που φύτρωσαν στο εργοτάξιο και μέσα σε μια νύχτα εξαφανίστηκαν ή σ’ εκείνο το αυγουστιάτικο φεγγάρι που ήταν λες και κατάπινε τα βουνά. Περπατούσαμε σ’ ένα χωράφι με καλαμιές, που έφταναν τότε ως τη γάμπα μας, και κοιτούσαμε τα πόδια μας που είχαν ματώσει. Ανακαλύψαμε ένα «σπίτι», πίσω από εκείνο το τεράστιο δέντρο, κρυμμένο πίσω απ’ τους πυκνούς θάμνους και θέλαμε να το εξερευνήσουμε. Μέσα του κατοικούσαν μόνο ένα ράντζο σκεπασμένο με κάτι κουβέρτες και κάτι ράφια μ’ ένα κουτί που έγραφε μια μάρκα από καφέ. Δεν ξέραμε αν είχε πράγματι καφέ. Ούτε τώρα ξέρουμε. Κανείς δεν τόλμησε να το ανοίξει. Κανείς μας δεν τόλμησε ν’ αγγίξει τίποτα, παρά μόνο το πόμολο της πόρτας, που άνοιξε κι έκλεισε ύστερα για πάντα. Κινούμασταν αργά, τρομαγμένοι και εκστασιασμένοι από την ανακάλυψή μας. Μόνο την είσοδο την περάσαμε βιαστικά γιατί κρεμόταν από πάνω μας ένα μελίσσι και φοβηθήκαμε. Μείναμε ώρες εκεί μέσα, φτιάχνοντας ιστορίες για περίεργους ανθρώπους και ξεχασμένα όνειρα. Ήταν ένα δωμάτιο τρία επί τρία κι εμείς ήμασταν πολύ περισσότεροι απ’ όσοι θα χωρούσαν σ’ ένα δωμάτιο τρία επί τρία. Κι όμως χωρέσαμε. Τώρα έχουμε μείνει δύο ή τρεις κι αυτοί κατά λάθος, γιατί μας ξέχασαν.
Άλλους μας ξέχασε η ζωή, κι άλλους μας ξέχασε ο θάνατος. Τώρα, λοιπόν, έχουμε μείνει δύο ή τρεις και δεν χωράμε ή ακόμα κι αν χωρούσαμε, δεν θα αντέχαμε ούτε λεπτό ή ακόμα κι αν αντέχαμε, η πόρτα δεν θα άνοιγε ποτέ ξανά. Από εκείνο το απόγευμα, μ’ εκείνο το περίεργο φεγγάρι πάνω απ’ τα βουνά κι εκείνα τα περίεργα λουλούδια στο εργοτάξιο, η πόρτα δεν ξανάνοιξε ποτέ. Βυθισμένη στην ντροπή και τη θλίψη της, που ξεκλείδωσε τα μυστικά της και κανείς δεν τα σεβάστηκε, έμεινε σφραγισμένη τόσο καλά που δεν άφησε άλλη επιλογή, παρά μόνο να την γκρεμίσουν…
Άλλους μας ξέχασε η ζωή, κι άλλους μας ξέχασε ο θάνατος. Τώρα, λοιπόν, έχουμε μείνει δύο ή τρεις και δεν χωράμε ή ακόμα κι αν χωρούσαμε, δεν θα αντέχαμε ούτε λεπτό ή ακόμα κι αν αντέχαμε, η πόρτα δεν θα άνοιγε ποτέ ξανά. Από εκείνο το απόγευμα, μ’ εκείνο το περίεργο φεγγάρι πάνω απ’ τα βουνά κι εκείνα τα περίεργα λουλούδια στο εργοτάξιο, η πόρτα δεν ξανάνοιξε ποτέ. Βυθισμένη στην ντροπή και τη θλίψη της, που ξεκλείδωσε τα μυστικά της και κανείς δεν τα σεβάστηκε, έμεινε σφραγισμένη τόσο καλά που δεν άφησε άλλη επιλογή, παρά μόνο να την γκρεμίσουν…
Πηγαίνω πού και πού στο χωράφι με τις καλαμιές, καρφώνω το βλέμμα μου στο χώμα και φαντάζομαι τις γάμπες μου να ματώνουν. Προχωράω και φτάνω στο σημείο, που ήταν κάποτε το δέντρο. Το προσπερνάω και με την φαντασία μου φτιάχνω πάλι τις πυκνές φυλλωσιές των θάμνων. Άραγε θα χωρούσα τώρα να περάσω; Προχωράω λίγο ακόμη και φτάνω. Από πάνω μου κρέμεται το μελίσσι και ευθεία μπροστά μου, στο ύψος των ματιών μου βλέπω την πόρτα. Την θέση της τώρα έχει πάρει ένα διώροφο κτίριο με πέτρινους τοίχους και αλουμινένια κουφώματα. Κάθομαι στο χώμα κι αρχίζει ένας αέναος θρήνος σιωπής συνοδευμένος από έναν επίπονο κλυδωνισμό, που ανακατεύει τις σκέψεις μέσα στο κεφάλι μου…
Στεκόταν στην μια μεριά, ενήλικας πια με λίγο μούσι και μακριά μαλλιά, και με αγνοούσε όπως κάνει πάντα. Και στην άλλη μεριά στεκόταν το 10χρονο παιδάκι που τόσο πολύ νοιαζόταν για μένα, και το έβλεπα να τρέχει προς το μέρος μου και να κουρνιάζει στην αγκαλιά μου, όπως τότε που ήμασταν παιδιά. Κι εγώ τον κράτησα. Τον κράτησα τόσο σφιχτά, που για λίγο πίστεψα ότι είχα γυρίσει πίσω τον χρόνο. Και γύρισα την πλάτη μου στον άλλον και προσποιήθηκα πως δεν υπήρχε. Προσποιήθηκα πως είμαστε πάλι παιδιά. Ζωντάνεψαν οι γρατσουνιές απ’ τους θάμνους που παίζαμε μικροί, οι ομπρέλες μας πήραν τη θέση που τους αξίζει στην παραλία, τα ποδήλατά μας επίσης και το κυριότερο ζωντανέψαμε εμείς. Όλοι μας. Οι γονείς της Μαρίας κατέβαιναν όπως πάντα μαζί για να δουν το ηλιοβασίλεμα, η νονά του Βασίλη άπλωνε όπως κάθε απόγευμα τα ρούχα, ο κ. Λάκης φρόντιζε τον κήπο, οι γυναίκες της γειτονιάς μαζεύονταν στην αυλή μας και συζητούσαν με τις ώρες με την γιαγιά μου, ο παππούς και ο «κουμπάρος» ετοίμαζαν την βάρκα για να πάνε για ψάρεμα κι εμείς τρέχαμε από πίσω τους μπλέκοντας τις πετονιές και μετά καθόμασταν στην παραλία και βλέπαμε την βάρκα να απομακρύνεται, κατασκευάζοντας ιστορίες για θαλάσσια τέρατα και φάλαινες, μέχρι που χανόταν απ’ τα μάτια μας. Ύστερα παίζαμε ποδόσφαιρο στον χωματόδρομο, εμποδίζοντας φυσικά οποιοδήποτε όχημα να περάσει. Μόνο τα ποδήλατα τα κατάφερναν. Αυτοκίνητα και μηχανές εγκλωβίζονταν λίγο μετά την στροφή από το μπουλούκι που σχηματίζαμε. Όταν σουρούπωνε για τα καλά ξεκινούσαμε το κρυφτό μέχρι τις 11 ή και τις 12, περίπου την ίδια ώρα που γύριζαν κι οι ψαράδες. Μαζευόμασταν όλοι τριγύρω τους κι αυτοί άνοιγαν τους κουβάδες και μας σύστηναν τα ψάρια ένα-ένα. Τώρα, οι γονείς της Μαρίας χώρισαν, η νονά του Βασίλη δεν ξαναήρθε από τότε που πέθανε ο άντρας της, η γιαγιά μου πέθανε κι αυτή, ο παππούς κι ο «κουμπάρος» – θείο Δημήτρη τον φωνάζω πια – μεγάλωσαν πολύ και δεν αντέχουν να πηγαίνουν για ψάρεμα, κι εμείς… Μεγαλώσαμε κι εμείς και διαλυθήκαμε. Έχουμε μείνει δύο ή τρεις κι αυτοί κατά λάθος, γιατί μας ξέχασαν. Άλλους μας ξέχασε η ζωή κι άλλους μας ξέχασε ο θάνατος…
Θυμίζει κάτι από
αφιερώσεις,
ενδόμυχες σκέψεις,
φωτογραφίες
Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012
Le Retour...
Τέλος τα ψέματα… Φτιάχνω βαλίτσα κι αποχαιρετώ τους δικούς μου, αλλά κι αυτούς που δεν είναι δικοί μου. Τους αποχαιρετώ κι αυτή τη φορά δεν θα δακρύσω επειδή θα μου λείψουν, έχοντας μια κρυφή ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά… Γιατί πολύ απλά, αυτήν την φορά δεν κάνω υποθέσεις, αλλά ξέρω τι γίνεται. Φεύγω, λοιπόν, και για πρώτη φορά στην ζωή μου περπατάω και δεν μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου… Φεύγω κι αυτήν την φορά παίρνω μαζί μου και τα βιβλία μου… Τα λατρεμένα μου βιβλία, για να διαβάζω όταν θα με πιάνει η κατάθλιψή μου. Φεύγω και ξέρω ότι εκεί θα αισθάνομαι πιο μόνη από ποτέ. Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο; Εκεί θα είμαι πιο μόνη από ποτέ… Καλό μου ταξίδι, λοιπόν…
Θυμίζει κάτι από
(κατα)θλιψη,
αποχαιρετισμοί,
αφιερώσεις
Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012
Κοίτα να προσέχεις...
Κοίτα να κρατάς κοντά σου όσους αγαπάς για να τους αγαπήσεις ακόμα περισσότερο. Κοίτα να τους κρατάς κοντά σου, για να μην ξεχάσεις πώς μιλάνε, πώς σε κοιτάζουν, πώς αστειεύονται και να τους αγαπάς πολύ. Τόσο πολύ που να μην μπορεί ούτε ο ίδιος σου ο εαυτός να εξηγήσει πόσο. Κοίτα να τους αγαπάς και να τους αφήνεις να σε πειράζουν και ν’ ανακατεύουν την ζωή σου, γιατί αυτό ξέρουν να κάνουν καλά. Κοίτα να τους αγαπάς και να κάνες πέρα τους εγωισμούς, γιατί οι εγωισμοί περιορίζουν την αγάπη και σε τυφλώνουν. Κοίτα να τους προσέχεις και να τους αφήνεις να σε προσέχουν κι αυτοί. Κοίτα να τους αγαπάς για να σου λείπουν κι όταν σου λείπουν τρέξε κοντά τους, με το νου ή το κορμί σου. Μα πάνω απ’ όλα, κοίτα να τους αγαπάς…
Κοίτα να τους αγαπάς όσο μπορείς, γιατί ίσως μετά να είναι αργά...
Θυμίζει κάτι από
αναθεματισμοί,
αφιερώσεις
Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012
Φωτογραφίες ¬ Take 1
Οι δύο πιο μεγάλες μου αγάπες μαζεμένες σε μια φωτογραφία...
And I was swept away with nothing left to say.Some helpless fool,yet I was lost in a swoon of peace.You're all I need to find.So when the time is right come to me sweetly,come to me...If you only run for cover,it's just a waste of time.We are lost 'till we are found...
And I was swept away with nothing left to say.Some helpless fool,yet I was lost in a swoon of peace.You're all I need to find.So when the time is right come to me sweetly,come to me...If you only run for cover,it's just a waste of time.We are lost 'till we are found...
Θυμίζει κάτι από
αφιερώσεις,
φωτογραφίες
Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011
Και κάπως έτσι οι κραυγές μου, έγιναν σιωπηλές....
Κάποιος μου είπε ότι έχω αλλάξει. Κάποιος μου είπε ότι δεν γελάω πια. Κάποιος μου είπε πως η ζωή μου είναι ένα κουτί με μια μητρική και μνήμες RAM. Κάποιος μου είπε ότι έχω κατάθλιψη. Κάποιος μου είπε ότι δεν ζω. Κάποιος μου είπε ότι η ζωή είναι μικρή. Κάποιος μου είπε πως όταν θέλεις κάτι πολύ, μπορείς να το πετύχεις. Κάποιος αναρωτήθηκε τι έχω. Κάποιος με ρώτησε αν μπορεί να βοηθήσει. Κάποιος με ρώτησε αν μπορώ να τον βοηθήσω. Κάποιος με ρώτησε πώς αντέχω. Κάποιος γέλασε μ’ αυτά που είπα. Κάποιος είπε ότι ζω σε ροζ κόσμο. Κάποιος μ’ έστησε στον τοίχο κι άρχισε να πυροβολεί. Κάποιος άκουσε τις κραυγές μου κι έτρεξε να βοηθήσει μα δεν τον άφησα. Κάποιος μου είπε να σκάσω κι οι κραυγές έγιναν σιωπηλές. Κάποιος με λυπήθηκε και τον μίσησα. Κάποιος με μίσησε και τον λυπήθηκα. Κάποιος φύλαξε τα δάκρυά μου σε γυάλινο δοχείο. Κάποιος τ’ αγόρασε μισοτιμής από έναν πλανόδιο και στη μεταφορά του έσπασε. Κάποιος είπε ότι έχω αλλάξει…
Ρώτησα κάποιον γιατί να αλλάζουν οι άνθρωποι, μα απάντηση δεν πήρα. Ρώτησα κάποιον γιατί να θλίβονται, μα απ’ τα χείλη του ήχος δεν βγήκε. Ρώτησα κάποιον γιατί να είναι μόνοι, μα έσκυψε το κεφάλι. Ρώτησα κάποιον γιατί να παίρνουν χάπια οι άνθρωποι ως υποκατάστατα της ευτυχίας, μα κάρφωσε τα μάτια στο κενό. Ρώτησα κάποιον γιατί οι άνθρωποι μόνο να υπάρχουν, μα με κοίταξε σιωπηλός. Ρώτησα κάποιον γιατί δεν μπορούν να βρουν ησυχία όταν την έχουν ανάγκη. Ρώτησα κάποιον γιατί τόση υποκρισία. Ρώτησα κάποιον γιατί να μην μπορείς να βοηθήσεις. Ρώτησα κάποιον γιατί να αισθάνονται κι άλλοι όπως εγώ. Ρώτησα κάποιον γιατί το διαφορετικό φαντάζει γελοίο. Ρώτησα κάποιον γιατί οι άνθρωποι να έχουν αχρωματοψία, μα εκείνος έκλεισε τα μάτια του. Ρώτησα κάποιον γιατί ο κόσμος είναι τόσο σκληρός. Ρώτησα κάποιον γιατί φοβούνται να εμπιστευθούν. Ρώτησα κάποιον γιατί οι κραυγές να γίνονται σιωπηλές. Ρώτησα κάποιον γιατί να μισούν οι άνθρωποι, μα εκείνος έκλεισε τ’ αυτιά του. Ρώτησα κάποιον γιατί τα δάκρυα να μπαίνουν σε δοχεία και συνέχισα φωνάζοντας γιατί να σπάνε; Ρώτησα κάποιον γιατί να αλλάζουν οι άνθρωποι, μα απάντηση δεν πήρα. Μόνο ένα δάκρυ κύλησε κι όταν συνήλθε με συμβούλεψε να τ’ αφήσω όλα αυτά στην άκρη. Κάποιος μου είπε να γίνω φυσιολογική. Κάποιος μου είπε να σκάσω και οι κραυγές μου έγιναν σιωπηλές…
Θυμίζει κάτι από
αναμνήσεις,
αφιερώσεις
Κυριακή 7 Αυγούστου 2011
"Ύστερα ανακαλύψανε και τις πυξίδες για να πεθαίνουνε κι αλλού, και την απληστία για να μένουν νεκροί για πάντα"
Ε, λοιπόν φίλε μου ξέρεις τι χρειάζεσαι? Χρειάζεσαι μια μεταμόσχευση εγκεφάλου, μήπως και αποκτήσεις λίγο μυαλό. Και ξέρεις και τι άλλο χρειάζεσαι? Χρειάζεσαι μια μάγισσα να 'ρθει και ν' αλλάξει τα πάντα στη ζωή σου. Να φτιάξει ένα από εκείνα τα μαγικά της φίλτρα, να σου το δώσει να το πιεις και μετά να μπεις εσύ στη θέση τη δική μου. Και χρειάζεσαι και λίγη φαντασία. Μα πού στο διάολο πήγε όλη η φαντασία σου? Κοιτάς στον ουρανό και βλέπεις μόνο σύννεφα. Ούτε ένα μανιτάρι, ούτε ένα λιοντάρι, ούτε καν έναν στρατιώτη που φοράει πανοπλία και καπνίζει δεν μπορείς πια να διακρίνεις...Μεγάλωσες. Άλλαξες. Ωρίμασες. Όχι, δεν είναι όμως αυτό. Κι εγώ μεγάλωσα, κι εγώ άλλαξα, κι εγώ ωρίμασα, όμως βλέπω ακόμα περίεργα πλάσματα να σχηματίζονται στα σύννεφα. Φτιάχνω ακόμα μικρές κατασκευές από φύλλα, ή μικρά ξύλα. Κόβω ακόμα λουλούδια και τα κρύβω στα πιο αγαπημένα μου βιβλία για να τα βρω κάποια μέρα και να δακρύσω. Εσύ, όμως? Τι σου συνέβη, φίλε μου? Τι άλλαξε? Τι σε άλλαξε? Δεν θυμίζεις σε τίποτα τον εαυτό σου. Μόνο τα κλαδιά από τα δέντρα της αυλής σου συνεχίζεις να κόβεις όπως έκανες παιδί κι είναι το μόνο που με βοηθάει να σε αναγνωρίζω. Κι εκείνη η σχεδία που είχαμε φτιάξει όταν ήμασταν παιδιά... Άραγε την έχεις καταχωνιάσει κάπου ή την έσπασες σε κομματάκια και την έριξες στο τζάκι του καινούριου σου σπιτιού? Και την σκηνή που φτιάξαμε από καλάμια? Κι εκείνη την διέλυσες? Ω, μα ναι... Αυτό το θυμάμαι κι εγώ. Νομίζω πως εδώ βοήθησα κι εγώ... Όμως, εγώ τουλάχιστον συνεχίζω να μιλάω στις γάτες και στους σκύλους και σ' εκείνα τα ψόφια ψάρια που βρίσκω στην ακτή. Ξέρεις, φίλε μου, τι άλλο χρειάζεσαι? Χρειάζεσαι κάποιον να σου θυμίσει τα παλιά. Να θυμηθείς τότε, που σκαρφαλώναμε στις ετοιμόρροπες σκεπές των παλιών σπιτιών και οι ένοικοι έβγαιναν τρομαγμένοι, νομίζοντας πως γίνεται σεισμός ή πως κάποιο γιγάντιο ποντίκι επιτίθεται στο σπίτι τους. Ή εκείνα τα απογεύματα που ανεβαίναμε με τα ποδήλατα ως την άκρη ενός λοφίσκου, παίρναμε φόρα και βουτούσαμε με τα ποδήλατα στη θάλασσα. Ξέρεις, τι άλλο χρειάζεσαι, φίλε μου? Χρειάζεσαι κάποιον να σου δώσει πίσω την αθωότητα σου. Όλοι αυτό χρειαζόμαστε. Χρειαζόμαστε περισσότερες ώρες μέσα στην θάλασσα, κάτω απ' τον ήλιο μέσα στο μεσημέρι χωρίς ίχνος αντηλιακού, να παίζουμε με την σανίδα σου. Να σκαρφαλώνουμε σε βράχια, να με σπρώχνεις - δήθεν τυχαία- και να πέφτω στη θάλασσα, κάνοντας μούσκεμα τα ρούχα μου. Ξέρεις, τι άλλο χρειάζεσαι, παλιέ μου φίλε? Χρειάζεσαι εμάς. Μας χρειάζεσαι όλους και μας χρειάζεσαι τόσο, όσο σε χρειαζόμαστε κι εμείς. Να με κοροϊδεύεις γιατί δεν μπορώ να κάνω ποδήλατο χωρίς χέρια, όμως να μην αφήνεις άλλον άνθρωπο να το κάνει ούτε για αστείο. Χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον και μας χρειάζεται κι η γειτονιά. Να παίζουμε στην μπασκέτα που μας έφτιαξε ο παππούς μου από καδρόνια, να παίζουμε κλέφτες κι αστυνόμους στην απέναντι αυλή, να σηκώνουμε την γειτονιά στο πόδι απ' τις 5 και να κλείνουμε τον δρόμο κάθε φορά που παίζουμε ποδόσφαιρο. Χρειαζόμαστε τον Γιάννη πίσω και μια χαμένη παιδική ζωή. Τελικά, φίλε μου, καλέ μου φίλε, χρειαζόμαστε ένα θαύμα...
Θυμίζει κάτι από
αφιερώσεις
Τρίτη 21 Ιουνίου 2011
Συγχαρητήρια
Τελείωσε, λοιπόν και "επίσημα". Βγήκαν τα αποτελέσματα και ξέρουμε πια ποιοι είναι αυτοί, που όντας καταπληκτικά παπαγαλάκια, διέπρεψαν και θα έχουν πλέον μία περίοπτη θέση σ' ένα Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα και θα σε κοιτάζουν μ' ένα βλέμμα υποτιμητικό, γιατί αυτό σου αξίζει...και ποιοι είναι αυτοί, που όντας λιγότερο - ή και καθόλου - παπαγάλοι, ξέμειναν κάπου. Ω, μα βέβαια...Δεν πειράζει. Κάτι θα βρεθεί και για σένα... Μακάρι να ήμουν κουφή για σήμερα και να μην σ' άκουγα!!! Ποιος σου είπε ότι πειράζει? Ποιος σου είπε ότι με πειράζει? Μακάρι να ήμουν και τυφλή σήμερα και να μην έβλεπα αυτό το βλέμμα σου, αυτό το απαίσιο βλέμμα σου! Είδες το δικό μου? Γελούσα ηλίθιε!!! Γελούσα! Κι εκείνη η αυθόρμητη λεξούλα που μου' πες απ' το τηλέφωνο...Μόνο?! ΝΑΙ!!! ΝΑΙ, ΜΟΝΟ!!! ΚΙ ΑΝ ΘΕΣ ΕΛΑ ΕΣΥ ΕΔΩ ΚΑΙ ΓΡΑΨΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ!!! Έλα εσύ εδώ και γράψε περισσότερο, όμως πρέπει να βρίσκεσαι στην ίδια κατάσταση. Ξέρεις, δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που κοιμήθηκα σαν άνθρωπος. Αλλά τι λέω...δεν ξέρεις... Άκου, λοιπόν, για να μάθεις. Στην αρχή το άντεχα. Δύσκολα μεν, αλλά το άντεχα. Τους τελευταίους μήνες, όμως, η κατάσταση χειροτέρεψε πολύ. Ξέρεις, λοιπόν, εσύ που σου φαίνεται τόσο λίγη η προσπάθειά μου, ότι ακόμη κι εκείνες τις εβδομάδες που γράφαμε, κοιμόμουν μετά τις 6? Και ξέρεις ότι ξυπνούσα λίγο μετά τις 7? Ξέρεις ότι ακόμα κι αν κατάφερνα να κοιμηθώ ξυπνούσα μέσα στη νύχτα με λυγμούς, καθόμουν στο κρεβάτι, έπινα λίγο νερό, έκλεινα τα μάτια κι ευχόμουν μ' όλη τη δύναμη της καρδιάς μου να ξημερώσει για να εξαφανιστούν αυτοί οι εφιάλτες? Φυσικά και δεν το ξέρεις. Δεν ξέρεις τίποτα! Δεν ξέρεις τίποτα γενικώς και δεν ξέρεις τίποτα για μένα! Μάθε, λοιπόν, ότι ήταν επιλογή μου ν' ανήκω στην δεύτερη κατηγορία - τα μη παπαγαλάκια. Ήταν επιλογή μου και το έκανα γιατί το γούσταρα! Γιατί το ήθελα εγώ ρε γαμώτο! Και δεν μετανιώνω γι' αυτό! Κι όχι δεν θα ξαναδώσω... Και με κάνει έξω φρενών που το θεωρείς δεδομένο! Και για άλλη μία φορά, τώρα που την χρειαζόμουν... Την χρειαζόμουν για να με προστατέψει από εκείνο το ηλίθιο βλέμμα σου κι από εκείνη την αισχρή φράση σου και την ελεεινή "συμπόνια" σου. Τώρα, λοιπόν, που την χρειαζόμουν, για μία ακόμη φορά μονοπώλησε την προσοχή της άλλος. Πώς? Έτσι όπως το κάνει πάντα. Κατάφερε πάλι να μπει στο νοσοκομείο. Αλλά όχι, δεν κατηγορώ αυτόν. Ούτε κι αυτήν βέβαια.... Μάλλον εμένα κατηγορώ, που δεν είχα ποτέ το θάρρος να της πω: Σε χρειάζομαι. Βοήθεια. Και πώς γίνεται σήμερα να με θυμούνται όλοι?! Το κινητό μου δεν σταμάτησε να χτυπάει. Γιατί θες να ξέρεις πώς τα πήγα? Για να μπορείς, ίσως, να αισθάνεσαι ότι, αφού κι εσύ κάπου τόσο είχες γράψει, δεν είσαι μόνος. Ή για να μπορείς να ικανοποιήσεις την ματαιοδοξία σου. Ε, ναι, λοιπόν. Αφού θέλεις να το ακούσεις τόσο πολύ, θα σου κάνω την χάρη, θα σου δώσω αυτήν την χαρά και θα' ναι όλη δική σου! Συγχαρητήρια, είσαι καλύτερος από μένα...
Θυμίζει κάτι από
αφιερώσεις,
ενδόμυχες σκέψεις
Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011
Εξαιρετικά Αφιερωμένο
Ετοιμάζομαι να βγω πάλι… Ναι καλά ακούς, πάλι… Πάλι, γιατί αν μείνω μέσα θα μου στρίψει. Έμαθα πολλά πράγματα τελευταία και είναι υπερβολικά πολλές οι πληροφορίες για να καταφέρω να τις συγκρατήσω. Είναι πολλές και πονάνε άλλο τόσο. Ήξερες εσύ ότι είμαι ο «εγκέφαλος» της παρέας; Εγώ πάλι πρώτη φορά τ’ ακούω… Ίσως αυτά που έλεγα για να καθησυχάσω τις άλλες, ώστε να μην φτάσουμε στα άκρα, τελικά να έκρυβαν ένα άλλο νόημα με απώτερο σκοπό να τις αποπροσανατολίσω και τελικά να κάνουν ότι θέλω εγώ. Ε, ναι αυτό πρέπει να είναι, γιατί είναι γνωστά άβουλα όντα αυτοί που ονομάζω μεν «φίλους» μου, όμως στην πραγματικότητα είναι τα υποχείριά μου. Είναι παιχνιδάκια, τα οποία εξουσιάζω και ικανοποιώ έτσι την δίψα μου για δύναμη. Ίσως τελικά να είμαι και απόγονος του Αδόλφου. Και να δεις που και τώρα που θα διαβάσουν το κείμενο, δεν θα θυμώσουν. Έχω εγώ τον τρόπο μου πάντα και καταφέρνω να τους…υπνωτίζω. Γιατί το άλλο; Ήξερες εσύ ότι όποιος καπνίζει είναι πολύ αλήτης και φυσικά κρύβεται από την υπόλοιπη παρέα γιατί τους ντρέπεται; Εγώ πάλι το έμαθα πρόσφατα… Αν με δεις στον δρόμο, λοιπόν, μην με χαιρετήσεις και χαλάσει η ατσαλάκωτη εικόνα σου κι εδώ μην μου κάνεις κανένα σχόλιο και μολύνεις το άσπιλο μυαλό σου… Δεν είναι τόσο τα λόγια που με πειράζουν… Εντάξει οφείλω να ομολογήσω ότι κατάφεραν να με κρατήσουν ένα βράδυ ξύπνια, άλλοτε να τα σκέφτομαι κι άλλοτε να βάζω τα κλάματα, όμως άλλο είναι αυτό που μ’ ενοχλεί. Μ’ ενοχλεί η υποκρισία σου, μ’ ενοχλεί ότι σε θεωρούσα φίλη, μ’ ενοχλεί ότι νόμιζα πως σε ήξερα, μ’ ενοχλεί το μίσος σου, μ’ ενοχλεί που δεν ανοίγεις το βρωμόστομά σου για να τα διαψεύσεις… Εκτός βέβαια, αν τα πιστεύεις κι εσύ αυτά… Ε, τότε, σ’ αυτήν την περίπτωση, μ’ ενοχλεί ότι νόμιζα πως με ήξερες, όμως τελικά δεν ήξερες τίποτα. Δεν ξέρεις τίποτα, απ’ ότι φαίνεται. Δεν ξέρεις τι θα πει ειλικρίνεια και εμπιστοσύνη, δεν ξέρεις τι θα πει φιλία… Αλλά ξέχασα, ούτε κι εγώ ξέρω, αφού κι εγώ δεν έχω φίλους…υποχείρια είναι… Φύγε, λοιπόν, πάνε στους καινούριους σου φίλους, να σε γλείφουν και να σου λένε αυτά που θες ν’ ακούσεις και καλά να περνάς… Τώρα για πόσο θα περνάς καλά μ’ αυτήν την πολύ ωραία και τέρμα επιφανειακή σχέση με τα γλειφτράκια σου, δεν ξέρω… Πάντως σου εύχομαι μέσα απ’ την ψυχή μου, να ‘ρθει σύντομα αυτή η στιγμή για να μπορέσω να πάρω κι εγώ την ικανοποίησή μου... Μα μην απορείς, αφού είπαμε… Είμαι κακός άνθρωπος εγώ…
Θυμίζει κάτι από
αναθεματισμοί,
αφιερώσεις
Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011
"Ημερολόγιο"
Τίποτα σπουδαίο δεν έγινε πάλι. Τίποτα σημαντικό δεν έχω να πω. Μόνο κάτι στιγμιότυπα που μάζεψα δεξιά κι αριστερά… Λίγο πριν φύγω για τον χορό η κορυφαία ατάκα της μαμάς μου: «Σήμερα, δεν σου έδωσα πολύ σημασία βρε παιδί μου. Ήθελες τίποτα;»… Τα τελευταία 6 χρόνια δεν μου δίνεις σημασία κι ήθελα πολλά…Γιατί να με πειράξει τώρα; Πήγα στην σχολή κι έκατσα στο πάτωμα ακουμπώντας με την πλάτη στον τοίχο και περίμενα εκεί αμίλητη κι ανέκφραστη να ξεκινήσουμε… Περίμενα και κοιτούσα. Κοιτούσα την Βασιλικούλα που έτρεχε δεξιά κι αριστερά κι έλεγε σε όλες: «Κοίτα τι μπορώ να κάνω!». Έκανε έναν τροχό και μετά έπεφτε σε σπαγκάτο. Ύστερα σηκωνόταν κι άρχιζε τις βόλτες γύρω γύρω στη σχολή. Έτρεχε, φώναζε, έπεφτε πάνω μας και έκανε τον τροχονόμο. Έδινε ζωή στην σχολή… Η Δέσποινα είπε ότι την Κυριακή χορέψαμε πολύ ωραία! Μετά από μία ώρα στο μάθημα συζητήσαμε τόσα πολλά… Θα μπορούσε να είναι κάπου στο εξωτερικό, ζάπλουτος, να απολαμβάνει μόνο, χωρίς να σκέφτεται συνέπειες. Όμως, είχε πει όχι τότε σ’ εκείνη την πρόταση που του έκαναν. Δεν τόλμησα να ρωτήσω το γιατί… Πόσες σκέψεις πέρασαν απ’ το μυαλό μου… Αλλά κυρίως μία βρίσκεται συνεχώς στο μυαλό μου και δεν μ’ εγκαταλείπει σχεδόν ποτέ. Πώς;! Πώς θα τ’ αφήσω όλα πίσω και θα φύγω; Και πού θα πάω; Και τι θα κάνω; Και τι θα καταφέρω; Και τελικά θα τα καταφέρω; Κι αν ναι για πόσο; Χτύπησε το κινητό μου στην τάξη προχθές… (πίκρα). Ευτυχώς είχαμε λογικό άνθρωπο και απλά μου δήλωσε πως δεν άκουσε τίποτα! Και φυσικά το κινητό μου δεν θα μπορούσε να χτυπάει με τίποτα άλλο παρά με Μιλτιάδη!!! Η κ. Ζ. δεν τον ήξερε… Πώς κι έτσι σκέφτηκα. Την τελευταία εβδομάδα τρώω σαν γουρούνι… Τόσο πολύ που έχω σιχαθεί τον εαυτό μου! Όμως, βρήκα μία λύση… Προσωρινή βέβαια γιατί είναι αδύνατο να συνεχιστεί για πολύ… Ούτε που κατάλαβα πως μου ήρθε… Πρέπει να ήταν το Σάββατο το βράδυ που δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου και είχα κατασκηνώσει στην τουαλέτα…. Ναι, τότε νομίζω πως ήταν. Τρώω όποτε μου καπνίσει κι ότι βρω στο ψυγείο (ευτυχώς δεν έχουμε και πολλά) και μόλις νιώσω ότι δεν πάει άλλο κι ότι θα σκάσω, ξερνάω και μετά πάλι απ’ την αρχή… Ξέρω, πρέπει να το σταματήσω. Πολλά πρέπει να σταματήσω… Μερικές φορές που σκέφτομαι την 15η Ιουνίου, νομίζω πως θα αλυσοδεθώ κάπου σε μια κολόνα του σχολείου και πως θα με τραβάνε για να φύγω, όμως εγώ εκεί… Δεν θα κουνιέμαι! Άντε να δω πως θα κάνουμε καινούρια αρχή… That’s all for today… Αυτά είναι όλα για σήμερα, αλλά και για πολλές μέρες ακόμα… Θα αποσυρθώ (για λίγο θα’ ναι, για πολύ θα’ ναι…δεν έχω ιδέα.) από την blogοσφαίρα, μήπως και καταφέρω να ηρεμήσω, γιατί πραγματικά ΠΡΕΠΕΙ να ηρεμήσω… Ο καιρός περνάει και το άγχος θεριεύει, μέρα με τη μέρα… Κι όσο τα γράφω εδώ, τόσο τα σκέφτομαι και τα ξαναδιαβάζω, κι όσο τα σκέφτομαι και τα ξαναδιαβάζω, τόσο μου σαλεύει… Α! Παραλίγο να το ξεχάσω… 14 Φεβρουαρίου σήμερα… Δεν πρόκειται να αναπτύξω καμιά «θεωρία» σχετικά με την ολοκληρωτική αχρηστία της συγκεκριμένης γιορτής, διότι τα νεύρα μου δεν είναι καλά και δεν θέλω να γίνουν χειρότερα… Απλά «έπρεπε» ν’ αναφερθεί…
Και στο διάβολο πουλάω την ψυχή μου εγώ, για να βρεθώ απόψε τυλιγμένος στου κορμιού σου το βυθό. Κάπου η νύχτα μεσοπέλαγα κρεμιέται στην αγχόνη τ’ ουρανού κι ο δαίμονας καβάλα στο σκοτάδι, αρπάζει τη μετέωρη ευχή μου. Και σαν άστρο καυτερό προς το νησί σου, τα λόγια μου πετάει, πληγώνοντας τα βράχια και την άμμο, στη χτένα σου καρφώνει την ψυχή μου. Και σταγόνα τη σταγόνα κυλάω εγώ σαν αλμυρό νερό στους ώμους και στον ακριβό σου το λαιμό. Κι ας ξέρω πως του λόγου του στην ανεμόσκαλα εκεί, με περιμένει για να μου λιμάρει το σκοινί. Πάνε χρόνια που αντίκρυ αναβοσβήνουν τα φώτα κάποιας γης, τα φώτα κάποιας ξεχασμένης νήσου, που λένε είναι οι κορφές του παραδείσου. Μα το ξέρω είναι της θάλασσας τα μάγια, δεν υπάρχει αυτή η στεριά, μιας και κανείς ποτέ του εκεί δεν πήγε, γι’ αυτό σφιχτά κρατιέμαι στο κορμί σου… (άσχετο, αλλά…θα μου πεις τι σκατά είναι σχετικό εδώ μέσα;!)
Σας χαιρετώ, λοιπόν, μικρά (και μεγάλα ενίοτε) σωσιβιάκια μου… Τα λέμε…δεν ξέρω πότε. Και τότε θα’ μαι… δεν έχω ιδέα πως θα’ μαι. Και θα σας πω…δεν ξέρω τι θα σας λέω. Και ίσως μέχρι τότε να κοιμάμαι…
Θυμίζει κάτι από
αφιερώσεις,
καληνύχτες,
καταθέσεις ψυχής
Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011
στην κ.Ζ. και στο λαλίστατο πουλάκι!;)
Γιατί, ε; Ρωτάτε γιατί… Να γιατί, λοιπόν. Όσα παιδιά θέλουν να περάσουν νομική, θέλουν να μπουν στο διπλωματικό σώμα. Δεν έχω συναντήσει ούτε ένα που να τα κατάφερε. Όσα παιδιά θέλουν να πάνε Πολυτεχνείο, θέλουν να δουλέψουν για μεγάλες εταιρίες στο εξωτερικό. Δεν έχω συναντήσει ούτε ένα που να έμεινε εκεί. Τι είναι αυτό, λοιπόν, που μου λέει ότι εγώ θα τα καταφέρω;! Να, λοιπόν, αυτό τρέμω. Την αποτυχία. Και τρέμω και κάτι άλλο… (αυτό το τρέμω πιο πολύ). Τρέμω ότι θα χάσω γενικά όλους όσους αγαπώ και ειδικά εσένα… Απάντησα, λοιπόν, στην ερώτησή σου κ. Ζ. κι σε σένα λαλίστατο πουλάκι-ταχυδρόμε; Συγχωρέστε μου τον επιθετικό, ίσως, τόνο, όμως τα νεύρα μου δεν είναι καλά τελευταία. Όχι, δεν έχω θυμώσει με κανέναν απ’ τους δυο σας. Το αντίθετο. Είναι, τελικά, πολύ γλυκό να νοιάζονται για σένα… Έστω κι έτσι…
Θυμίζει κάτι από
αφιερώσεις,
καταθέσεις ψυχής
Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011
Something to remember...
"Τίποτα πια δεν με σοκάρει",είπα κι ανοίξαν οι ουρανοί. Κι εσύ βουβός, ο διάολος να σε πάρει, σαν δέντρο που κοιτάει ένα παιδί. Πνίγομαι στο βάθος σε κάτι βρώμικα νερά, θολά κι ορμητικά. Κι απ' όλους τους σωτήρες εσύ είσαι ο πιο λάθος, που είσαι πεύκο στην ακρογιαλιά. Είσαι ένα πεύκο στην ακρογιαλιά. Είσαι ένα πεύκο στην ακρογιαλιά. Στο δρόμο ένα ακορντεόν να παίζει, χόρεψα μονάχη στη βροχή. Χόρεψε,τα χρόνια να θυμάσαι όταν οι ρίζες δεν σε κάρφωναν στη Γη. Θα' ρθω να ξεκουραστώ στα κλαδιά σου. Θα φορέσω τα μαύρα μου γυαλιά, να μην μπορώ να δω την ερημιά σου, που είσαι πεύκο στην ακρογιαλιά. Είσαι ένα πεύκο στην ακρογιαλιά. Είσαι ένα πεύκο στην ακρογιαλιά.
Τι παραμύθι να σου πω; Ποια ιστορία; Να κοιμηθείς και να' χεις όνειρα γλυκά. Όλη η ζωή μου μια μεγάλη απορία, που θα λυθεί όταν θα φύγω μακριά. Σ' αυτόν τον κόσμο όλα έχουν παλιώσει και αυτό το σπίτι, οχυρό χωρίς κλειδιά. Παγόνια στήσαν στον μπαλκόνι του λημέρι και μια τσιγγάνα στην αυλή του τραγουδά. Πάψε να κλαις για ότι πέρασε σωστά. κλείσε τα μάτια σου και κοίταξε μπροστά. Πάμε μαζί και με βοριά και με νοτιά. Εδώ αρχίζει και τελειώνει η φωτιά. Τι παραμύθι να σου πω; Ποια ιστορία; Άγγελοι καίνε τα φτερά τους στις γωνιές. Κι εγώ το θαύμα περιμένω μες στα κρύα, απ' τους αλήτες, τα παιδιά, τους ποιητές.
Θα μου ετοιμάσεις τσάι γιασεμί και στη βαθιά θα κάτσω πολυθρόνα. Τις κεφαλές θα μου χαρίσεις τους Ερμή - της Πολυδούρη ένα χειρόγραφο- κι ακόμα ότι με νύχια γράφτηκε στο χώμα και πάνω στο δικό σου το κορμί. Θα κλείσεις τα παντζούρια και θ' ανάψεις το φως. Παράσταση θα δώσεις μια θυσία. Θα τυλιχτείς σ' ένα σεντόνι μοναχός, να υποδυθείς σ' ένα φιλί την προδοσία. Δυο χρόνια βρέχει κι έχει υγρασία. Τρελάθηκε σου φαίνεται ο καιρός. Θα βρέχει, θα χιονίζει, θα φυσά. Κι εμείς εδώ καλά προφυλαγμένοι. Θα' μαστε δυο ανυπεράσπιστα νησιά κι από το χάρτη της Ελλάδας πια σβησμένοι. Δεν θα με πείσεις. Ξέρεις τι συμβαίνει. Σκοινί δεν έχω, μήτε σκαλωσιά...
Τι παραμύθι να σου πω; Ποια ιστορία; Να κοιμηθείς και να' χεις όνειρα γλυκά. Όλη η ζωή μου μια μεγάλη απορία, που θα λυθεί όταν θα φύγω μακριά. Σ' αυτόν τον κόσμο όλα έχουν παλιώσει και αυτό το σπίτι, οχυρό χωρίς κλειδιά. Παγόνια στήσαν στον μπαλκόνι του λημέρι και μια τσιγγάνα στην αυλή του τραγουδά. Πάψε να κλαις για ότι πέρασε σωστά. κλείσε τα μάτια σου και κοίταξε μπροστά. Πάμε μαζί και με βοριά και με νοτιά. Εδώ αρχίζει και τελειώνει η φωτιά. Τι παραμύθι να σου πω; Ποια ιστορία; Άγγελοι καίνε τα φτερά τους στις γωνιές. Κι εγώ το θαύμα περιμένω μες στα κρύα, απ' τους αλήτες, τα παιδιά, τους ποιητές.
Θα μου ετοιμάσεις τσάι γιασεμί και στη βαθιά θα κάτσω πολυθρόνα. Τις κεφαλές θα μου χαρίσεις τους Ερμή - της Πολυδούρη ένα χειρόγραφο- κι ακόμα ότι με νύχια γράφτηκε στο χώμα και πάνω στο δικό σου το κορμί. Θα κλείσεις τα παντζούρια και θ' ανάψεις το φως. Παράσταση θα δώσεις μια θυσία. Θα τυλιχτείς σ' ένα σεντόνι μοναχός, να υποδυθείς σ' ένα φιλί την προδοσία. Δυο χρόνια βρέχει κι έχει υγρασία. Τρελάθηκε σου φαίνεται ο καιρός. Θα βρέχει, θα χιονίζει, θα φυσά. Κι εμείς εδώ καλά προφυλαγμένοι. Θα' μαστε δυο ανυπεράσπιστα νησιά κι από το χάρτη της Ελλάδας πια σβησμένοι. Δεν θα με πείσεις. Ξέρεις τι συμβαίνει. Σκοινί δεν έχω, μήτε σκαλωσιά...
Θυμίζει κάτι από
αφιερώσεις,
διασκευές,
καληνύχτες
Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011
Some Jars Of Marmalade
Πάλι κάπως αργά γράφω… Πάλι μαζεύτηκαν ένα σωρό πράγματα που θέλω να πω, ένα σωρό πράγματα που με πνίγουν, αλλά από πού ν’ αρχίσω; Ας ξεκινήσω από την αναμονή… Αυτήν την αναμονή που με σκοτώνει (και ποιον δεν σκοτώνει θα μου πεις;). Μια βδομάδα πέρασε περίπου. Έπρεπε να το’ χω πάρει απόφαση, όμως όχι. Εγώ εκεί, να επιμένω. Χιλιάδες αριστερά κλικ του ποντικιού μου, χιλιάδες «επισκέψεις» κι άλλες τόσες αναγνώσεις. Ξέρω ότι το έλαβες το μήνυμα, όμως, έχει αρχίσει να μην μου είναι αρκετό. Ανάμεσα σ’ αυτές τις άπειρες «επισκέψεις», ήταν αναμενόμενο να διαβάσω κάτι που θα μ’ ενοχλήσει. Κι ύστερα εκείνο το χαμόγελο μέχρι τα αυτιά κι η πιο γλυκιά καλημέρα που έχω ακούσει, μ’ έκαναν να χαμογελάσω λιγάκι. Ένα χαμόγελο τόσο πλατύ όσο το δικό σου, όμως από μέσα μου, γιατί στα χείλη μου σχηματίστηκε, ξανά, ένα υποτονικό χαμόγελο, που θα έλεγε κανείς ότι το έφτιαξα από ευγένεια και μόνο. Μα δεν είναι έτσι. Ώρες-ώρες θέλω τόσο πολύ να τρέξω και να στο φωνάξω. Να το μάθεις κι εσύ και όλοι. Όμως, είπαμε… Θα τα μάθεις όλα αργότερα.
Πήρα σήμερα την Κάτια τηλέφωνο. Είπα είμαι που είμαι σκατά, τι πειράζει να γίνω λίγο χειρότερα; Φυσικά, η ανόητη δεν σκέφτηκα ότι μπορεί να κοιμάται, οπότε το σήκωσε η Ελίζα. Άουτς! Αμηχανία. Δεν ήξερα τι να πω. Ούτε γεια δεν κατάφερα να ψελλίσω κι αυτή λες και κατάλαβε ποιος είναι, ένιωθα την ανάσα της όλο και πιο απειλητική. Λες και θα περνούσε το χέρι της απ’ το ακουστικό για να με στραγγαλίσει. Μ’ αυτή τη σκέψη έμεινα για λίγο ακόμα στο ακουστικό κι όταν πια το πήρα απόφαση ότι δεν πρόκειται να δω κανένα χέρι να ξεπετάγεται της ψιθύρισα ένα: «Συγγνώμη» κι έκλεισα. Είχα δύο επιλογές. Να μείνω σπίτι (στο δωμάτιό μου συγκεκριμένα), να χωθώ κάτω απ’ την κουβέρτα (ακόμα κι αν η μάνα μου έχει το καλοριφέρ στους 200 βαθμούς!!!), να πάρω τον αρκούδο μου μια σφιχτή αγκαλιά και, αν μπορώ, να σκάσω απ’ το πολύ το κλάμα. Ή να πάω να χορέψω, βγάζοντας όλη αυτήν την περισσευούμενη οργή, ενώ θα το παίζω χαρούμενη κι ανέμελη. Έκανα το δεύτερο. Σήμερα χόρεψα. Νομίζω ότι από σήμερα μπορώ να χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη. Ήταν η πρώτη φορά σ’ αυτούς τους 4 μήνες (Ναι, ναι, είμαι επαγγελματίας χορεύτρια! Όχι παίζουμε!), που ένιωσα ότι χόρεψα με την ψυχή μου (κι ας χορέψαμε τον πανάθλιο Ρουβά!:)).
Γύρισα σπίτι, λοιπόν, όμως ένιωθα το στομάχι μου να έχει δεθεί κόμπο. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΛΑΡΩΣΩ ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ!!!!!! Πήγα μέχρι το ψυγείο (κλασσική κίνηση!:P), κι έβαλα να πιω ένα ποτήρι γάλα. Oh yes! I needed it like sheet! Κι έτσι όπως πήγαινα να κλείσω την πόρτα, ακούω απ’ το επάνω ράφι τη μαρμελάδα να μου μιλάει: «Φάε μεεεεεεεεεεεεεεεε………….. Φάε μεεεεεεεεεεεεεεεεεεε………». Χαλάω εγώ χατίρι στις μαρμελάδες (ειδικά όταν είναι και σπιτικές);! JAMAIS!!! Έτσι κατέληξα στο δωμάτιό μου με δυο βαζάκια μαρμελάδας αγκαλιά κι ότι φρυγανιά, ψωμί και παξιμάδι είχαμε στο σπίτι. Τι διατροφή και ανοησίες… Εδώ μιλάμε για την απόλυτη χαλάρωση!!! Φυσικά, υπήρχαν και απώλειες απ’ αυτή τη μάχη με τα πιρούνια, τα κουτάλια, τα μαχαίρια, τα δάχτυλα (γιατί ως γνωστόν αν δεν φας μαρμελάδα με το δάχτυλο, δεν την απολαμβάνεις!), κι ότι άλλο έβρισκα μπροστά μου! Τρομερές απώλειες! Το πληκτρολόγιο και το ποντίκι κολλάνε καλύτερα κι από κόλλα στιγμής. Pretty disgusting. I know. Δεν βαριέσαι, όμως. Αύριο μέρα είναι… Θα καθαρίσουμε. Αν, βέβαια, δεν τα έχουν φάει τα μυρμήγκια, οι κατσαρίδες και τα λοιπά, γνωστά και πολυαγαπημένα έντομα!, μέχρι τότε!
Finito la musica. Passato la fiesta
Υ.Γ.1 Αισθάνομαι ότι γράφω, κάθε μέρα όλο και πιο πολύ, μόνο για σένα…. Για σένα μόνο, που λέει κι ο φίλος Κορκολής. Τυχαίο; Δεν νομίζω! (Ξέρω, ξέρω. Είμαι θεοπάλαβη. Δεν έχεις καταλάβει τίποτα. Πραγματικά τίποτα! Όμως είμαι σίγουρη ότι έχεις ένα από εκείνα τα υπέροχα χαμόγελα στα χείλη σου. Δεν πειράζει. Φτάνει που κατάλαβα εγώ. Καληνύχτα σου…)
Υ.Γ.2 Σχετικά με την ταινία («ο άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν»). Ξέρω είμαι αδικαιολόγητη!!!! Μπορείτε να με βρίσετε όσο θέλετε!!! Να πω για μία ακόμα φορά ότι δεν το ξέχασα!!! Αλήθεια! Απλά δεν θέλω να το βάλω μαζί με κάποια απ’ τις ανόητες εξομολογήσεις μου. Είναι πιο σοβαρό απ’ αυτές και θέλω να έχει τη δέουσα προσοχή κι από σας κι από μένα…. So it’s a promise!!! Μόλις βρω χρόνο, θα την κάνω την ανάρτηση!
Θυμίζει κάτι από
αφιερώσεις,
γλυκάκια,
καταθέσεις ψυχής
Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011
...Αθώοι...
Θέλουμε να τονίσουμε ότι δεν γράφουμε με προτροπή των καθηγητών μας. Δεν γράφουμε ψηφίσματα διαμαρτυρίας που μας υπαγορεύουν οι καθηγητές μας. Είμαστε μαθητές και μπορούμε να σκεφτόμαστε εξίσου καθαρά με εσάς! Μας ήταν ΑΔΥΝΑΤΟ να μείνουμε παθητικοί θιασώτες μπροστά σε μια τέτοια αδικία εις βάρος ανθρώπων που προσπαθούσαν να βοηθήσουν εμάς, τους μαθητές, χωρίς να έχουν κανέναν δόλο. Έτσι, προβήκαμε σε μια ειρηνική και το τονίζω αυτό, ειρηνική πορεία στην οποία θέλαμε να διαδηλώσουμε για την κατάφωρη αυτή αδικία. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τους στηρίξαμε σ’ αυτήν την υπόθεση. Ήμασταν μαζί τους καθ’ όλη τη διάρκεια της δικαστικής αυτής διένεξης και θα παραμείνουμε δίπλα τους μέχρι αυτή η υπόθεση να λήξει αισίως.
Οδηγήθηκαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου, ωσάν βαρυποινίτες να σημειώσουμε, επειδή θέλησαν να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία σε μαθητές που την είχαν ανάγκη. Κάπου εδώ υπάρχει μια ασάφεια. Οι μαθητές, οι οποίοι βοηθήθηκαν από τους καθηγητές, ήταν όλοι ιδιάζουσες περιπτώσεις. Ο ένας μαθητής με 80% αναπηρία, ο άλλος με χρόνια πάθηση και η μαθήτρια με ψυχολογικά προβλήματα. Κάτι ακόμα που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι οι «καταδικασθέντες» καθηγητές δεν πέρασαν στην επόμενη τάξη κανέναν τους. Αυτό που έκαναν ήταν να τους δώσουν την ευκαιρία να δώσουν εξετάσεις τον Σεπτέμβριο.
Η ψυχολογική τους κατάσταση; Τσακισμένη. Ο φόβος τους; Μεγάλος. Όχι γιατί έκαναν κάτι ανήθικο ή ξεδιάντροπο. Φόβος για το άγνωστο. Γίνεται εύκολα αντιληπτό το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι υπήρξαν νομότυποι σε ολόκληρη τη ζωή τους. Δεν είχαν παραβιάσει ποτέ το νόμο και δεν είχαν ξαναβρεθεί ποτέ ξανά σε καμία δικαστική διένεξη. Έτσι, ήταν φυσικό, να αισθανθούν κάποιο φόβο όταν εξετάζονταν από το τριμελές πλημμελειοδικείο, με πρωτόγνωρη σκληρότητα. Παρ’ όλα αυτά στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων χωρίς να δημιουργήσουν την παραμικρή φασαρία στην δικαστική αίθουσα, σε αντίθεση με την αντίδικη πλευρά.
Εκτός, όμως, από την καταρρακωμένη ψυχική διάθεση 41 καθηγητών, 4 γιατρών και 2 γονέων (που ήταν κατηγορούμενοι), το 2ο Γενικό Λύκειο Γιαννιτσών παρέμενε κλειστό, καθ’ όλη τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης. Ο λόγος; Η πλειοψηφία των «καταδικασθέντων» καθηγητών, δίδασκαν στο συγκεκριμένο σχολείο. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε, πραγματικά, για εμάς. Οι καθηγητές καταδικάστηκαν, γιατί «πέρασαν» μαθητές στην επόμενη τάξη, οι οποίοι είχαν ανεπαρκή φοίτηση. Εύλογα, προκύπτει η ερώτηση: «Ανεπαρκής είναι η φοίτηση μόνο των μαθητών, των οποίων οι απουσίες αναγράφονται στα απουσιολόγια;». Φυσικά και όχι! Χάθηκαν τόσες ώρες πολύτιμων μαθημάτων και ο μόνος λόγος που δεν θεωρείται η φοίτησή μας ανεπαρκής είναι επειδή τα απουσιολόγια δεν είχαν συμπληρωθεί! Εδώ φαίνεται για μία ακόμη φορά πόσο άδικη και επιπόλαιη υπήρξε η απόφαση του Δικαστηρίου.
Επιστρέφοντας στα σχολεία, έπειτα από 1,5 μήνα, η ψυχολογική κατάσταση των καθηγητών μας, τους εμπόδιζε να εκτελέσουν το καθήκον τους ως εκπαιδευτικοί. Οι ίδιοι δήλωσαν ότι θα προσπαθήσουν στο έπακρο για να το κατορθώσουν, όμως η δυσκολία είναι μεγάλη. Φανερά σαστισμένοι και έκπληκτοί, τόσο η μαθητική κοινότητα όσο και η υπόλοιπη κοινωνία των Γιαννιτσών, αποφασίσαμε να στηρίξουμε τους καθηγητές μας στον αγώνα που κάνουν για να αποδείξουν ότι είναι αθώοι. Έτσι, μαθητές και καθηγητές όλων των γυμνασίων και λυκείων των Γιαννιτσών, διαδήλωσαν υπέρ της αθωότητας των καθηγητών, ακολουθώντας ένα πανό, στο οποίο αναγραφόταν μία και μοναδική λέξη: «ΑΘΩΟΙ». Και πράγματι έτσι είναι. Το συνειδητοποιήσαμε καλύτερα εκείνη ακριβώς την στιγμή που βγήκαν από το σχολείο οι καθηγητές μας, κρατώντας στα χέρια το πανό και πραγματικά συγκινημένοι από τα συνθήματα που φωνάζαμε υπέρ τους, βούρκωσαν.
Δεν γίνεται λόγος απλά για την καταδίκη 41 καθηγητών, 2 γιατρών και 1 γονέα. Γίνεται λόγος για την κατά κόρον κονιορτοποίηση των αξιών και των θεσμών που διέπουν το σχολείο, αλλά και ολόκληρη την κοινωνία. Καταδικάστηκαν σε 12 μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή, άνθρωποι που δεν έκαναν τίποτα άλλο, παρά μόνο να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία σε 17χρονα παιδιά. Αν το Δικαστήριο, λοιπόν, θεωρεί ανθρώπους δήθεν νομότυπους παιδαγωγούς και δεν θεωρεί τους καθηγητές μας παιδαγωγούς, τότε χαιρόμαστε που τουλάχιστον αυτοί είναι άνθρωποι!!!
Θυμίζει κάτι από
αφιερώσεις,
για τους καθηγητές μας ρε γαμώτο
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












