Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Απομεινάρια


Μια βροχή από αστέρια που πέφτουν παραιτημένα. Από ψυχές που παραδίνονται στα περίεργα. Στα περίεργα εκείνα λουλούδια που φύτρωσαν στο εργοτάξιο και μέσα σε μια νύχτα εξαφανίστηκαν ή σ’ εκείνο το αυγουστιάτικο φεγγάρι που ήταν λες και κατάπινε τα βουνά. Περπατούσαμε σ’ ένα χωράφι με καλαμιές, που έφταναν τότε ως τη γάμπα μας, και κοιτούσαμε τα πόδια μας που είχαν ματώσει. Ανακαλύψαμε ένα «σπίτι», πίσω από εκείνο το τεράστιο δέντρο, κρυμμένο πίσω απ’ τους πυκνούς θάμνους και θέλαμε να το εξερευνήσουμε. Μέσα του κατοικούσαν μόνο ένα ράντζο σκεπασμένο με κάτι κουβέρτες και κάτι ράφια μ’ ένα κουτί που έγραφε μια μάρκα από καφέ. Δεν ξέραμε αν είχε πράγματι καφέ. Ούτε τώρα ξέρουμε. Κανείς δεν τόλμησε να το ανοίξει. Κανείς μας δεν τόλμησε ν’ αγγίξει τίποτα, παρά μόνο το πόμολο της πόρτας, που άνοιξε κι έκλεισε ύστερα για πάντα. Κινούμασταν αργά, τρομαγμένοι και εκστασιασμένοι από την ανακάλυψή μας. Μόνο την είσοδο την περάσαμε βιαστικά γιατί κρεμόταν από πάνω μας ένα μελίσσι και φοβηθήκαμε. Μείναμε ώρες εκεί μέσα, φτιάχνοντας ιστορίες για περίεργους ανθρώπους και ξεχασμένα όνειρα. Ήταν ένα δωμάτιο τρία επί τρία κι εμείς ήμασταν πολύ περισσότεροι απ’ όσοι θα χωρούσαν σ’ ένα δωμάτιο τρία επί τρία. Κι όμως χωρέσαμε. Τώρα έχουμε μείνει δύο ή τρεις κι αυτοί κατά λάθος, γιατί μας ξέχασαν.
Άλλους μας ξέχασε η ζωή, κι άλλους μας ξέχασε ο θάνατος. Τώρα, λοιπόν, έχουμε μείνει δύο ή τρεις και δεν χωράμε ή ακόμα κι αν χωρούσαμε, δεν θα αντέχαμε ούτε λεπτό ή ακόμα κι αν αντέχαμε, η πόρτα δεν θα άνοιγε ποτέ ξανά. Από εκείνο το απόγευμα, μ’ εκείνο το περίεργο φεγγάρι πάνω απ’ τα βουνά κι εκείνα τα περίεργα λουλούδια στο εργοτάξιο, η πόρτα δεν ξανάνοιξε ποτέ. Βυθισμένη στην ντροπή και τη θλίψη της, που ξεκλείδωσε τα μυστικά της και κανείς δεν τα σεβάστηκε, έμεινε σφραγισμένη τόσο καλά που δεν άφησε άλλη επιλογή, παρά μόνο να την γκρεμίσουν…

Πηγαίνω πού και πού στο χωράφι με τις καλαμιές, καρφώνω το βλέμμα μου στο χώμα και φαντάζομαι τις γάμπες μου να ματώνουν. Προχωράω και φτάνω στο σημείο, που ήταν κάποτε το δέντρο. Το προσπερνάω και με την φαντασία μου φτιάχνω πάλι τις πυκνές φυλλωσιές των θάμνων. Άραγε θα χωρούσα τώρα να περάσω; Προχωράω λίγο ακόμη και φτάνω. Από πάνω μου κρέμεται το μελίσσι και ευθεία μπροστά μου, στο ύψος των ματιών μου βλέπω την πόρτα. Την θέση της τώρα έχει πάρει ένα διώροφο κτίριο με πέτρινους τοίχους και αλουμινένια κουφώματα. Κάθομαι στο χώμα κι αρχίζει ένας αέναος θρήνος σιωπής συνοδευμένος από έναν επίπονο κλυδωνισμό, που ανακατεύει τις σκέψεις μέσα στο κεφάλι μου…

Στεκόταν στην μια μεριά, ενήλικας πια με λίγο μούσι και μακριά μαλλιά, και με αγνοούσε όπως κάνει πάντα. Και στην άλλη μεριά στεκόταν το 10χρονο παιδάκι που τόσο πολύ νοιαζόταν για μένα, και το έβλεπα να τρέχει προς το μέρος μου και να κουρνιάζει στην αγκαλιά μου, όπως τότε που ήμασταν παιδιά. Κι εγώ τον κράτησα. Τον κράτησα τόσο σφιχτά, που για λίγο πίστεψα ότι είχα γυρίσει πίσω τον χρόνο. Και γύρισα την πλάτη μου στον άλλον και προσποιήθηκα πως δεν υπήρχε. Προσποιήθηκα πως είμαστε πάλι παιδιά. Ζωντάνεψαν οι γρατσουνιές απ’ τους θάμνους που παίζαμε μικροί, οι ομπρέλες μας πήραν τη θέση που τους αξίζει στην παραλία, τα ποδήλατά μας επίσης και το κυριότερο ζωντανέψαμε εμείς. Όλοι μας. Οι γονείς της Μαρίας κατέβαιναν όπως πάντα μαζί για να δουν το ηλιοβασίλεμα, η νονά του Βασίλη άπλωνε όπως κάθε απόγευμα τα ρούχα, ο κ. Λάκης φρόντιζε τον κήπο, οι γυναίκες της γειτονιάς μαζεύονταν στην αυλή μας και συζητούσαν με τις ώρες με την γιαγιά μου, ο παππούς και ο «κουμπάρος» ετοίμαζαν την βάρκα για να πάνε για ψάρεμα κι εμείς τρέχαμε από πίσω τους μπλέκοντας τις πετονιές και μετά καθόμασταν στην παραλία και βλέπαμε την βάρκα να απομακρύνεται, κατασκευάζοντας ιστορίες για θαλάσσια τέρατα και φάλαινες, μέχρι που χανόταν απ’ τα μάτια μας. Ύστερα παίζαμε ποδόσφαιρο στον χωματόδρομο, εμποδίζοντας φυσικά οποιοδήποτε όχημα να περάσει. Μόνο τα ποδήλατα τα κατάφερναν. Αυτοκίνητα και μηχανές εγκλωβίζονταν λίγο μετά την στροφή από το μπουλούκι που σχηματίζαμε. Όταν σουρούπωνε για τα καλά ξεκινούσαμε το κρυφτό μέχρι τις 11 ή και τις 12, περίπου την ίδια ώρα που γύριζαν κι οι ψαράδες. Μαζευόμασταν όλοι τριγύρω τους κι αυτοί άνοιγαν τους κουβάδες και μας σύστηναν τα ψάρια ένα-ένα. Τώρα, οι γονείς της Μαρίας χώρισαν, η νονά του Βασίλη δεν ξαναήρθε από τότε που πέθανε ο άντρας της, η γιαγιά μου πέθανε κι αυτή, ο παππούς κι ο «κουμπάρος» – θείο Δημήτρη τον φωνάζω πια – μεγάλωσαν πολύ και δεν αντέχουν να πηγαίνουν για ψάρεμα, κι εμείς… Μεγαλώσαμε κι εμείς και διαλυθήκαμε. Έχουμε μείνει δύο ή τρεις κι αυτοί κατά λάθος, γιατί μας ξέχασαν. Άλλους μας ξέχασε η ζωή κι άλλους μας ξέχασε ο θάνατος…






                                                                                                          

4 σχόλια:

The exiled Hussar είπε...

Δεν λέω τίποτα από φόβο μην σκιάσω το κείμενο. Το νιώθω τόσο προσωπικό, τόσο δικό μου, σαν να είδες τι σκέφτομαι και να το έγραψες και μάλιστα το έκανες πολύ καλύτερα από όσο θα φανταζόμουν.
Την φωτογραφία εσύ την έβγαλες;

Flying.High.Dead.Angel είπε...

Να'σαι καλά,exiled Hussar.Κάτι τέτοιες ώρες συγχαίρω τον εαυτό μου για τον τίτλο που σας έδωσα: "σωσίβιες λέμβοι". Ναι εγώ την έβγαλα…

The exiled Hussar είπε...

Ψηφιακή ή φιλμ; Γιατί εάν είναι με φιλμ πρέπει να μου πεις πως κατάφερες τέτοια φωτογραφία.

Flying.High.Dead.Angel είπε...

Ψηφιακή...μια μικρούλα sony...τίποτα σπουδαίο.