Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αϋπνίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αϋπνίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Insomnia

El insomnia es mi castigo...

Τώρα γιατί το γράφω στα Ισπανικά, μην με ρωτάς...
Ίσως επειδή έχω ένα περίεργο συναίσθημα σήμερα πως είμαι ξένη. Ξένη στο σπίτι μου, ξένη στην πόλη μου. Μέχρι και στο σχολείο, όλα τα πρόσωπα ήταν ξένα. Ακόμα και οι πόρτες άλλαξαν χρώμα. Έγιναν ένα σκατουλο-περίεργο καφέ... Δυο αγκαλιές μόνο γνώριμες κι ύστερα πάλι τίποτα.


Κόσμε, καλημέρα...μάλλον.


Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

48 κι 6 ώρες...

Τέλειωσε το μπουκάλι με το κρασί, και τα παυσίπονα, κι οι μπύρες, τέλειωσαν και τα τσιγάρα μου. Κι ενώ θέλω να κλάψω, τέλειωσαν και τα δάκρυά μου. Άλλα περίμενα κι άλλα έγιναν. Κι όλα μέσα μου έχουν χαλάσει. Ίσως για την τρομακτική μου όψη να μην φταίει η αϋπνία. Ίσως να βγαίνει τώρα ότι σάπιο είχα μέσα μου. Και βαρέθηκα να μου λένε όλοι πώς ν’ αγαπάω. Βαρέθηκα να μου λένε πώς να σ’ αγαπάω. Κι εσύ…άλλα μου ‘λεγες στην αρχή κι άλλα κάνεις. Κι όλα μέσα μου έχουν χαλάσει. Και το μόνο που μου ‘μεινε να κάνω είναι να σπάω πράγματα για να εκτονωθώ, αλλά κι αυτό μετά από λίγο χάνει το ενδιαφέρον του. Αισθάνομαι ότι όλα γύρω μου αλλάζουν. Όλα μέσα μου αλλάζουν. Μα αυτό που τρέμω πιο πολύ είναι ότι όλοι γύρω μου αλλάζουν… Και στα λέω αυτά μετά από 48 κι 6 ώρες αϋπνίας…

Μην καπνίζεις τόσο. Σ' αγαπώ. Και να προσέχεις...Μην μου αλλάζεις. Πάγωσε στα χείλια ο καφές. Μην με ξεχάσεις...

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Δυόμιση πακέτα τσιγάρα


Ήμουν απ’ τους τελευταίους που μπήκαν στο αμφιθέατρο, οπότε κάθισα σε μια θέση μπροστά. Μας μοίρασαν τα θέματα, τους έριξα μια ματιά κι εκεί ήταν που είπα «φεύγω». Όχι γιατί δεν τα ήξερα. Δεν έφυγα. Βυθίστηκα στο κάθισμά μου κι έβγαλα το στυλό μου. Άναψα ένα τσιγάρο και ξεκίνησα με το πρώτο θέμα. «Απαγορεύεται το κάπνισμα» άκουσα μια φωνή. Χέσε μας σκέφτηκα. Έκανα πως δεν την άκουσα και συνέχισα απ’ την μια να ρουφάω τον καπνό κι απ’ την άλλη να διαβάζω τα ολοκληρώματα. Ήρθε τότε δίπλα μου ξερόβηξε και επανέλαβε: «Απαγορεύεται το κάπνισμα εδώ μέσα». Δεν μίλησα. Τράβηξα μόνο μια γερή τζούρα και πριν προλάβω να το σβήσω άκουσα από πίσω μου να λένε: «Ε, δεν πειράζει. Αν μας ενοχλήσει θα της πούμε εμείς και θα το σβήσει. Αφήστε την.» Χαμογέλασα κι εκείνη έφυγε χωρίς να πει τίποτα. Δεν το έσβησα τελικά. Και μετά άναψα κι άλλο, ύστερα άλλο ένα, έπειτα ακόμα δύο και μέχρι το τέλος της εξέτασης είχα τελειώσει το πακέτο. Ύστερα από 2.30 βασανιστικές ώρες παρέα με τον Διαφορικό και Ολοκληρωτικό Λογισμό, τουτέστιν Μαθηματικά, γύρισα σπίτι και με το που άνοιξα την πόρτα σκόνταψα πάνω στην βαλίτσα. Την άφησα επίτηδες εκεί για να την βλέπω και να θυμάμαι την απόφαση που πρέπει να πάρω και μάλιστα σύντομα. Για μία ακόμη φορά, λοιπόν, βρέθηκα στη μέση μιας μάχης, που παλεύουν τα «θέλω» με τα «πρέπει». Ξέρω τι πρέπει να κάνω, αλλά ξέρω ακόμα καλύτερα τι θέλω να κάνω. Και πρέπει μέσα σε λιγότερο από μία εβδομάδα να αποφασίσω. Μ’ ένα σάλτο πέρασα πάνω απ’ την βαλίτσα κι έφτασα στην πολυθρόνα του γραφείου. Πήρα κοντά μου το ποτήρι με το νερό κι άναψα κι άλλο τσιγάρο. Έξω έβρεχε καταρρακτωδώς και ο αέρας φυσούσε μανιασμένος. Άνοιξα το παντζούρι για να βλέπω την βροχή, όμως σε λίγα λεπτά άρχισε να ρίχνει χαλάζι και προτίμησα να κλείσω πάλι τα παντζούρια για να προστατέψω τα τζάμια. Χθες το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Γυρνούσα άσκοπα στο κρεβάτι στην αρχή, ύστερα εφιάλτες, και μετά πάλι απ’ την αρχή. Εκεί κάπου κατάλαβα ότι ως εδώ ήταν οι όμορφες τελευταίες βδομάδες που κοιμόμουν σαν άνθρωπος. Ξεκινάμε πάλι απ’ το μηδέν. Η μέρα σήμερα με βρήκε καθισμένη στην πολυθρόνα του γραφείου να βουλιάζω μέσα στις σκέψεις μου με δυόμιση πακέτα τσιγάρα άδεια…  


Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Δεν αλλάζουν οι άνθρωποι,μάτια μου


Αναθεματισμένες νύχτες. Ξέρεις ποιες λέω… Κάτι νύχτες που η ησυχία είναι τόσο τρομακτική που θέλεις ν’ ανάψεις μέχρι κι εκείνη την λάμπα στον διάδρομο που τρεμοπαίζει. Κι εγώ το κάνω. Την ανάβω και περιμένω. Κάποια στιγμή, όμως, τα φώτα σβήνουν και μένω μέσα στο σκοτάδι, προσπαθώντας στην αρχή να προσαρμόσω τα μάτια μου στο μαύρο. Κι όταν το καταφέρω, κουρνιάζω στην άκρη του καναπέ – σ’ εκείνη που μισώ, όμως, όχι στην άλλη – και περιμένω ν’ απαγγελθούν οι κατηγορίες. Χωρίς κανένα έλεος, λοιπόν, πέφτουν βροχή στο πάτωμα, και στον καναπέ, και πάνω μου και τελικά τις αναγνωρίζω όλες κι αυτές δεν σταματάνε μέχρι να ξημερώσει. Τότε αλλάζω θέση στον καναπέ, κάθομαι για λίγο στην άλλη άκρη μέχρι να συνέλθω και πηγαίνω στο κρεβάτι. Και δεν με πειράζει που πια δεν κοιμάμαι καθόλου τα βράδια. Μόνο να, είναι κάτι που με βασανίζει. Κάτι που δεν θα καταλάβω ποτέ, αλλά ούτε και πρόκειται να αποβάλω. Δεν μπορώ να πω ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Υπάρχει κάτι, όμως, που μ’ εμποδίζει να χαρώ, μ’ εμποδίζει να το ζήσω. «Είναι αυτή η μόνιμη κατάθλιψη που έχετε εσείς οι συγγραφείς». Έτσι μου ‘χε πει ένα απόγευμα η Βάσω, μετά από ένα κουτί τούρτα παγωτού. Παραμύθιασα, λοιπόν, τον εαυτό μου ότι τάχα μας πείραξε το γλυκό και δεν έδωσα συνέχεια. Όμως, δεν είχε κι άδικο. Υπάρχει «κάτι» μέσα μου…πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει, γιατί δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, μάτια μου. Αλλάζουν οι καιροί, κι οι καταστάσεις, κι ο κόσμος γύρω μας, κι ο κόσμος μακριά μας… Μα εσύ, κι εγώ και όλοι μένουμε ίδιοι. Μένουμε ίδιοι στους αιώνες των αιώνων – χωρίς «αμήν». Κι η μονιμότητά μας αυτή μας φθείρει και κουράζει. Βαλτώνουμε με τον καιρό και τρέχουμε στο άγνωστο, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να ξεφύγουμε απ’ το γνωστό. Μα το «γνωστό» το κουβαλάς μέσα σου, το σέρνεις στους χωματόδρομους που τρέχεις, το βουλιάζεις στους βρώμικους βάλτους που βουτάς, το γδέρνεις στις άκρες των βουνών που σκαρφαλώνεις και τελικά το αγκαλιάζεις ηττημένος. Το αγκαλιάζεις είτε τ’ αγαπάς είτε όχι. Το αγκαλιάζεις γιατί δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, μάτια μου…

ΥΓ. Μετά από πολύ καιρό, έγραψα πρώτα σ’ ένα φύλλο χαρτί. Πόσο εύκολα την ξεχνάμε την αξία της μουτζούρας.


 "Σταματήσαμε να ψάχνουμε για τέρατα κάτω απ'το κρεβάτι μας, όταν καταλάβαμε ότι βρίσκονται μέσα μας."