Κι είναι κι αυτοί οι άνθρωποι, που έρχονται στην ζωή σου κι
είναι απλά περαστικοί. Τους συναντάς μετά από χρόνια κι όλα έχουν αλλάξει. Βάζεις
κάτω το κεφάλι και φεύγεις τρέχοντας, να σωθείς απ’ την αλήθεια. Κλείνεις την πόρτα
πίσω σου, στέκεσαι στην άκρη κι ύστερα βάζεις τα κλάματα. Κλαις γι’ αυτά που
λησμόνησες, κι ύστερα κλαις γι’ αυτά που δεν θα μπορέσεις ποτέ να λησμονήσεις. Θρηνείς.
Θρηνείς για τον άνθρωπο που έχασες. Θρηνείς, γιατί ξέρεις ότι δεν θα μπορέσεις
ποτέ πια να τον έχεις. Γιατί μερικοί άνθρωποι στην ζωή σου και είναι απλά περαστικοί,
κι αν ποτέ προσπαθήσεις να τους κρατήσεις παραπάνω, χάνουν το νόημά τους κι είναι
σαν να μην υπήρξαν ποτέ...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα (κατα)θλιψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα (κατα)θλιψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013
Περαστικοί
Θυμίζει κάτι από
(κατα)θλιψη,
ακούς;,
αναθεματισμοί,
τι στο διάλολο
Πέμπτη 5 Απριλίου 2012
Η ευτυχία είναι στιγμές...
Η ευτυχία είναι στιγμές, λένε… Το πρώτο παγωτό του καλοκαιριού, το τέλος της αγαπημένης σου ταινίας, ένα συνωμοτικό βλέμμα με τους φίλους σου, το χέρι του μέσα στο δικό σου. Κι έρχεται ένα βράδυ που παίρνεις χαρτί και μολύβι, να μετρήσεις. Γυρνάς τόσο πίσω όσο σου επιτρέπει η μνήμη σου κι αρχίζεις… Κι όταν συνειδητοποιήσεις πως οι ευτυχισμένες σου στιγμές είναι τόσο λίγες ή τόσο ασήμαντες σε σχέση με τις άλλες, αρχίζεις και τα βάζεις με τους άλλους. Έφταιγε η μάνα μου που με παράτησε. Κι ύστερα έφταιγε κι η λατρεμένη μου που πέθανε κι ο Λάζαρος που με πλήγωσε. Κι η Γωγώ, κι η Βούλα, κι ο Γιώργος, κι ο Ανδρέας, κι η Χρύσα…Και μετά πέθανε κι ο Γιάννης. Κι όταν δεν βλέπει κανείς, αφήνω την αλήθεια μου ελεύθερη και τ’ ομολογώ – ψιθυριστά πάντα – στον εαυτό μου. Ο μεγαλύτερός μου φόβος είναι μήπως καταλήξω μόνη μου. Μήπως μ’ αφήσουν κι αυτοί που απέμειναν να μ’ αγαπάνε. Γι’ αυτό άλλες φορές τους διώχνω όλους μακριά για να ‘ναι μετά λιγότερος ο πόνος, ή κάποιες άλλες πιέζομαι για να ‘μαι τέλεια, όπως θα με ήθελαν. Κι έρχονται στιγμές που κλαίω κι αναρωτιέμαι: Πώς την έκανα έτσι την ζωή μου;
Θυμίζει κάτι από
(κατα)θλιψη,
καταθέσεις ψυχής
Κυριακή 18 Μαρτίου 2012
Ουρανός
Τι ξαστεριά κι απόψε; Νρέπομαι...
Θυμίζει κάτι από
(κατα)θλιψη,
καταθέσεις ψυχής
Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012
Δυόμιση πακέτα τσιγάρα
Ήμουν απ’ τους τελευταίους που μπήκαν στο αμφιθέατρο, οπότε κάθισα σε μια θέση μπροστά. Μας μοίρασαν τα θέματα, τους έριξα μια ματιά κι εκεί ήταν που είπα «φεύγω». Όχι γιατί δεν τα ήξερα. Δεν έφυγα. Βυθίστηκα στο κάθισμά μου κι έβγαλα το στυλό μου. Άναψα ένα τσιγάρο και ξεκίνησα με το πρώτο θέμα. «Απαγορεύεται το κάπνισμα» άκουσα μια φωνή. Χέσε μας σκέφτηκα. Έκανα πως δεν την άκουσα και συνέχισα απ’ την μια να ρουφάω τον καπνό κι απ’ την άλλη να διαβάζω τα ολοκληρώματα. Ήρθε τότε δίπλα μου ξερόβηξε και επανέλαβε: «Απαγορεύεται το κάπνισμα εδώ μέσα». Δεν μίλησα. Τράβηξα μόνο μια γερή τζούρα και πριν προλάβω να το σβήσω άκουσα από πίσω μου να λένε: «Ε, δεν πειράζει. Αν μας ενοχλήσει θα της πούμε εμείς και θα το σβήσει. Αφήστε την.» Χαμογέλασα κι εκείνη έφυγε χωρίς να πει τίποτα. Δεν το έσβησα τελικά. Και μετά άναψα κι άλλο, ύστερα άλλο ένα, έπειτα ακόμα δύο και μέχρι το τέλος της εξέτασης είχα τελειώσει το πακέτο. Ύστερα από 2.30 βασανιστικές ώρες παρέα με τον Διαφορικό και Ολοκληρωτικό Λογισμό, τουτέστιν Μαθηματικά, γύρισα σπίτι και με το που άνοιξα την πόρτα σκόνταψα πάνω στην βαλίτσα. Την άφησα επίτηδες εκεί για να την βλέπω και να θυμάμαι την απόφαση που πρέπει να πάρω και μάλιστα σύντομα. Για μία ακόμη φορά, λοιπόν, βρέθηκα στη μέση μιας μάχης, που παλεύουν τα «θέλω» με τα «πρέπει». Ξέρω τι πρέπει να κάνω, αλλά ξέρω ακόμα καλύτερα τι θέλω να κάνω. Και πρέπει μέσα σε λιγότερο από μία εβδομάδα να αποφασίσω. Μ’ ένα σάλτο πέρασα πάνω απ’ την βαλίτσα κι έφτασα στην πολυθρόνα του γραφείου. Πήρα κοντά μου το ποτήρι με το νερό κι άναψα κι άλλο τσιγάρο. Έξω έβρεχε καταρρακτωδώς και ο αέρας φυσούσε μανιασμένος. Άνοιξα το παντζούρι για να βλέπω την βροχή, όμως σε λίγα λεπτά άρχισε να ρίχνει χαλάζι και προτίμησα να κλείσω πάλι τα παντζούρια για να προστατέψω τα τζάμια. Χθες το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Γυρνούσα άσκοπα στο κρεβάτι στην αρχή, ύστερα εφιάλτες, και μετά πάλι απ’ την αρχή. Εκεί κάπου κατάλαβα ότι ως εδώ ήταν οι όμορφες τελευταίες βδομάδες που κοιμόμουν σαν άνθρωπος. Ξεκινάμε πάλι απ’ το μηδέν. Η μέρα σήμερα με βρήκε καθισμένη στην πολυθρόνα του γραφείου να βουλιάζω μέσα στις σκέψεις μου με δυόμιση πακέτα τσιγάρα άδεια…
Θυμίζει κάτι από
(κατα)θλιψη,
αϋπνίες
Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012
Δεν αλλάζουν οι άνθρωποι,μάτια μου
Αναθεματισμένες νύχτες. Ξέρεις ποιες λέω… Κάτι νύχτες που η ησυχία είναι τόσο τρομακτική που θέλεις ν’ ανάψεις μέχρι κι εκείνη την λάμπα στον διάδρομο που τρεμοπαίζει. Κι εγώ το κάνω. Την ανάβω και περιμένω. Κάποια στιγμή, όμως, τα φώτα σβήνουν και μένω μέσα στο σκοτάδι, προσπαθώντας στην αρχή να προσαρμόσω τα μάτια μου στο μαύρο. Κι όταν το καταφέρω, κουρνιάζω στην άκρη του καναπέ – σ’ εκείνη που μισώ, όμως, όχι στην άλλη – και περιμένω ν’ απαγγελθούν οι κατηγορίες. Χωρίς κανένα έλεος, λοιπόν, πέφτουν βροχή στο πάτωμα, και στον καναπέ, και πάνω μου και τελικά τις αναγνωρίζω όλες κι αυτές δεν σταματάνε μέχρι να ξημερώσει. Τότε αλλάζω θέση στον καναπέ, κάθομαι για λίγο στην άλλη άκρη μέχρι να συνέλθω και πηγαίνω στο κρεβάτι. Και δεν με πειράζει που πια δεν κοιμάμαι καθόλου τα βράδια. Μόνο να, είναι κάτι που με βασανίζει. Κάτι που δεν θα καταλάβω ποτέ, αλλά ούτε και πρόκειται να αποβάλω. Δεν μπορώ να πω ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Υπάρχει κάτι, όμως, που μ’ εμποδίζει να χαρώ, μ’ εμποδίζει να το ζήσω. «Είναι αυτή η μόνιμη κατάθλιψη που έχετε εσείς οι συγγραφείς». Έτσι μου ‘χε πει ένα απόγευμα η Βάσω, μετά από ένα κουτί τούρτα παγωτού. Παραμύθιασα, λοιπόν, τον εαυτό μου ότι τάχα μας πείραξε το γλυκό και δεν έδωσα συνέχεια. Όμως, δεν είχε κι άδικο. Υπάρχει «κάτι» μέσα μου…πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει, γιατί δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, μάτια μου. Αλλάζουν οι καιροί, κι οι καταστάσεις, κι ο κόσμος γύρω μας, κι ο κόσμος μακριά μας… Μα εσύ, κι εγώ και όλοι μένουμε ίδιοι. Μένουμε ίδιοι στους αιώνες των αιώνων – χωρίς «αμήν». Κι η μονιμότητά μας αυτή μας φθείρει και κουράζει. Βαλτώνουμε με τον καιρό και τρέχουμε στο άγνωστο, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να ξεφύγουμε απ’ το γνωστό. Μα το «γνωστό» το κουβαλάς μέσα σου, το σέρνεις στους χωματόδρομους που τρέχεις, το βουλιάζεις στους βρώμικους βάλτους που βουτάς, το γδέρνεις στις άκρες των βουνών που σκαρφαλώνεις και τελικά το αγκαλιάζεις ηττημένος. Το αγκαλιάζεις είτε τ’ αγαπάς είτε όχι. Το αγκαλιάζεις γιατί δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, μάτια μου…
ΥΓ. Μετά από πολύ καιρό, έγραψα πρώτα σ’ ένα φύλλο χαρτί. Πόσο εύκολα την ξεχνάμε την αξία της μουτζούρας.
Θυμίζει κάτι από
(κατα)θλιψη,
ακούς;,
αναθεματισμοί,
αϋπνίες
Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012
Le Retour...
Τέλος τα ψέματα… Φτιάχνω βαλίτσα κι αποχαιρετώ τους δικούς μου, αλλά κι αυτούς που δεν είναι δικοί μου. Τους αποχαιρετώ κι αυτή τη φορά δεν θα δακρύσω επειδή θα μου λείψουν, έχοντας μια κρυφή ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά… Γιατί πολύ απλά, αυτήν την φορά δεν κάνω υποθέσεις, αλλά ξέρω τι γίνεται. Φεύγω, λοιπόν, και για πρώτη φορά στην ζωή μου περπατάω και δεν μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου… Φεύγω κι αυτήν την φορά παίρνω μαζί μου και τα βιβλία μου… Τα λατρεμένα μου βιβλία, για να διαβάζω όταν θα με πιάνει η κατάθλιψή μου. Φεύγω και ξέρω ότι εκεί θα αισθάνομαι πιο μόνη από ποτέ. Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο; Εκεί θα είμαι πιο μόνη από ποτέ… Καλό μου ταξίδι, λοιπόν…
Θυμίζει κάτι από
(κατα)θλιψη,
αποχαιρετισμοί,
αφιερώσεις
Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011
Πάει ο παλιός ο χρόνος...
Διάβασα σήμερα το blog μου απ’ την αρχή κι αναρωτιόμουν: πόσο φυσιολογικό είναι να διαβάζεις την ζωή σου σ’ ένα βράδυ; Πόσο απογοητευτικό είναι μέσα σ’ έναν ολόκληρο χρόνο, να μην έχει αλλάξει ουσιαστικά τίποτα; Και πόσο μεγάλη δικαίωση μπορείς να αισθανθείς γιατί ήξερες από τότε την συνέχεια; Έτσι, λοιπόν, με τους ίδιους φόβους που «υποδέχθηκα» το 2011 το αποχαιρετώ, και με την ίδια ακριβώς αντίδραση «υποδέχομαι» και το 2012… Άλλος ένας χρόνος, λοιπόν, φεύγει οσονούπω. Άλλος ένας αναθεματισμένος χρόνος στις πλάτες μας, αυτή τη φορά με τους περισσότερους φόβους να ‘χουν εκπληρωθεί. Κατά τα άλλα τα ίδια… Μέχρι και το δώρο του περίφημου Αγίου ήταν το ίδιο. Δεν είναι εποχές για πειράματα τώρα… Και πολύ φοβάμαι ότι θα περάσω όλα τα βράδια που μου απομένουν να περάσω στην «πατρίδα», ξύπνια γιατί έτσι ο χρόνος δεν περνάει τόσο γρήγορα. Καλά κατάλαβες. Δεν θέλω να φύγω. Όχι μόνο γιατί είμαι στην άλλη άκρη της Ελλάδας και μου λείπουν οι άνθρωποί μου, αλλά και γιατί δεν με γεμίζει αυτό που κάνω. Δεν μου αρέσει αυτό που κάνω και δεν το κάνω καλά… Και πίστεψέ με, δεν είναι καλύτερα, έτσι… Όμως, τι να κάνω; Συμβιβάζομαι κι εγώ, όπως κάνουν όλοι, όπως μου λένε όλοι ότι πρέπει να κάνω. Σςςς ησυχία… Μια χαρά είσαι και μην μιλάς καθόλου. Αυτό κάνω, λοιπόν κι εγώ. Δεν μιλάω καθόλου. Κι ας βασανίζομαι τα βράδια, κι ας πλαντάζω κάθε φορά που σκέφτομαι τι κάνω – ή καλύτερα τι δεν κάνω. Τις μέρες που είμαι εδώ…όλη μέρα – κυρίως βράδυ – με τα κορίτσια. Και μ’ αρέσει. Το απολαμβάνω, κι ας με σέρνουν στα clubs και στα μπουζούκια (ναι άλλο κι αυτό…την πρωτοχρονιά θα πάω μπουζούκια…τρέμε νύχτα! έρχομαι!). Μου έλειψαν, νομίζω, περισσότερο απ’ όλους κι απ’ όλα κι όσο κι αν ψάχνω δεν βρίσκω τίποτα αντάξιό τους εκεί κάτω. Ας μην επεκτείνομαι, όμως… Ένας απολογισμός του 2011, νομίζω ότι είναι ο καταλληλότερος επίλογος… Υπήρξε δύσκολη χρονιά… Πολύ δύσκολη. Όμως, ταυτόχρονα, ήταν και όμορφη χρονιά, γιατί είχα τους ανθρώπους μου δίπλα μου. Είχα τα κορίτσια να μου συμπαραστέκονται, τον Μάριο να λέει κρύα αστεία και να μας κάνει να γελάμε με την βλακεία του, είχα την λατρεμένη Blood να συμμερίζεται τα συναισθήματα και τους φόβους μου, είχα το Μαράκι να με συμβουλεύει για να μην τα κάνω πιο σκατά απ’ ότι τα είχα ήδη κάνει και… είχα όμορφα και ενθαρρυντικά λόγια ακριβώς τις στιγμές που τα χρειαζόμουν. Πράγματα, που δεν τα ‘χω πια. Άλλα γιατί δεν το επιτρέπει η απόσταση κι οι υποχρεώσεις κι άλλα, γιατί δεν συμβουλεύτηκα την Μαρία και δεν μπόρεσα να περιορίσω τον εγωισμό μου. Αυτά, λοιπόν, για το 2011 κι απ’ ότι φαίνεται η ευχή μου για τον νέο χρόνο, δυστυχώς, δεν έπιασε… Εδώ θα ‘μαι, όμως, και θα συνεχίσω να κάνω ευχές, μέχρι την στιγμή που δεν θα μου το επιτρέπουν οι καιροί, αλλά κυρίως, μέχρι την στιγμή που δεν θα μου το επιτρέπει ο εαυτός μου… Ευτυχισμένο το 2012, λοιπόν…
Θυμίζει κάτι από
(κατα)θλιψη,
απογοήτευση,
γιορτές
Δευτέρα 4 Απριλίου 2011
"...Δυο τρεμάμενα αστέρια στον ουρανό..."
Ακόμα μια μέρα πέρασε και πλησιάζουμε. Πλησιάζουμε, πού; Δεν ξέρω να σου πω… Αυτό που ξέρω να σου πω είναι ότι ήλπιζα να κάνω μια ανάρτηση που να γράφει μόνο: Όλα καλά και να το εννοώ. Κι επίσης ξέρω ότι ακόμα ένα βράδυ τράβηξα μια γραμμή σ’ εκείνο το αυτοσχέδιο ημερολόγιο που βρίσκεται πάντα κάτω απ’ την ζωγραφιά της Υρώς και πάνω από εκείνες τις άδοξες προσπάθειες να γράψω κάτι. Κι επίσης ξέρω ότι δεν είναι όλα καλά και πως δεν μπορώ να το γράψω. Όμως έτσι για αντίδραση, θα το γράψω κι ας είναι ψέμα.
Όλα καλά, λοιπόν…
Ένα ακόμα βράδυ φτάνει στο τέλος του, με τα μάτια μου να καίνε και το κεφάλι μου να με πονά αφόρητα απ’ την προσπάθεια να συγκρατήσω τα δάκρυα. Τα καταφέρνω. Κάθε φορά τα καταφέρνω. Όμως, μέχρι πότε; Και δεν κλαίω γιατί μου φωνάζει. Ούτε γιατί με νευριάζει. Να,… είναι που περιμένει τόσα πολλά από μένα, είναι που περιμένουν τόσα πολλά από μένα κι εγώ δεν είναι ότι δεν μπορώ… απλά δεν θέλω. Έτσι για το «γαμώτο»! – Μα για το «γαμώτο» θα χαραμίσεις την καριέρα σου, θα μου πεις… Ναι. Για ένα «γαμώτο». Και ξέρεις γιατί; Γιατί ποτέ σου δεν με ρώτησες:
– Τι θέλεις να κάνεις, όταν τελειώσεις; Πάντα με ρωτούσες: – Πού θέλεις να σπουδάσεις; ή – Τι θέλεις να περάσεις; Ενώ αυτό που θέλω να κάνω δεν σπουδάζεται και δεν μαθαίνεται σε θρανία ή σχολικά βιβλία. Δεν μπορεί κανένας στεγνός, απρόσωπος και γλοιώδης καθηγητής να μου διδάξει αυτά που επιθυμώ. Μπορείς, μήπως εσύ να μου πεις γιατί φτιάχτηκε ο κόσμος; Ποια η χρησιμότητα των ανθρώπων σ’ αυτή τη Γη, αφού μόνο να την καταστρέφουν και να την περιφρονούν ξέρουν; Γιατί υπάρχει ο θάνατος και γιατί να ζήσω να τον δω; Τι είναι η ζωή και τι είναι πίστη; Ποιος είναι ο Θεός και γιατί υπάρχει; Τα γράφουν αυτά τα βιβλία σου; Δεν τα γράφουν… Γιατί αν τα έγραφαν, δεν θα με διάβαζες. Κι εγώ, δηλαδή, δεν θα είχα τι να γράψω. Όπως έλεγα, λοιπόν, πέρασε ακόμα ένα βράδυ μ’ ένα φτιαχτό χαμόγελο σε μια διαδρομή απ’ την εξώπορτα μέχρι την πόρτα του δωματίου μου. Το φοράω και δεν το βγάζω αυτό το χαμόγελο μέχρι να κλείσει πίσω μου η πόρτα και να σιγουρευτώ πως ο καθένας είναι στη θέση του. Κι αν καμιά φορά ξεχαστώ και καθρεφτιστεί η ψυχή μου στο βλέμμα μου, ακούω πάντα την ίδια φράση με τον ίδιο παιχνιδιάρικο τόνο (που οφείλω να ομολογήσω ότι θα μου λείψει τα βράδια που δεν θα ‘μαι καλά): – Τι έχει το κοριτσάκι μου εμένα; Αμέσως σηκώνω το βλέμμα, φτιάχνω ένα χαμόγελο (αυτή τη φορά αληθινό) κι οι λέξεις λες και βγαίνουν από μόνες τους κάθε φορά: – Τίποτα, μπαμπάκα, λίγο κουρασμένη είμαι. Κι έχω τη συνείδησή μου καθαρή, γιατί δεν του λέω ψέματα. Είμαι κουρασμένη. Κουρασμένη απ’ τα ηλίθια «πιστεύω» μου, απ’ τις ανόητες φιλοδοξίες μου, απ’ τα χαζά μου όνειρα κι από μένα την ίδια.
– Έλα, πάψε πια να παραπονιέσαι! Δες τι γίνεται στον κόσμο!!! Κι εσύ μυξοκλαίς…γιατί; Για το τίποτα!
Καλά τα λες φίλε μου. Κλαίω για το τίποτα… Ω, συγγνώμη. Μυξοκλαίω, ήθελα να πω, για το τίποτα. Γιατί αν δεν μυξοκλάψω τώρα, τώρα που ξέρω ότι είναι οι τελευταίες μέρες που βλέπω τους ανθρώπους μου (γιατί, όσο κι αν θέλω να κρατάω αποστάσεις, είναι οι άνθρωποί μου), πότε θα μυξοκλάψω; – Οι τελευταίες μέρες; Είσαι τρελή! θα μου πεις… Μάλιστα, οι τελευταίες μέρες, γιατί πράγματι είμαι τρελή και δεν ξέρω αν θα γυρίσω ποτέ ή αν θα ζήσω για να γυρίσω. Κι αν γυρίσω, πού να πάω; Στον μπαμπά μου; Εντάξει, το βράδυ θα πηγαίνω σ’ αυτόν. Τα πρωινά, όμως, το μεσημέρι και τ’ απογευματάκι, ποιος θα με περιμαζεύει; Και σ’ εσένα ακόμη γνωστέ μου άγνωστε, δεν θα μπορώ να ‘ρθω… Μα, δεν θα με θυμάσαι! Δεν σε κατηγορώ. Είσαι απ’ τη φύση σου έτσι κι ούτε που το καταλαβαίνεις. Το κάνεις ασυναίσθητα.
Με κοροϊδεύει η Α. που δεν την αφήνω να καπνίσει, ενώ εγώ έχω ήδη αρχίσει. –Μπα, για σένα δηλαδή κάνει, αλλά για μένα όχι; μου το ‘λεγε, μου το ξανάλεγε… Εγώ είμαι χαμένη υπόθεση της έλεγα, καμένο χαρτί, της ξανάλεγα και απορούσε. Δεν είχα άλλη επιλογή. Της έδειξα τα κοψίματα στα δάχτυλά μου. Όχι να το παινευτώ, αλλά είναι περίτεχνα κοψίματα. Διακριτικά, δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά, αρκετά βαθειά για να τρέξουν λίγο αίμα και να κάνουν τη δουλειά τους. Εξαγνισμό, κάθαρση, βιολογικό καθαρισμό,… ανωμαλία, όπως θέλεις πες το… Δεν με νοιάζει… Και ξέρεις, Exiled Hussar, αναρωτιόμουν κι εγώ αν γεννηθήκαμε σε λάθος στιγμή. Σε λάθος πόλη ή χώρα; Σε λάθος κόσμο, μήπως; Μήπως γράφουν γι’ αυτά τα βιβλία σου; Και πάλι δεν νομίζω. Αλλιώς δεν θα είχες λόγο να ξοδεύεις τον χρόνο σου έτσι και να με διαβάζεις… Κι εγώ νομίζω δεν θα είχα τι να γράψω. Στο ξανάπα αυτό, έτσι δεν είναι…;;; Κι αυτόν τον τίτλο που διάλεξα τον έβαλα σε εισαγωγικά γιατί δεν θυμάμαι πού το διάβασα. Μπορεί να το έγραψε κάποιος μεγάλος ποιητής, κάποια ερωτοχτυπημένη στο Facebook, κάποιος μέσα σ' ένα blog. Μπορεί να το έγραψα κι εγώ...Μην με πιέζεις, σου λέω, δεν θυμάμαι...
Θυμίζει κάτι από
(κατα)θλιψη,
(para)normal
Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011
"My Body Is A Cage"
Κάποιες στιγμές την κατάθλιψή μου την γουστάρω. Αφήνομαι, με τυλίγει η δίνη της και μένω εκεί μέσα για μέρες, βδομάδες ή και μήνες. Κάποιες άλλες τη μισώ, όμως φοβάμαι πως χωρίς αυτήν θα πάψω να κάνω το μοναδικό πράγμα που μπορώ να κάνω, να γράφω. Κι αυτό είναι που με κάνει τόσο δα σημαντική, ξεχωριστή. Χωρίς αυτό…τι; Κάποιες άλλες πάλι μου φαίνεται πως εγώ την κυνηγάω και κάθε στιγμή – όμως κάθε στιγμή – ξέρω ότι την αξίζω. Και κάποιες φορές που είμαι απόμακρη, ψυχρή ή δύστροπη μην με παρεξηγείς. Να, είναι που θέλω να σε προστατέψω από μένα και που θέλω να με προστατέψω από μένα και ίσως να θέλω να σε απαλλάξω από την παρουσία μου. Η ψυχή μου επιθυμεί τόσο πολλά, όμως το σώμα μου την περιορίζει, οι δυνάμεις μου μ’ εγκαταλείπουν και συνήθως αφήνω τα πάντα μισοτελειωμένα. Και με μισώ γι’ αυτό. Αυτός είναι ο λόγος που βάλθηκα να τελειώσω με τη Βάσω τα stencil κι ας τρέχω και δεν φτάνω. Σήμερα, έβγαλε το συμπέρασμα ότι τη βαριέμαι τη δουλειά που κάνω. Κι εδώ που τα λέμε, ένας λογικός άνθρωπος, θα σκεφτόταν πως το να κόβεις μικρά μικρά κομματάκια σ’ ένα τραπεζομάντιλο δεν πρέπει να’ ναι και πολύ ευχάριστο. Κι όμως… Κάθε μέρα περιμένω τη στιγμή που θα κλειστούμε μέσα στη βιβλιοθήκη με τη μουσική να παίζει, άλλοτε έντεχνα, άλλοτε ροκ κι άλλοτε να βάζει η Βάσω παιδικά τραγούδια, να πούμε ότι πιο τρελό και χαζό μας έρθει στο μυαλό. Να κάνουμε εκείνες τις υπέροχες συζητήσεις που δεν έχουν αρχή, μέση, τέλος, ούτε συνοχή και δεν βγάζουν κανένα απολύτως νόημα. Κι όμως καταλαβαινόμαστε. Μ’ έναν περίεργο τρόπο μεν, αλλά καταλαβαινόμαστε. Αισθάνομαι ότι κάνω κάτι, ότι βοηθάω κάπου κι είχα πολύ καιρό να νιώσω έτσι. Με τον καιρό το πήραμε το κολάι και φεύγουν οι ζωγραφιές η μια μετά την άλλη. Σε λίγο θα τελειώσουμε. Τι κρίμα… Δεν ανησυχώ, όμως. Όλο και κάτι θα βρούμε να κάνουμε. Όπως εκείνη τη φορά που πλέκαμε σακούλες για να φτιάξουμε καρέκλες, ή την άλλη που είχαμε ξεσηκώσει ότι βιβλία και ιστοσελίδες υπήρχαν για να βρούμε τους 5 ή 6 πιο σημαντικούς ανθρώπους στην ιστορία της ανθρωπότητας. Είχαμε καταλήξει σε περίπου 50… Άντε να βγάλεις άκρη. Ή εκείνη τη φορά που μου μιλούσε για το Θεό κι έχει αυτήν την εκπληκτική ικανότητα να με κάνει να βγάζω τον σκασμό και ν’ ακούω τόσο προσεκτικά – σχεδόν ευλαβικά – όπως ακούει ένα παιδί τα παραμύθια. Ή την άλλη φορά που τρέχαμε από βιβλιοπωλείο σε βιβλιοπωλείο για να βρούμε ένα συγκεκριμένο βιβλίο και μετά ψάξαμε ότι μαγαζί είχε και δεν είχε για να βρούμε ένα βιβλίο για να μάθει να παίζει φυσαρμόνικα. Το παίρνω σιγά σιγά απόφαση πως σε λίγο φεύγω. Θα μου λείψουν πολλά. Θα μου λείψουν τα κορίτσια, η Βάσω, τα stencils κι οι σακούλες, ο Στελάρας (σήμερα είχε γενέθλια), το γέλιο που κάνω από μέσα μου κάθε φορά που βλέπω στα υπερσύγχρονα βιβλία της βιβλιοθήκης την αφιέρωση στο σχολείο θηλέων, η βιβλιοθήκη, ακόμα κι ο Μάριος θα μου λείψει. Τα αστεία, τα πειράγματα κάτι απουσίες τις πρώτες ώρες και κάτι αποβολές (αναίτιες να τονίσω!), κάτι καφέδες από την κ. Γεωργία, η γκρίνια της Χρύσας, το «say something…say something…anything» της Σοφίας, η υπερκαταπλικτή προσφώνηση της Άννας: «Πόρνη» (Πόρνη!:P), τα παλαμάκια της Χαρούλας, το «Άντε! Πάλι θα χάσουμε την προσευχή!» της άλλης Σοφίας, μέχρι κι ο Τοτός θα μου λείψει (καλά δεν θα μου λείπει για πολύ). Κι η τάξη μας…Κι αυτή θα μου λείψει. 2 χρόνια εκεί μέσα τα περάσαμε. Τώρα την στολίσαμε κιόλας…Έγινε ωραία. Δεν ζητάω πολλά…Λίγες τέτοιες στιγμές ακόμα θέλω. Λίγο ακόμα, μέχρι να το πάρω πραγματικά απόφαση και μετά θα φύγω. Αφήστε με μόνο λίγο ακόμα εκεί…Λίγο…
My body is a cage that keeps me from dancing with the one I love, my mind holds the key…I’m standing on a stage of fear and self-doubt. It’s a hollow play but they’ll clap anyway…My body is a cage…
Θυμίζει κάτι από
(κατα)θλιψη,
καληνύχτες
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







