Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Δυόμιση πακέτα τσιγάρα


Ήμουν απ’ τους τελευταίους που μπήκαν στο αμφιθέατρο, οπότε κάθισα σε μια θέση μπροστά. Μας μοίρασαν τα θέματα, τους έριξα μια ματιά κι εκεί ήταν που είπα «φεύγω». Όχι γιατί δεν τα ήξερα. Δεν έφυγα. Βυθίστηκα στο κάθισμά μου κι έβγαλα το στυλό μου. Άναψα ένα τσιγάρο και ξεκίνησα με το πρώτο θέμα. «Απαγορεύεται το κάπνισμα» άκουσα μια φωνή. Χέσε μας σκέφτηκα. Έκανα πως δεν την άκουσα και συνέχισα απ’ την μια να ρουφάω τον καπνό κι απ’ την άλλη να διαβάζω τα ολοκληρώματα. Ήρθε τότε δίπλα μου ξερόβηξε και επανέλαβε: «Απαγορεύεται το κάπνισμα εδώ μέσα». Δεν μίλησα. Τράβηξα μόνο μια γερή τζούρα και πριν προλάβω να το σβήσω άκουσα από πίσω μου να λένε: «Ε, δεν πειράζει. Αν μας ενοχλήσει θα της πούμε εμείς και θα το σβήσει. Αφήστε την.» Χαμογέλασα κι εκείνη έφυγε χωρίς να πει τίποτα. Δεν το έσβησα τελικά. Και μετά άναψα κι άλλο, ύστερα άλλο ένα, έπειτα ακόμα δύο και μέχρι το τέλος της εξέτασης είχα τελειώσει το πακέτο. Ύστερα από 2.30 βασανιστικές ώρες παρέα με τον Διαφορικό και Ολοκληρωτικό Λογισμό, τουτέστιν Μαθηματικά, γύρισα σπίτι και με το που άνοιξα την πόρτα σκόνταψα πάνω στην βαλίτσα. Την άφησα επίτηδες εκεί για να την βλέπω και να θυμάμαι την απόφαση που πρέπει να πάρω και μάλιστα σύντομα. Για μία ακόμη φορά, λοιπόν, βρέθηκα στη μέση μιας μάχης, που παλεύουν τα «θέλω» με τα «πρέπει». Ξέρω τι πρέπει να κάνω, αλλά ξέρω ακόμα καλύτερα τι θέλω να κάνω. Και πρέπει μέσα σε λιγότερο από μία εβδομάδα να αποφασίσω. Μ’ ένα σάλτο πέρασα πάνω απ’ την βαλίτσα κι έφτασα στην πολυθρόνα του γραφείου. Πήρα κοντά μου το ποτήρι με το νερό κι άναψα κι άλλο τσιγάρο. Έξω έβρεχε καταρρακτωδώς και ο αέρας φυσούσε μανιασμένος. Άνοιξα το παντζούρι για να βλέπω την βροχή, όμως σε λίγα λεπτά άρχισε να ρίχνει χαλάζι και προτίμησα να κλείσω πάλι τα παντζούρια για να προστατέψω τα τζάμια. Χθες το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Γυρνούσα άσκοπα στο κρεβάτι στην αρχή, ύστερα εφιάλτες, και μετά πάλι απ’ την αρχή. Εκεί κάπου κατάλαβα ότι ως εδώ ήταν οι όμορφες τελευταίες βδομάδες που κοιμόμουν σαν άνθρωπος. Ξεκινάμε πάλι απ’ το μηδέν. Η μέρα σήμερα με βρήκε καθισμένη στην πολυθρόνα του γραφείου να βουλιάζω μέσα στις σκέψεις μου με δυόμιση πακέτα τσιγάρα άδεια…  


2 σχόλια:

Summertime Blues είπε...

το σηκώνει ο καιρός το τσιγάρο.
κι ας είναι κι ακριβό.
το χουμε ρίξει όλοι στο πάφα πούφα.
και κανείς πια δε σχολιάζει -αυτό έλλειπε, ουφ!
καλό μήνα, φιλί.

Flying.High.Dead.Angel είπε...

Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Κι όποιος σχολιάζει του έχω έτοιμη απάντηση: "ως πότε θα'χουμε λεφτά για τσιγάρα?Οπότε ας το απολαύσουμε όσο μπορούμε" ;)
Καλό μήνα και σε σένα.Ανταποδίδω εις διπλούν.