Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απογοήτευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απογοήτευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Να γελάσεις ή να κλάψεις?



Η Χρυσή Αυγή στην Βουλή...Τι άλλο θ'ακούσουμε? Δεν πρόκειται να πω πόσο εξωφρενικό είναι να μπαίνει στην (υποτιθέμενη) Δημοκρατική Βουλή, ένα κόμμα νεοναζιστών...Το θεωρώ αυτονόητο, οπότε...δεν το λέω. Αντιγράφω, όμως μια "συζήτηση" (όσο πολιτισμένη μπορεί να είναι μία συζήτηση μ'έναν ναζί), η οποία ξεκίνησε από ένα απόσπασμα που ανέβασα στο Facebook ενός κειμένου του Μάνου Χατζηδάκη  
κι αλήθεια σας λέω...δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω. Να βάλω τα γέλια ή τα κλάματα?

Ιδού το απόσπασμα: 
"Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν την βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του..."


Ιδού και η "συζήτηση":




Marios Trigonakis
etsi se eipane na les k etsi les nianiaro
ema8es apo fasismo k su
koita mi se viasei kanenas la8rometanastis k 3upniseis

Εβίτα Παπαναρέτου
1ον δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μου μιλάς έτσι. Εγώ δεν σου επιτέθηκα, αλλά θα μου πεις όποιος έχει την μύγα...

2ον όσο περίεργο κι αν σου φαίνεται, ξέρω από φασισμό. Γιατί είναι φασισμός να θέλω να δουλέψω και να μην μ'αφήνουν. Είναι φασισμός να μετράω τα δεκάλεπτα για να δω αν θα μου φτάσουν για να πάρω να φάω. Και είναι ακόμα μεγαλύτερος φασισμός να μην μπορώ να πω την γνώμη μου, χωρίς κάποιος μαλάκας να με βρίσει και να μου πει ότι δεν ξέρω τι λέω.

3ον αυτό που έγραψα είναι ένα κείμενο του Χατζιδάκη που το είχε γράψει το 1993, πράγμα που αναιρεί την κατηγορία σου ότι όλα αυτά τα γράφει ένα νιάνιαρο.

Και 4ον με μαθηματική απόδειξη, οι πιθανότητες να με βιάσει, να με κλέψει ή να με δολοφονήσει ένας αλλοδαπός και οι πιθανότητες να μου τα κάνει όλα αυτά ένας Έλληνας είναι ίδιες...Αλλά μάλλον δεν σκαμπάζουμε και πολλά από μαθηματικά...Και κάτι τελευταίο, χωρίς να θέλω να σε προσβάλω. Το αντίθετο μάλιστα. Το λέω και το εννοώ μέσα απ'την καρδιά μου...Σ'αυτούς τους δύσκολους καιρούς, καλά θα κάνουμε να είμαστε περισσότερο άνθρωποι παρά κτήνοι...Και σου ξαναλέω ειλικρινά ότι δεν το λέω για να σε βρίσω ή να σε προκαλέσω...Οι Πακιστανοί κι οι Αλβανοί και όποιος άλλος λαός θέλεις...είναι ακριβώς το ίδιο με σένα και με μένα...Είμαστε άνθρωποι. Έχουμε δυο χέρια, δυο πόδια, δυο μάτια κ.ο.κ.

Μπορείς φυσικά να έχεις τις απόψεις σου...Πρόβλημά σου, αλλά μην τολμήσεις να μου ξαναπείς τι να πιστέψω...

Marios Trigonakis
ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΕΤΕ ΝΟΜΙΖΩ ΟΣΟΙ ΚΟΙΜΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ δε φτανει π ακουτε τις προπαγανδες των μεγαλων καναλιων κ καποιων ασχετων.. τισ δημοσιευεται κιολας..σε δικαιολογω ομως γτ εισαι μικρη..καποια στιγμη ισως μαθεις γτ μερικα πραγματα θα τα δεις μπροστα σου.. και παλι νιανιαρο

Εβίτα Παπαναρέτου
συνεχίζεις να με βρίζεις και δεν πρόκειται να σου κάνω την χάρη να σε αντικρούσω, γιατί ξέρω ότι όλοι εσείς οι νεοναζιστές τρέφεστε απ'το μίσος και την αντιπαράθεση και δεν έχετε ουσιαστικά επιχειρήματα για να αντικρούσετε τις αντίθετες απόψεις. Δεν πειράζει, όμως... Ο Θεός στον οποίο πιστεύεις, (που παρεμπιπτόντως διαλαλεί ότι όλοι είμαστε ίσοι) κάποια στιγμή θα σου δώσει ότι σου αξίζει. Σε σένα και στους ομοϊδεάτες σου. Κι αλήθεια, σου εύχομαι μ' όλη μου την καρδιά κάποια στιγμή να βρεθείς στη θέση των ανθρώπων που τόσο μίσος τρέφεις τώρα γι'αυτούς και να θυμηθείς τότε αυτά τα λόγια που σου είπε το νιάνιαρο... Καλή συνέχεια στην ζωή σου, σου εύχομαι...με όσο το δυνατόν λιγότερο μίσος...





Να γελάσεις ή να κλάψεις?


Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

Πάει ο παλιός ο χρόνος...


Διάβασα σήμερα το blog μου απ’ την αρχή κι αναρωτιόμουν: πόσο φυσιολογικό είναι να διαβάζεις την ζωή σου σ’ ένα βράδυ; Πόσο απογοητευτικό είναι μέσα σ’ έναν ολόκληρο χρόνο, να μην έχει αλλάξει ουσιαστικά τίποτα; Και πόσο μεγάλη δικαίωση μπορείς να αισθανθείς γιατί ήξερες από τότε την συνέχεια; Έτσι, λοιπόν, με τους ίδιους φόβους που «υποδέχθηκα» το 2011 το αποχαιρετώ, και με την ίδια ακριβώς αντίδραση «υποδέχομαι» και το 2012… Άλλος ένας χρόνος, λοιπόν, φεύγει οσονούπω. Άλλος ένας αναθεματισμένος χρόνος στις πλάτες μας, αυτή τη φορά με τους περισσότερους φόβους να ‘χουν εκπληρωθεί. Κατά τα άλλα τα ίδια… Μέχρι και το δώρο του περίφημου Αγίου ήταν το ίδιο. Δεν είναι εποχές για πειράματα τώρα… Και πολύ φοβάμαι ότι θα περάσω όλα τα βράδια που μου απομένουν να περάσω στην «πατρίδα», ξύπνια γιατί έτσι ο χρόνος δεν περνάει τόσο γρήγορα. Καλά κατάλαβες. Δεν θέλω να φύγω. Όχι μόνο γιατί είμαι στην άλλη άκρη της Ελλάδας και μου λείπουν οι άνθρωποί μου, αλλά και γιατί δεν με γεμίζει αυτό που κάνω. Δεν μου αρέσει αυτό που κάνω και δεν το κάνω καλά… Και πίστεψέ με, δεν είναι καλύτερα, έτσι… Όμως, τι να κάνω; Συμβιβάζομαι κι εγώ, όπως κάνουν όλοι, όπως μου λένε όλοι ότι πρέπει να κάνω. Σςςς ησυχία… Μια χαρά είσαι και μην μιλάς καθόλου. Αυτό κάνω, λοιπόν κι εγώ. Δεν μιλάω καθόλου. Κι ας βασανίζομαι τα βράδια, κι ας πλαντάζω κάθε φορά που σκέφτομαι τι κάνω – ή καλύτερα τι δεν κάνω. Τις μέρες που είμαι εδώ…όλη μέρα – κυρίως βράδυ – με τα κορίτσια. Και μ’ αρέσει. Το απολαμβάνω, κι ας με σέρνουν στα clubs και στα μπουζούκια (ναι άλλο κι αυτό…την πρωτοχρονιά θα πάω μπουζούκια…τρέμε νύχτα! έρχομαι!). Μου έλειψαν, νομίζω, περισσότερο απ’ όλους κι απ’ όλα κι όσο κι αν ψάχνω δεν βρίσκω τίποτα αντάξιό τους εκεί κάτω. Ας μην επεκτείνομαι, όμως… Ένας απολογισμός του 2011, νομίζω ότι είναι ο καταλληλότερος επίλογος… Υπήρξε δύσκολη χρονιά… Πολύ δύσκολη. Όμως, ταυτόχρονα, ήταν και όμορφη χρονιά, γιατί είχα τους ανθρώπους μου δίπλα μου. Είχα τα κορίτσια να μου συμπαραστέκονται, τον Μάριο να λέει κρύα αστεία και να μας κάνει να γελάμε με την βλακεία του, είχα την λατρεμένη Blood να συμμερίζεται τα συναισθήματα και τους φόβους μου, είχα το Μαράκι να με συμβουλεύει για να μην τα κάνω πιο σκατά απ’ ότι τα είχα ήδη κάνει και… είχα όμορφα και ενθαρρυντικά λόγια ακριβώς τις στιγμές που τα χρειαζόμουν. Πράγματα, που δεν τα ‘χω πια. Άλλα γιατί δεν το επιτρέπει η απόσταση κι οι υποχρεώσεις κι άλλα, γιατί δεν συμβουλεύτηκα την Μαρία και δεν μπόρεσα να περιορίσω τον εγωισμό μου. Αυτά, λοιπόν, για το 2011 κι απ’ ότι φαίνεται η ευχή μου για τον νέο χρόνο, δυστυχώς, δεν έπιασε… Εδώ θα ‘μαι, όμως, και θα συνεχίσω να κάνω ευχές, μέχρι την στιγμή που δεν θα μου το επιτρέπουν οι καιροί, αλλά κυρίως, μέχρι την στιγμή που δεν θα μου το επιτρέπει ο εαυτός μου… Ευτυχισμένο το 2012, λοιπόν…


Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

Sans Titre...

Απίθανη μέρα η σημερινή...Δεν έχω να πω πολλά...Μόνο ένα:
-Θα μου ζωγραφίσεις κι εσύ κάτι;
-Εγώ;! Εγώ δεν ξέρω να ζωγραφίζω!
-Α! Και τι ξέρεις να κάνεις;
Σιωπή… Τι ξέρω να κάνω;! Τι στο διάολο ξέρω να κάνω;! Γιατί δεν μπορώ να βρω μια απάντηση ρε γαμώτο;! Γιατί δεν μπόρεσα να βρω μία;! Μια κωλοαπάντηση μόνο χρειαζόμουν!!! Μια κωλοαπάντηση χρειάζομαι… Τι ξέρω να κάνω;….

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

2ο ΓΕΛ Γιαννιτσών...Οι 41 "βαρυποινήτες" καθηγητές...

ΨΗΦΙΣΜΑ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

Σύμφωνα με δικαστική απόφαση οι καθηγητές μας καταδικάστηκαν από ένα δικαστήριο το οποίο αντιτίθεται στα ιδεώδη των ηθικών αρχών και παδαγωγικών αξιών.
Στο βωμό τής κατά γράμμα εφαρμογής του νόμου το δικαστήριο έκρινε ένοχους τους καθηγητές μας οι οποίοι προσπάθησαν να υπερασπιστούν τα μαθητικά δικαιώματα και να ενισχύσουν το ανθρωπιστικό πνεύμα και όχι μόνο να είναι φορείς του γνωσιοκεντρικού και εξετασιοκετνρικού εκπαιδευτικού συστήμα­τος.
Δυστυχώς δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με κάθε λεπτομέρεια το τι συνέβη. Εντούτοις θεωρούμε χρέος και υποχρέωσή μας να σταθούμε δίπλα τους και να φωνάξουμε  βροντερά παρόν.
ΕΊΜΑΣΤΕ ΠΟΛΛΟΙ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ

Το δεκαπενταμελές του 2ου ΓΕΛ
(το κείμενο αναρτήθηκε για πρώτη φορά από το http://skarmos.blogspot.com/2011/01/2_8783.html)
Υ.Γ. Οι ετικέτες από κάτω: -αηδία για την αχαριστία του κόσμου
                                            -αναθεματισμοί για την ανημποριά μας
                                            -απογοήτευση για το δικαστικό μας σύστημα

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Γέρε χρόνε φύγε τώρα...


30 Δεκεμβρίου σήμερα… Σε 26 περίπου ώρες θα έρθει το 2011. Τώρα να πω καλοδεχούμενο; Δεν θα’ ναι. Με τα χίλια ζόρια προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου να δεχτεί ότι έρχεται, αλλά μάταια. Δεν τα καταφέρνω. Απ’ τη μια εκλιπαρώ να τελειώσουν οι αναθεματισμένες οι γιορτές κι όλη η υποκρισία και η πλαστικούρα που τις συνοδεύει, τα φωτάκια και τα δέντρα, οι μπάλες και οι τάρανδοι. Απ’ την άλλη πάλι σκέφτομαι ότι όταν τελειώσουν θα’ χει φύγει άλλος ένας χρόνος. Αυτές, λοιπόν, οι μέρες των «γιορτών» κυλούν άλλοτε βασανιστικά αργά κι άλλοτε τόσο μα τόσο γρήγορα. Πώς τον φαντάζεστε τον χρόνο; Εγώ τον φαντάζομαι έτσι. Σαν κεράκια που στις 12 κάθε 1ης Ιανουαρίου σβήνουν κι αφήνουν πίσω τους για λίγο μια περίεργη μυρωδιά κι αυτόν τον καπνό. Αυτόν τον καπνό, που σου υποδεικνύει ότι το φάντασμα του χρόνου θα μένει εδώ τριγύρω και θα κάνει παρέα με τα φαντάσματα των προηγούμενων χρόνων, περιμένοντας την άφιξη των φαντασμάτων των επόμενων χρόνων. Μόνο που αυτή η αναμονή τους φαντάζει λίγο αβέβαιη, γιατί δεν ξέρουν πόσα κεράκια έχουν μείνει ακόμα...

Πάντως δεν πρέπει να’ χω παράπονο. Ο Αϊ-Βασίλης δεν με ξέχασε φέτος. Γιατί να το κάνει άλλωστε; Ήμουν πολύ καλό παιδί. Και τον μπαμπά μου τον άκουγα, όποτε ήταν σπίτι, και τη μαμά μου δεν την στενοχωρούσα, όποτε άνοιγα το στόμα μου να της μιλήσω, και με τον αδερφό μου δεν μάλωνα, όποτε δεν ήμουν κλεισμένη στο δωμάτιό μου. Μόνο, να, το δωμάτιό μου είναι λίγο ακατάστατο, αλλά κι αυτό όχι επειδή βαριέμαι να το συμμαζέψω. Απλά έτσι με βολεύει. Ξέρω πού θα βρω αυτό που ψάχνω και το βρίσκω κατ’ ευθείαν. Κι ύστερα ταιριάζω το χάος που επικρατεί στο δωμάτιο με το αντίστοιχο μέσα μου. Υπάρχει ένας χώρος, που να μου θυμίζει τι μου συμβαίνει και πολλές φορές, σκαλίζοντας τα χαρτιά μου και τα παλιά μου ημερολόγια, γιατί μου συμβαίνει.

Έλεγα, όμως, για το υπερκαταπληκτικό δώρο του Αϊ-Βασίλη. Μου έφερε ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι. Ναι, ναι, ηλεκτρονικό παιχνίδι, γιατί κι ο Άγιος εκσυγχρονίζεται! Κάθομαι, λοιπόν, τα βράδια και φτιάχνω στο παιχνίδι ολόκληρους κόσμους και τους γκρεμίζω, αν δεν μ’ αρέσουν, μ’ ένα και μόνο κουμπί. Φτιάχνω πρώτα μια γυναίκα με μακριά μαλλιά και γαλάζια μάτια, καλοσχηματισμένα χείλη και γυμνασμένο σώμα. Μετά ακολουθεί ο σύζυγός της με τα επίσης πλούσια μαλλιά και πράσινα μάτια, τα ωραία χείλη και το αθλητικό κορμί. Αγοράζω ένα οικόπεδο πατάω Crtl, Shift και C, πληκτρολογώ τη λέξη: “motherlode” και την ίδια στιγμή έχουν προστεθεί στον οικογενειακό λογαριασμό 50.000$. Φτιάχνω τότε ένα τετραώροφο σπίτι, πλήρως εξοπλισμένο, με κήπο και μια λιμνούλα. Αγοράζω δύο αμάξια, ένα για τον κάθε ένα, και τέλος οργανώνω το παιδικό δωμάτιο και μια παιδική χαρά για το επερχόμενο μέλος της οικογένειας. Η κοπέλα είναι συγγραφέας και μόλις στα 18 της χρόνια έχει γράψει 6 βιβλία. 2 δραματικά μυθιστορήματα, 2 χιουμοριστικά, 1 λογοτεχνικό και μια νουβέλα. Ήθελα να γράψει περισσότερες νουβέλες, για να καταφέρει να πάρει ένα αστεράκι και τον τίτλο του ειδικού, αλλά αρνείται πεισματικά. Ο άντρας είναι διάσημος χειρούργος με τεράστιο ταλέντο στη ζωγραφική και στην κιθάρα. Για την καθαριότητα του τετραώροφου σπιτιού φροντίζει μία οικιακή βοηθός, η οποία αμείβεται με 125$ την μέρα και το μωρό της οικογένειας το προσέχει μία νταντά, η οποία αμείβεται με 24$ την ώρα. Όμως τα χρήματα δεν είναι πρόβλημα. Μπορώ να έχω όσα θέλω κάνοντας 4 μόλις κινήσεις.

Ξύνει τις πληγές μου φέτος ο Άγιος, φέρνοντάς μου αυτό το παιχνίδι που με δυο κουμπιά φτιάχνεις τον κόσμο όπως εσύ τον ονειρεύτηκες, μ’ ένα τον γκρεμίζεις αν τελικά δεν είναι αυτό ήθελες και μ’ άλλα δύο φτιάχνεις άλλον. Ως πότε, όμως; Ώσπου να καεί η κάρτα γραφικών ή η οθόνη ή μέχρι να μην «διαβάζει» τα CD ο υπολογιστής ή μέχρι το ίδιο το CD να καταστραφεί. Και μετά; Ε, μετά παίρνεις άλλο. Ύστερα κι άλλο κι άλλο… Και φτιάχνεις κόσμους ακατάπαυστα, μέχρι ο πραγματικός κόσμος να ακουμπήσει έστω και λίγο αυτό που εσύ ονειρεύτηκες. Μέχρι να νοιαστεί έστω και λίγο γι’ αυτά που εσύ χρειάζεσαι… μέχρι…

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Έχουν περάσει ήδη δύο μέρες και η μυρωδιά απ’ το λιβάνι δεν λέει να φύγει από πάνω μου. Τα ρούχα μου μυρίζουν λιβάνι, τα μαλλιά μου το ίδιο, το δέρμα μου έχει ποτίσει και τα μάτια μου ακόμα δακρύζουν. Έτσι μου’ ρχεται να βάλω μια φωτιά στα ρούχα, να μην αφήσω ούτε μια τρίχα στο κεφάλι μου. Να γδάρω το δέρμα μου και να μείνει το κρέας γυμνό, ατόφιο. Ίσως τότε πάψει ν’ ακούγεται ο ήχος της καμπάνας στ’ αυτιά μου. Χτύπος και η συμφορά μεγαλώνει, χτύπος και το τέλος πλησιάζει. Κάθε ντιν τρυπάει όλο και πιο βαθειά τ’ αυτιά μου κι έχω μια τρελή επιθυμία να ξεριζώσω τα τύμπανά μου, να μην ακούω τίποτα. Κάθε νταν κι η καρδιά μου αλλάζει θέση και βλέπω το ίδιο μου το χέρι να περνά μέσα απ’ το στήθος μου, να την αρπάζει και να τη τραβάει μ’ όση δύναμη έχει. Κι αυτό το μοιρολόι της καμπάνας συνεχίζεται για ώρα. Εμείς μπροστά και μια ολόκληρη πομπή από πίσω.
Ας γυρίσω κι άλλο πιο πίσω, στο σπίτι ας πούμε. Εκεί δίνεται μια παράσταση κανονική. Μόνο που δεν χρειάζεται να κόψεις εισιτήριο. Κάθομαι σε μια γωνία περιτριγυρισμένη από γυναίκες, κυρίως, όλες μαυροντυμένες. Κάθομαι λοιπόν εκεί, με το κεφάλι κάτω και το δάκρυ έτοιμο να κυλήσει. Όμως, όχι. Κρατιέμαι. Δεν είναι ώρα τώρα για κλάματα. Ψάχνω τρόπους για να ξεχαστώ, έστω και λίγο, και πράγματι βρίσκω πολλούς.
Απ’ την πόρτα μπαίνει μια γυναίκα με μαύρα γυαλιά και λουλούδια στο χέρι. Κάπου την ξέρω… Α! Ναι! Ήταν πριν λίγο κάτω και μας ρωτούσε που έχει ανθοπωλείο. Όταν προσπαθήσαμε, μάταια, να της εξηγήσουμε, ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια και άρχισε να αστειεύεται. Ευχάριστος άνθρωπος, σκέφτηκα. Να τη τώρα που περνάει την πόρτα, κρατώντας λουλούδια για τον νεκρό. Το βρήκε, τελικά, το ανθοπωλείο. Χαμήλωσα και πάλι το κεφάλι και αμέσως ακούστηκε μια σπαραχτική κραυγή. Πετάχτηκα και σηκώνοντας το κεφάλι περίμενα να δω κάποιο από τα μέλη της οικογένειας να ξεσπά. Αντί γι’ αυτό όμως, είδα την ίδια γυναίκα, που μέχρι πριν από λίγο έλεγε ανέκδοτα, να χτυπιέται κυριολεκτικά πάνω απ’ το φέρετρο. Ένα αίσθημα αηδίας με κατέκλυσε.
Δεν πέρασαν λίγα λεπτά κι άλλη σπαραχτική κραυγή. Αυτή τη φορά από μια ηλικιωμένη. Δεν έδωσα πολύ σημασία. Την επόμενη στιγμή, όμως, άκουσα την ίδια φωνή που πριν από λίγο σφάδαζε, να ρωτάει: «πώς πέθανε;», χωρίς να καταβάλει ούτε μια μικρή προσπάθεια να ψιθυρίσει. Άλλο ένα κύμα αηδίας με διαπέρασε. Η χαριστική βολή, όμως, δεν είχε έρθει ακόμα.
Είχε περάσει αρκετή ώρα και τα πόδια μου δεν τα αισθανόμουν πλέον. Δεν ήθελα, όμως, να καθίσω. Ένιωθα πως αν καθίσω, θα δηλώσω υποταγή. Τώρα, σε ποιόν και γιατί, είναι ερωτήσεις που ούτε κι εγώ η ίδια δεν μπορώ ν’ απαντήσω. Μέσα στη σιωπή, την οποία πού και πού έσπαγε κάποιος λυγμός απ’ το βουβό κλάμα της οικογένειας, ακούστηκε μια φωνή που όλο και δυνάμωνε. Έκλαιγε και οδυρόταν, με μια φωνή στριγκιά κι αποκρουστική. Έδειχνε να πονάει βαθειά. Ποια να ήταν άραγε; Ρώτησα την Άννα και κουνώντας υποτιμητικά το κεφάλι, με πληροφόρησε πως επρόκειτο για μία κυρία, η οποία πηγαίνει από κηδεία σε κηδεία και χτυπιέται για τους νεκρούς, που η ίδια της ποτέ δεν γνώρισε. Η αλήθεια είναι ότι έμεινα άναυδη.
«Μπράβο», ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα. Νομίζω πως είναι τώρα ώρα να πέσει η αυλαία, οι ηθοποιοί να παραταχθούν ενώπιον του κοινού τους και να χαιρετήσουν. Να κάνουν μια βαθειά υπόκλιση. Τόσο βαθειά που η μύτη τους ν’ ακουμπήσει τα βρωμισμένα πόδια τους. Να χαιρετήσουν κουνώντας τα λερωμένα χέρια τους κι έχοντας ένα χαμόγελο στα χείλη τους. Ένα χαμόγελο τέτοιο ώστε να φαίνεται ολόκληρη η σειρά των κιτρινισμένων τους δοντιών. Να γυρίζουν το κεφάλι, θέλοντας να δείξουν πόσο ικανοί και αξιαγάπητοι είναι οι συμπρωταγωνιστές τους, κουνώντας επιδεικτικά τα λιγδιασμένα τους μαλλιά. Και στο τέλος, να απλώσουν το χέρι, δείχνοντας προς το κοινό, θέλοντας να τονίσουν πόσο καταπληκτικό κοινό υπήρξε. Και τώρα είναι ώρα του κοινού να σηκωθεί, να κάνει κι αυτό μια υπόκλιση, να χαιρετήσει, να χαμογελάσει, να τινάξει επιδεικτικά τα μαλλιά και να ξανακάνει μία υπόκλιση. Όπως ακριβώς αρμόζει στους επαγγελματίες υποκριτές. Άλλωστε σε τι διαφέρουμε από εκείνους;