Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

There's a possibility I wouldn't know...

Έγειρα πάνω σου κι ακούμπησα το κεφάλι μου στην καρδιά σου για να νιώθω ότι είσαι ζωντανός. Μου φώναζες, σε κάθε χτύπο όλο και πιο δυνατά, πως μ'αγαπάς. Κι εγώ κοιτούσε πώς έπεφτε γρήγορα ο ήλιος και τον παρακαλούσα να σταθεί για λίγο. Μα φαίνεται πως ήταν πολύ μακριά κι η φωνή μου αδύναμη απ' την τόση ευτυχία, δεν έφτασε ως εκεί. Γρήγορα την θέση του πήραν τ' αστέρια και την δική σου το κενό. Κι είναι η φωνή μου αδύναμη απ' την τόση μοναξιά και δεν μ' ακούς που σου φωνάζω. Δεν είμαι τ' αγρίμι που ήξερες. Δεν είμαι το θηριάκι που αναστάτωνε με τις φωνές και τα παιχνίδια του τον κόσμο. Δεν είναι ότι άλλαξα. Δεν είναι ότι μεγάλωσα. Είναι κάτι σκισμένες σελίδες απ' το τετράδιο, που δεν πολυβγάζουν νόημα, ακριβώς όπως κι αυτή. Είναι κάτι παράξενες ιδέες που κατεβάζει το κεφάλι μου, που δεν μπορεί, θα τις φοβάμαι. Κι είναι κι αυτό...Αν ποτέ σου αποφασίσεις να με ψάξεις, μην κάνεις τον κόπο να πας μέχρι τους αγρούς που παίζαμε μικρά ή την θάλασσά μας. Θα ψάξεις να με βρεις ανάμεσα σε γκρίζα ντουβάρια και λευκά, ή πίσω από κάποιο ξύλινο γραφείο, να δοκιμάζω τις αντοχές μου μ' ένα τηλέφωνο στο χέρι. Κι αν περιμένεις, όταν με βρεις, να ρουφήξεις λίγη ζωντάνια από μέσα μου γιατί μου περισσεύει, άδικος κόπος. Εσύ νεκρός, κρύβεις πιο πολύ ζωή. Και δεν φοβάμαι πια το σκοτάδι, δεν ικετεύω τον ήλιο να σταθεί. Γίναμε φίλοι με την νύχτα και κάθε βράδυ τώρα μου γνωρίζει τα αστέρια της Το φεγγάρι όχι ακόμα, όμως. Λέει ότι είναι νωρίς, αλλά εγώ το περιμένω πώς και πώς, γιατί λαχταράω λίγο φως. Και μην νομίζεις πως άλλαξα μέσα μου πολύ. Κι η θάλασσα μ' αρέσει, και το πράσινο των αγρών το χαίρομαι και τον ήλιο πολλές φορές τον απολαμβάνω. Μα είναι φορές που η θάλασσα κι οι αγροί κι ο ήλιος σου μοιάζουν τόσο, κι εγώ πρέπει να κρυφτώ. Και τότε θυμάμαι πόσο πολύ σιχαινόσουν το σκοτάδι, που λέω δεν μπορεί, θα φοβηθεί να 'ρθει να ψάξει...


There's a possibility all that I had was all I'm gonna get.
There's a possibility all I'm gonna get is gone with your stare.
All I'm gonna get is gone with your stare.


So tell me when you hear my heart stop.
You're the only one that knows.
Tell me when you hear my silence.
There's a possibility I wouldn't know.
.
.
.
.
.
.
.
So tell me when my sorrow's over.
You're the reason why I'm closed.
Tell me when you hear me falling.
There's a possibility it wouldn't show...

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

"Τερατάκια Τσέπης"

Σκάλιζα προχθές – σαν μια πράξη απελπισίας δες το – τα παλιά… Και βρήκα… και τι δεν βρήκα να λες… Γράμματα σε ψυχές που έχουν φύγει, διηγήματα για ψυχές που ήλπιζα να μείνουν, ποιήματα για να κερδίσω τις εντυπώσεις των άλλων, ποιήματα προορισμένα να μείνουν σ’ ένα συρτάρι και να μην διαβαστούν ποτέ, κείμενα που ήθελα να τα πετάξω στα μούτρα κάποιων και στην διαδρομή να μεταμορφωθούν σε οτιδήποτε – αρκεί να ήταν βαρύ –, κάτι παλιές φωτογραφίες, ένα τετράδιο γεμάτο αναμνήσεις, άνοιξα κι ένα βιβλίο και βρήκα μέσα εκείνο το τριαντάφυλλο που είχα κρύψει πριν χρόνια. Είχα αφήσει μέσα κι ένα σημείωμα, όμως δεν το διάβασα. Θυμόμουν τι είχα γράψει. Δεν έχει έρθει, όμως, ακόμα η ώρα να το διαβάσω. Δεν έχει έρθει η ώρα να το διαβάσει κανείς. Διάβασα που λες μέσα σε δύο ώρες όλη μου την ζωή. Ότι λάθη έκανα, ορθογραφικά και μη, ότι υποσχέσεις είχα δώσει, ότι όνειρα είχα. Διάβασα και κάτι ωραία σχόλια και χαμογέλασα… Θέλω, τώρα, να διαβάσεις κι εσύ κάτι. Έτσι. Γιατί, όταν το είχα γράψει το εννοούσα και το εννοώ και τώρα…                               Φοβάμαι πως θα σβήσω κι εγώ με το πέρασμα του χρόνου όπως το μολύβι πάνω στο χαρτί. Ίσως να λιώσω όπως λιώνουν τα κεριά ή να σβήσω όπως η φλόγα τους. Φοβάμαι πως θα μαραθώ όπως εκείνο το όμορφο τριαντάφυλλο στον κήπο. Μα τι λέω; Δεν έχω κήπο. Κλεισμένη σ’ ένα κελί με εξόδους υπό αυστηρή επιτήρηση…Αν είχα την ευκαιρία να κάνω μία ευχή, θα ευχόμουν να γέμιζε η ζωή μου με χρώμα και λουλούδια. Θα ευχόμουν να είχα κήπο κι ένα όμορφο κόκκινο τριαντάφυλλο…                                                                                                  Περίεργο και τρομακτικό πόσο σε αλλάζουν οι καιροί, και οι καταστάσεις, αλλά κυρίως οι άνθρωποι…                                                                                                                                                                                                                                                                                                                       

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

...δεν θυμάμαι να σου διηγηθώ τίποτα…



Ήδη οι πρώτες ευχές έχουν αρχίσει, γιατί όταν το ρολόι έδειξε 12 ακριβώς, έγινα επισήμως 18. 18 ολόκληρα χρόνια σ’ αυτόν τον πλανήτη και δεν θυμάμαι να σου διηγηθώ τίποτα. Κι αυτά που θυμάμαι, δηλαδή, δεν αξίζει να σου τα διηγηθώ, γιατί θυμάμαι κάτι στιγμιότυπα σκόρπια κι ασύνδετα μεταξύ τους. Όπως τότε που κάναμε βουτιές απ’ το ιστιοφόρο, ή την άλλη φορά που παίξαμε μπουγέλο, ή τότε που σκαρφαλώναμε στα βράχια. Θυμάμαι κι έναν θάνατο που με στιγμάτισε, ή μήπως ήταν δύο; Και μια προδοσία θυμάμαι. Όχι, ψέματα. Δεν ήταν μόνο μία, ήταν δύο… Τώρα που το ξανασκέφτομαι, μπορεί να ήταν και παραπάνω. Θυμάμαι τους στίχους απ’ το αγαπημένο σου τραγούδι. Θυμάμαι πολλούς στίχους από τραγούδια, κι από ποιήματα. Θυμάμαι και κάτι φράσεις απ’ το αγαπημένο μου βιβλίο. Παζλ. Ένα παζλ με σκόρπια κομμάτια, που προσπαθώ να τα ενώσω και πάντα αποτυγχάνω. Κι όταν κάτι καταφέρνω, το κοιτάζω καλά καλά και πάλι δεν βγάζει νόημα. Γι’ αυτό σου λέω… Θα αναρωτιέσαι τι είναι αυτό το κείμενο… Κι αν δεν αναρωτιέσαι εσύ, θα αναρωτιέται κάποιος άλλος… Κι αν δεν αναρωτιέται ούτε αυτός ο άλλος, τότε αναρωτιέμαι εγώ. Ένας ύμνος είναι που εκθειάζει την ζωή μου, που εκθειάζει όλες τις ανάσες που έχω πάρει, κάθε μία ξεχωριστά, τα τελευταία 18 χρόνια. Ένας ύμνος, που η έκτασή του δεν μπορεί να είναι πολύ μεγάλη, γιατί θα χάσει το νόημά του. Οπότε, δεν μένει τίποτα άλλο παρά να ευχηθώ κι εγώ. Χρόνια μου πολλά, λοιπόν. Πολλά; Είναι μόνο 18 και δεν θυμάμαι τίποτα. Τι θα γίνει στη συνέχεια; … Συγχώρεσέ με, μα δεν θυμάμαι να σου διηγηθώ τίποτα…


Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Και κάπως έτσι οι κραυγές μου, έγιναν σιωπηλές....

Κάποιος μου είπε ότι έχω αλλάξει. Κάποιος μου είπε ότι δεν γελάω πια. Κάποιος μου είπε πως η ζωή μου είναι ένα κουτί με μια μητρική και μνήμες RAM. Κάποιος μου είπε ότι έχω κατάθλιψη. Κάποιος μου είπε ότι δεν ζω. Κάποιος μου είπε ότι η ζωή είναι μικρή. Κάποιος μου είπε πως όταν θέλεις κάτι πολύ, μπορείς να το πετύχεις. Κάποιος αναρωτήθηκε τι έχω. Κάποιος με ρώτησε αν μπορεί να βοηθήσει. Κάποιος με ρώτησε αν μπορώ να τον βοηθήσω. Κάποιος με ρώτησε πώς αντέχω. Κάποιος γέλασε μ’ αυτά που είπα. Κάποιος είπε ότι ζω σε ροζ κόσμο. Κάποιος μ’ έστησε στον τοίχο κι άρχισε να πυροβολεί. Κάποιος άκουσε τις κραυγές μου κι έτρεξε να βοηθήσει μα δεν τον άφησα. Κάποιος μου είπε να σκάσω κι οι κραυγές έγιναν σιωπηλές. Κάποιος με λυπήθηκε και τον μίσησα. Κάποιος με μίσησε και τον λυπήθηκα. Κάποιος φύλαξε τα δάκρυά μου σε γυάλινο δοχείο. Κάποιος τ’ αγόρασε μισοτιμής από έναν πλανόδιο και στη μεταφορά του έσπασε. Κάποιος είπε ότι έχω αλλάξει…

Ρώτησα κάποιον γιατί να αλλάζουν οι άνθρωποι, μα απάντηση δεν πήρα. Ρώτησα κάποιον γιατί να θλίβονται, μα απ’ τα χείλη του ήχος δεν βγήκε. Ρώτησα κάποιον γιατί να είναι μόνοι, μα έσκυψε το κεφάλι. Ρώτησα κάποιον γιατί να παίρνουν χάπια οι άνθρωποι ως υποκατάστατα της ευτυχίας, μα κάρφωσε τα μάτια στο κενό. Ρώτησα κάποιον γιατί οι άνθρωποι μόνο να υπάρχουν, μα με κοίταξε σιωπηλός. Ρώτησα κάποιον γιατί δεν μπορούν να βρουν ησυχία όταν την έχουν ανάγκη. Ρώτησα κάποιον γιατί τόση υποκρισία. Ρώτησα κάποιον γιατί να μην μπορείς να βοηθήσεις. Ρώτησα κάποιον γιατί να αισθάνονται κι άλλοι όπως εγώ. Ρώτησα κάποιον γιατί το διαφορετικό φαντάζει γελοίο. Ρώτησα κάποιον γιατί οι άνθρωποι να έχουν αχρωματοψία, μα εκείνος έκλεισε τα μάτια του. Ρώτησα κάποιον γιατί ο κόσμος είναι τόσο σκληρός. Ρώτησα κάποιον γιατί φοβούνται να εμπιστευθούν. Ρώτησα κάποιον γιατί οι κραυγές να γίνονται σιωπηλές. Ρώτησα κάποιον γιατί να μισούν οι άνθρωποι, μα εκείνος έκλεισε τ’ αυτιά του. Ρώτησα κάποιον γιατί τα δάκρυα να μπαίνουν σε δοχεία και συνέχισα φωνάζοντας γιατί να σπάνε; Ρώτησα κάποιον γιατί να αλλάζουν οι άνθρωποι, μα απάντηση δεν πήρα. Μόνο ένα δάκρυ κύλησε κι όταν συνήλθε με συμβούλεψε να τ’ αφήσω όλα αυτά στην άκρη. Κάποιος μου είπε να γίνω φυσιολογική. Κάποιος μου είπε να σκάσω και οι κραυγές μου έγιναν σιωπηλές… 

Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

An ocean of memories


Κοίτα να δεις τι μπορεί να προκαλέσει μια διακοπή ρεύματος… Μου ήρθαν στο μυαλό δυο – τρεις αναμνήσεις κι αποφάσισα ν’ αφήσω τον εαυτό μου να χαθεί λιγάκι στα παλιά…



Η ράμπα, που χρησιμεύει στην αλλαγή λαδιών των φορτηγών, ήταν το ποτάμι μας. Εκεί πίναμε νερό, γεμίζαμε τα παγούρια μας και ξαποσταίναμε λίγο. Εκεί δίνονταν οι πιο επικές μάχες μας με τον Ricky να κοιτάζει σαστισμένος μια τον έναν και μια τον άλλον. Ύστερα τρέχαμε μ’ όλη μας τη δύναμη για να φτάσουμε στην βυσσινιά και κάπου εκεί ο Ricky τρελαινόταν! Χρησιμοποιούσαμε τις μπλούζες μας σαν καλάθια και βάζαμε εκεί όσα βύσσινα μπορούσαν να χωρέσουν. Συχνά τραγουδούσαμε ένα τραγούδι, που το είχαμε ακούσει σε μια θεατρική παράσταση. «Βύσσινα, βύσσινα, ωραία βύσσινα». Πηγαίναμε ύστερα μέχρι την βρύση, τα ξεπλέναμε καλά – καλά και καθόμασταν κάτω απ’ την βυσσινιά, με τον Ricky άλλοτε να γλείφει τα ζουμιά κι άλλοτε να ξαπλώνει στα πόδια μας. Όταν τελείωναν πια τα βύσσινα, ήταν ώρα για το φορτηγάκι μας. Ένα μικρό φορτηγό, παρατημένο ανάμεσα στα χόρτα. Μπαίναμε μέσα, κλείναμε τις πόρτες κι ακούγαμε τον Ricky να γαυγίζει αφηνιασμένος, ακούγοντας τις σπαρακτικές εκκλήσεις μας για βοήθεια, αφού μας είχαν απαγάγει! Κάπου εκεί άρχιζε να νυχτώνει κι έπρεπε να δέσουμε τον Ricky στο σπιτάκι του, δίπλα απ’ την βυσσινιά (πράγμα που απαιτούσε πολύ κόπο και χρόνο) και να πάμε μέσα. Δεν παραπονιόμασταν, όμως! Τα πράγματα ήταν εξίσου ενδιαφέροντα και μέσα. Πηγαίναμε στις αποθήκες και σκαρφαλώναμε στα κιβώτια, τα δεντρόσπιτά μας. Το ποδήλατό μου ήταν μια μηχανή ανωμάλου δρόμου, την οποία καβαλούσε ο Γιάννης και πήγαινε να μας φέρει προμήθειες από το χωριό, όσο η Καλλιρρόη μάζευε βότανα κι εγώ καθάριζα το σπίτι. Αφού γυρνούσε ο Γιάννης απ’ τα ψώνια, σκοτώναμε δυο – τρία θηρία, παλεύαμε με άλλους τόσους λαθροκυνηγούς και μετά το παιχνίδι σταματούσε να έχει τόσο ενδιαφέρον. Κάπου σ’ αυτό το σημείο πιάναμε στα χέρια τα «ψεκαστήρια», όπως τα λέγαμε, και κυνηγιόμασταν σ’ ολόκληρο το εργοστάσιο, προσπαθώντας να καταβρέξουμε ο ένας τον άλλον. Ύστερα ερχόταν η θεία μου και μόλις την βλέπαμε αρχίζαμε τα παράπονα. «Όχι ακόμα! Έλα, σε παρακαλούμε! Σε λίγο! Σε πέντε λεπτάκια!!!». Φυσικά, το αίτημά μας ποτέ δεν εισακούστηκε. Έτσι, χαιρετούσαμε τον Ricky και διαλυμένα απ’ την κούραση γυρνούσαμε σπίτια μας, δίνοντας ραντεβού για την επόμενη μέρα, όπου ξανάρχιζε το παιχνίδι απ’ την αρχή.

Πίσω στο παρόν, όμως, τώρα. Και στο παρόν, συμβαίνουν τα εξής…
Ανυπομονώ να ‘ρθει η επόμενη εβδομάδα…
Προβλέπονται πολλές αλλαγές. Πρώτη και καλύτερη: φεύγω Χαλκιδική!
Ανυπομονώ για τις συζητήσεις που μου επιφυλάσσει ήδη από την αρχή της.
Χρόνια πολλά μπαμπάκα μου! Χρονιά πολλά, αλλά το κυριότερο…χρόνια καλά!