Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ξεσπάσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ξεσπάσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Το Άλμα


Ένας απόκρημνος γκρεμός με φόντο μια θάλασσα που λυσσομανάει. Ένας ουρανός μουντός σκεπασμένος μ’ ένα γκρι πέπλο και μια βροχή να μαστιγώνει το πρόσωπό της. Το κρύο διαπερνούσε τα ρούχα, το δέρμα της κι έφτανε στα σωθικά της. Τα δάχτυλά της, λες και είχαν γίνει ένα με τον βράχο, δεν τα ένιωθε πια. Τα μάτια της προσηλωμένα ευθεία κάτω, στο τέλος του γκρεμού. Τα κύματα χτυπούσαν με μανία τον όγκο, λες κι ήθελαν να τον διαλύσουν σε εκατομμύρια μικρά κομμάτια. Τέντωσε το χέρι της μέχρι την πλάτη, έψαξε λίγο στα τυφλά και σταμάτησε στο σημείο που υπολόγιζε ότι βρίσκεται η ουλή, κρυμμένη καλά κάτω απ’ το χοντρό της πουλόβερ. Την χάιδεψε για λίγο σαν να της είχε λείψει και γέλασε με τον εαυτό της. Γέλασε δυνατά κι αμέσως κάλυψε το στόμα της για να μην ακουστεί. Μα ποιος θα την άκουγε με τέτοιο αέρα και ποιος θα μπορούσε να την βρει εκεί που ήταν; Έτσι άφησε τον εαυτό της ελεύθερο. Γέλασε με την ψυχή της. Γέλασε όπως δεν έχει ξαναγελάσει στην ζωή της και λίγο πριν τα τρανταχτά της γέλια μετατραπούν στην πιο σπαρακτική της έκκληση για βοήθεια, στο πιο γοερό της κλάμα, έκλεισε τα μάτια, έγειρε το κορμί της προς τα εμπρός κι άφησε την βαρύτητα να την κυριέψει. Για λίγο άκουσε τον άνεμο να της ψιθυρίζει όμορφα λόγια στ’ αυτί. Ένιωσε έναν έντονο πόνο στο στομάχι, ένα ελαφρύ μούδιασμα στο κεφάλι κι ένα παχύρρευστο υγρό ν’ αναβλύζει από μέσα της.
Άνοιξε τα μάτια της και οι μπαλκονόπορτες ήταν ανοιχτές. Ο αέρας φυσούσε τόσο δυνατά που τα μάτια της δάκρυσαν και για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν όντως έφταιγε ο αέρας. Η βροχή έμπαινε ανενόχλητη μέσα στο δωμάτιο κι είχε σχηματίσει μια μικρή λιμνούλα. Έσκυψε και είδε το πρόσωπό της να καθρεφτίζεται. Άπλωσε το χέρι της και διέλυσε για λίγο την τέλεια εικόνα που έβλεπε. Έμεινε ξαπλωμένη στο πάτωμα με το ένα χέρι βουτηγμένο στα νερά και το άλλο να πιέζει τόσο πολύ το στομάχι της, σαν να είχε μια ακατανίκητη επιθυμία να διαπεράσει το δέρμα της και να ξεριζώσει ότι υπήρχε μέσα. Έμεινε εκεί για ώρες και θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος ότι είναι νεκρή αν δεν τρανταζόταν το κορμί της από τους δυνατούς λυγμούς. Οι λυγμοί σταμάτησαν και έμεινε εκεί, ακίνητη πια, χωρίς να νοιάζεται για την βροχή, ούτε για τον αέρα, ούτε για το τσιγάρο που έκαιγε στο τασάκι…

Σάββατο 16 Απριλίου 2011

Κάπου προς το τέλος


...It's a hollow play, but they'll clap anyway...

Τι είναι αυτό, ε; Μπορείς να μου εξηγήσεις; Τι στο διάολο κάνεις; Πονάει η ψυχή μου όταν βασανίζεσαι έτσι. Το καταλαβαίνεις; Φυσικά και όχι. Αν το καταλάβαινες, τώρα δεν θα είχαμε φτάσει εδώ που φτάσαμε. Μετά μου λες να κοιτάω ψηλά, να μην παρατάω τα όνειρά μου και να ‘μαι αισιόδοξη. Κι όταν σε ρωτάω τι κάνεις, χαμηλώνεις το κεφάλι, κάτι μουρμουρίζεις και αλλάζεις θέμα. Και γιατί ποτέ σου δεν μιλάς για σένα; Γιατί προσπαθείς να με γιατρέψεις. Τι άλλο πρέπει να κάνω για να καταλάβεις ότι η περίπτωσή μου είναι ανίατη; Γιατί με κάνεις να αισθάνομαι ένα εντελώς εγωπαθέστατο πλάσμα; Δεν είμαι! Κι αν είμαι, δεν θέλω να ‘μαι πια! Και κάτι που σου είχα γράψει, δεν το διάβασες ποτέ. Ξέρεις τι έκανες; Διάβαζες το ένα γράμμα μετά το άλλο, τη μια λέξη μετά την άλλη, διάβαζες τις προτάσεις, μα ποτέ σου δεν διάβασες την ψυχή μου. «Ωραίο», μου είχες πει. Μα δεν περιμένω αυτό. Δεν με νοιάζει αν είναι ωραίο. Και στο κάτω-κάτω ποιος είσαι εσύ, και ποιος είναι ο οποιοσδήποτε, που θα κρίνει αν η ψυχή μου είναι ωραία; Δεν ξέρω… Ίσως φταίω κι εγώ. Ίσως δεν μπόρεσα, τελικά, να την χωρέσω σ’ εκείνο το χαρτί και μισή πώς να τη διαβάσεις και πώς να καταλάβεις; Κι εκείνη η φράση που μου ‘πες πριν μήνες… Λες κι έμπηξες ένα παλούκι ακριβώς στο κέντρο της ψυχής μου και τ’ έφερνες σβούρες. Δεν είμαι εσύ. Μην προσπαθείς, λοιπόν, να με γλιτώσεις από τις ερινύες που κυνηγούν εσένα. Και σταμάτα επιτέλους να μ’ αγνοείς όταν σου ζητάω διέξοδο. Με κυνηγούν, θέλουν να μου κάνουν κακό, το νιώθω σου λέω, το αισθάνομαι. Συναντάω μια μόνο πόρτα που είναι ανοιχτή, μέσα στις δεκάδες που υπάρχουν και μπαίνω μέσα, σου μιλάω, κλαίω, φωνάζω όσο με πλησιάζουν, κι εσύ… Εσύ μου ρίχνεις ένα βλέμμα κι επιστρέφεις στη συζήτησή σου λες και δεν είμαι εκεί. Σε κοιτάζω καλά-καλά, κι ενώ έχει θιχτεί ο εγωισμός μου, κάθομαι σε μια καρέκλα ακριβώς πίσω σου, έχοντας το σώμα σου για ασπίδα, γιατί ξέρω πως εκεί δεν θα με βλάψουν. Όμως για πόσο; Σε λίγο φεύγεις όλο βιασύνη, χωρίς να μου πεις τίποτα και μένω πάλι μόνη. Και δεν φταις μόνο εσύ. Είναι κι άλλα για τα οποία δεν σου ‘χω πει. Δεν τα ξέρεις. Μίλησα πριν λίγες μέρες για την αναλωσιμότητά μας και για το πόσο μη αναντικατάστατοι είμαστε. Το έθεσα, όμως, πολύ γενικά. Πάμε πάλι, λοιπόν. Πόσο εύκολα με αντικατέστησε και πόσο αναλώσιμη είμαι, τελικά. Ο εγωισμός είναι κακός σύμβουλος, σε τυφλώνει και δεν βλέπεις τι γίνεται μπροστά σου κι έχω μάθει να φοβάμαι όταν συναντώ ανθρώπους τυφλωμένους. Γι’ αυτό έκανα στην άκρη και περίμενα να της περάσει. Όμως, όπως σου είπα και πιο παλιά, εμείς οι άνθρωποι μπορούμε να μετατραπούμε σε τρομερά και γλοιώδη πλάσματα. Ή το άλλο… «Τι θα πει, αν μάθει ότι η ποιήτριά του καπνίζει;»…Ποιήτρια; Μα, ποιος σας είπε ότι είμαι ποιήτρια; Κι εκείνο το «του»…Από πού κι ως πού «ποιήτριά του;» Και πού θέλετε να ξέρω εγώ πού είναι; Γιατί ρωτάτε όλοι εμένα; Βέβαια, μπορεί να μου κάνει καλό που με αγνοείς (άθελά σου βέβαια). Ίσως τα πράγματα να ήρθαν έτσι όπως ήρθαν για καλό και μπορεί τελικά να μην με πειράζει τόσο που πιστεύουν ότι του δίνω αναφορά για κάθε τι που κάνω. Ίσως όλα αυτά να είναι απλά δικαιολογίες… Και χθες είπα στη Βάσω ότι αν έχω παράπονο, πρέπει να ‘μαι αχάριστη. Κι όμως, να που παραπονιέμαι ξανά. Ίσως η κ.Ζ. να είχε δίκιο. Ίσως η μανιοκατάθλιψή μου να είναι γεγονός.