Κι είναι κι αυτοί οι άνθρωποι, που έρχονται στην ζωή σου κι
είναι απλά περαστικοί. Τους συναντάς μετά από χρόνια κι όλα έχουν αλλάξει. Βάζεις
κάτω το κεφάλι και φεύγεις τρέχοντας, να σωθείς απ’ την αλήθεια. Κλείνεις την πόρτα
πίσω σου, στέκεσαι στην άκρη κι ύστερα βάζεις τα κλάματα. Κλαις γι’ αυτά που
λησμόνησες, κι ύστερα κλαις γι’ αυτά που δεν θα μπορέσεις ποτέ να λησμονήσεις. Θρηνείς.
Θρηνείς για τον άνθρωπο που έχασες. Θρηνείς, γιατί ξέρεις ότι δεν θα μπορέσεις
ποτέ πια να τον έχεις. Γιατί μερικοί άνθρωποι στην ζωή σου και είναι απλά περαστικοί,
κι αν ποτέ προσπαθήσεις να τους κρατήσεις παραπάνω, χάνουν το νόημά τους κι είναι
σαν να μην υπήρξαν ποτέ...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ακούς;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ακούς;. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013
Περαστικοί
Θυμίζει κάτι από
(κατα)θλιψη,
ακούς;,
αναθεματισμοί,
τι στο διάλολο
Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012
Στάσου λίγο. Στάσου κάτω απ' την λάμπα να σε χτυπάει το φως κι άσε με εμένα να κουρνιάσω στο σκοτάδι και να χάνομαι στις σκέψεις μου. Σ' εκείνους τους ατέλειωτους περιπάτους, στις φωτεινές θάλασσες, στα σκοτεινά δρομάκια. Κάτω απ' τον ήλιο στην αρχή. Ύστερα κάτω απ' το φεγγάρι κι αργότερα...Αργότερα ούτε φεγγάρι. Μονάχα σύννεφα. Όχι, βροχή. Μονάχα σύννεφα. Μονότονα κι άσπρα σύννεφα. Κι αν καμιά φορά γινόντουσαν γκρίζα και δάκρυζε πού και πού ο ουρανός ήταν γιατί δειλά-δειλά έβγαινα απ' το φως για δυο στιγμές, ίσα για να νιώσω τις κόρες των ματιών μου να συστέλλονται. Θυμάσαι τότε που ήμασταν παιδιά και κυνηγούσαμε τις μέλισσες στους αγρούς; Τώρα απέκτησες αλλεργία στις μέλισσες. Απέκτησα κι εγώ αλλεργία στο φως και στους ανθρώπους. Μεγαλώσαμε απότομα. Σε μια νύχτα θαρρώ. Βγήκα απ' το δωμάτιο παιδί, άνοιξα στα κρυφά την πόρτα κι όταν επέστρεψα όλα μου πέφτανε μικρά. Σε παρέσυρα και σένα για να μην είμαι μόνη και τελικά μείναμε να κοιταζόμαστε σαν ξένοι και να μετράμε τις νύχτες, εγώ την θλίψη μου κι εσύ την μοναξιά σου. Κι όταν ξύπνησες ένα πρωί και κοίταξες δίπλα σου το άδειο κρεβάτι, σε πλημμύρισε η απελπισία και σκέφτηκες πως δεν μπορεί να φταις εσύ γι' αυτό. Κι ενώ μια από 'κεινες τις βουβές βραδιές είχαμε δώσει όρκο πως δεν θα γυρνούσαμε ποτέ πίσω, εσύ έψαχνες στο παρελθόν να ρίξεις ευθύνες για το παρόν. Λες και θα μπορούσες να σώσεις το μέλλον. Κι ενώ το είχα πάρει απόφαση πως πρέπει να προχωρήσω κι εγώ προς τα μπροστά, με γύρισες πίσω και μου 'χτισες ένα κάστρο από άμμο - όπως εκείνα που φτιάχναμε παιδιά - και το όρισες φυλακή μου. Χωρίς πόρτες και παράθυρα. Μάλιστα έσκαψες γύρω-γύρω και το χώρισες απ' την υπόλοιπη στεριά και για να 'σαι ακόμα πιο σίγουρος έβαλες κι έναν δράκο να με φυλάει. Κι άκουγα τον ήλιο ν' ανατέλλει και να δύει και μετρούσα. Δώδεκα ανατολές κι έντεκα δύσεις μετά, τα μάτια μου συνήθισαν στο σκοτάδι κι άρχισα να διακρίνω περίεργες μορφές, μα ο φόβος ξεπερνούσε την ανάγκη μου να μάθω. Με πλησίασε ένας άγγελος με μαύρα φτερά. Η ανάσα του μύριζε κρασί και το φως του είχε ξεθωριάσει. Μου ψιθύρισε κάτι στ' αυτί, μα εγώ είχα τον νου μου στο μέτρημα. -Δεκατρείς ανατολές, δώδεκα δύσεις...Τι μου 'πες; Σαν να θίχτηκε που δεν του 'δωσα σημασία και δεν ξαναφάνηκε ποτέ. Κι εγώ ντράπηκα και σφράγισα τα μάτια μου για τιμωρία, μα μέσα μου μια παιδική φωνή ούρλιαζε να την αφήσω να δει ξανά το αγγελούδι. Κι αναρωτήθηκα για μια στιγμή - και στ' ορκίζομαι ήταν μόνο για μια στιγμή - μήπως τα μάτια μου με γέλασαν εκείνο το βράδυ. Μήπως έπεφτε περίεργο το φως της Σελήνης και το 'κανε το δωμάτιο να δείχνει πως είναι τάχα μικρό. Και στ' ορκίστηκα πως ήταν μόνο για μια στιγμή κι ύστερα επέστρεψα στο μέτρημα. Πώς πέρασαν έτσι τα χρόνια;
Θυμίζει κάτι από
ακούς;,
ενδόμυχες σκέψεις
Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012
"Άκου μάνα"
Έλα ρε μάνα. Καλημέρα. Τι κάνετε; Καλά είμαι κι εγώ. Ναι, ναι πίνω και γάλα. Ναι το ξέρω ότι δεν μπορούσες να μιλήσεις. Για πες τώρα… Τόσα πολλά;! Ποιο σπίτι θα πουλήσετε;! Κι ο παππούς; Ψάχνω, ρε μάνα. Ψάχνω, αλλά δεν έχει τίποτα. Μην σκας. Τώρα που θ’ ανοίξει ο καιρός, όλο και κάποιος θα ζητάει γκαρσόνια. Εσείς δεν θέλω να μου στεναχωριέστε. Έχω κι εγώ λεφτά στην άκρη. Ναι, εκείνα που μάζευα για την φωτογραφική. Ε, δεν πειράζει. Θα μαζέψω άλλα. Μια χαρά είμαι. Όχι, δεν ζαλίζομαι. Κι η πίεσή μου καλή είναι. Εσύ τον μπαμπά να προσέχεις. Άσε με εμένα. Την βρίσκω την άκρη. Ποια Ελευθερία; Α! ναι… Όχι, ρε μάνα. Δεν βλέπω Μενεγάκη. Ναι πηγαίνω. Όχι ρε μαμά, δεν μας πετάνε μολότοφ. Ναι θα τρώω. Εντάξει, θα πάω και βόλτα. Να δώσεις στον μπαμπά πολλά φιλιά και να του πεις να μην ανησυχεί. Εδώ είμαι εγώ. Όχι να μην με πάρεις. Θα θυμηθώ να το πάρω το χάπι μου. Άντε κλείνω. Πρέπει να φτιάξω την βαλίτσα. Όχι, ρε μάνα, δεν θα κουβαλήσω όλη την ντουλάπα. Όχι, δεν σου φωνάζω. Ούτε σε μαλώνω. Εντάξει, θα προσέχω. Άντε γεια.
"Γιατί μάνα τα βρήκα όλα μπροστά μου.
Ο πόνος μου ζωή και διάλειμμα η χαρά μου.
Πάντα μάζευα ότι έμενε απ'τη στάχτη
μα η τύχη μ'έχει άχτι.
Άκου μάνα,για όλους έχει ο θεός.
Κι ίσως το δικό μου άστρο να'ναι κάπου εκεί στο φως.
Άκου μάνα,για όλους έχει ο θεός.
Και μας χωράει ο ουρανός..."
Ο πόνος μου ζωή και διάλειμμα η χαρά μου.
Πάντα μάζευα ότι έμενε απ'τη στάχτη
μα η τύχη μ'έχει άχτι.
Άκου μάνα,για όλους έχει ο θεός.
Κι ίσως το δικό μου άστρο να'ναι κάπου εκεί στο φως.
Άκου μάνα,για όλους έχει ο θεός.
Και μας χωράει ο ουρανός..."
Θυμίζει κάτι από
ακούς;
Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012
Δεν αλλάζουν οι άνθρωποι,μάτια μου
Αναθεματισμένες νύχτες. Ξέρεις ποιες λέω… Κάτι νύχτες που η ησυχία είναι τόσο τρομακτική που θέλεις ν’ ανάψεις μέχρι κι εκείνη την λάμπα στον διάδρομο που τρεμοπαίζει. Κι εγώ το κάνω. Την ανάβω και περιμένω. Κάποια στιγμή, όμως, τα φώτα σβήνουν και μένω μέσα στο σκοτάδι, προσπαθώντας στην αρχή να προσαρμόσω τα μάτια μου στο μαύρο. Κι όταν το καταφέρω, κουρνιάζω στην άκρη του καναπέ – σ’ εκείνη που μισώ, όμως, όχι στην άλλη – και περιμένω ν’ απαγγελθούν οι κατηγορίες. Χωρίς κανένα έλεος, λοιπόν, πέφτουν βροχή στο πάτωμα, και στον καναπέ, και πάνω μου και τελικά τις αναγνωρίζω όλες κι αυτές δεν σταματάνε μέχρι να ξημερώσει. Τότε αλλάζω θέση στον καναπέ, κάθομαι για λίγο στην άλλη άκρη μέχρι να συνέλθω και πηγαίνω στο κρεβάτι. Και δεν με πειράζει που πια δεν κοιμάμαι καθόλου τα βράδια. Μόνο να, είναι κάτι που με βασανίζει. Κάτι που δεν θα καταλάβω ποτέ, αλλά ούτε και πρόκειται να αποβάλω. Δεν μπορώ να πω ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Υπάρχει κάτι, όμως, που μ’ εμποδίζει να χαρώ, μ’ εμποδίζει να το ζήσω. «Είναι αυτή η μόνιμη κατάθλιψη που έχετε εσείς οι συγγραφείς». Έτσι μου ‘χε πει ένα απόγευμα η Βάσω, μετά από ένα κουτί τούρτα παγωτού. Παραμύθιασα, λοιπόν, τον εαυτό μου ότι τάχα μας πείραξε το γλυκό και δεν έδωσα συνέχεια. Όμως, δεν είχε κι άδικο. Υπάρχει «κάτι» μέσα μου…πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει, γιατί δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, μάτια μου. Αλλάζουν οι καιροί, κι οι καταστάσεις, κι ο κόσμος γύρω μας, κι ο κόσμος μακριά μας… Μα εσύ, κι εγώ και όλοι μένουμε ίδιοι. Μένουμε ίδιοι στους αιώνες των αιώνων – χωρίς «αμήν». Κι η μονιμότητά μας αυτή μας φθείρει και κουράζει. Βαλτώνουμε με τον καιρό και τρέχουμε στο άγνωστο, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να ξεφύγουμε απ’ το γνωστό. Μα το «γνωστό» το κουβαλάς μέσα σου, το σέρνεις στους χωματόδρομους που τρέχεις, το βουλιάζεις στους βρώμικους βάλτους που βουτάς, το γδέρνεις στις άκρες των βουνών που σκαρφαλώνεις και τελικά το αγκαλιάζεις ηττημένος. Το αγκαλιάζεις είτε τ’ αγαπάς είτε όχι. Το αγκαλιάζεις γιατί δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, μάτια μου…
ΥΓ. Μετά από πολύ καιρό, έγραψα πρώτα σ’ ένα φύλλο χαρτί. Πόσο εύκολα την ξεχνάμε την αξία της μουτζούρας.
Θυμίζει κάτι από
(κατα)θλιψη,
ακούς;,
αναθεματισμοί,
αϋπνίες
Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012
- Άσε κάτω το ψαλίδι…
- Πάλι ήρθες;
- Ήρθα. Άσε κάτω το ψαλίδι…
- Σ’ ευχαριστώ…
- Μπορείς να το κάνεις και με τα χέρια.
- Πάλι ήρθες…
- Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις;
- Ξέρω.
- Άντε, λοιπόν, μην αργείς.
- Δεν μπορώ.
- Κάντο.
- Πονάω σου λέω. Το δέρμα μου τραβάει.
- Κάντο!
- Το σώμα μου διαμαρτύρεται… Έλειπες κι εσύ τόσο καιρό…
- Κάντο!!
- Γιατί έλειπες;
- Απλά τελείωνε…
- Δεν μπορώ. Του είπα ότι θα γυρίσω.
- Μην σκέφτεσαι άλλο.
- Με περιμένει, σου λέω. Με ζητάει. Του λείπω.
- Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις.
- Δεν μ’ ακούς;! Το’ πε στην μάνα σήμερα. Με θέλει πίσω.
- Μην σκέφτεσαι σου λέω.
- Μα θα κλάψει αν δεν γυρίσω.
- Θα του περάσει…
- Θα του περάσει;
- Κάντο.
- Θα του περάσει…
- Μην σκέφτεσαι, σου λέω, άλλο. Κάντο!
- Θα του περάσει.
- ΚΑΝΤΟ!!!
- Δεν μπορώ σου λέω! Έφυγες κι εσύ! ΜΑΝΑ!!! Πού κρύφτηκες; Γιατί δεν βγαίνεις να σε δω; ΜΑΝΑΑΑΑ!!! ΘΑ ΤΟΥ ΠΕΡΑΣΕΙ, ΜΑΝΑ! Μάνα...ακούς; Θα του περάσει…
Θυμίζει κάτι από
ακούς;
Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011
Για να πεις κι εσύ ότι το χρέος σου το έκανες...
Τυχαία. Εντελώς τυχαία, χωρίς να υπάρχει ουσιαστικός λόγος, σε θυμήθηκα πάλι. Διάβασα εκείνα τα ωραία λόγια που είχες πει για μένα. Θυμήθηκα εκείνη την ημέρα που με κατέταξες στους «φίλους» σου. Και τώρα… Δεν ξέρω γιατί… Δεν ξέρω τι φοβήθηκες και κάτι μου λέει ότι δεν θα μάθω ποτέ. Δεν θα μάθω ποτέ και θλίβομαι γι’ αυτό. Αν ρωτάς για μένα, που συνήθως το κάνεις, αλλά τώρα τελευταία αμφιβάλλω αν το εννοείς, είμαι καλά. Τα Χανιά είναι απίθανα, οι άνθρωποι επίσης, τα μέρη εδώ είναι καταπληκτικά, αλλά… Πρέπει πάντα να υπάρχει ένα «αλλά» και να τα χαλάει όλα, έτσι δεν είναι; Αλλιώς πώς; Πώς θα έχω αυτή την ελαφριά μελαγχολία; Πώς θα γράφω; Πώς θα ζήσω; Και είχα πει δεν θα ξαναμιλήσω για σένα, δεν θα ασχοληθώ μαζί σου ξανά, ούτε καν θα σε ξανασκεφτώ. Περίεργα παιχνίδια παίζει, όμως, η ζωή και να που πάλι για σένα γράφω. Κι έχω ένα σωρό ερωτηματικά που με βασανίζουν. Άραγε νοιάστηκες ποτέ πραγματικά; Αλλά ας μην παραλογίζομαι… Άλλωστε είναι κι εκείνο που είχες πει στην Βάσω. Μα δεν σε κατηγορώ που τρόμαξες. Κι εγώ φοβάμαι, άλλωστε. Όμως μερικά πράγματα δεν τα ελέγχεις. Ή μπορεί να τα ελέγχεις για κάποιο διάστημα, όμως έρχεται η στιγμή που ξεχειλίζουν και δεν μπορείς να τα κρατήσεις άλλο μέσα σου και πνίγεσαι. Έτσι, λοιπόν, κι εγώ… Πνιγόμουν. Κι εσύ… Εσύ, αντί να με βοηθήσεις να σωθώ, με βοήθησες να βυθιστώ λίγο ακόμα πιο βαθιά και τώρα συνεχίζω να πνίγομαι. Ένας πνιγμός αέναος και ανελέητος. Ναι, ξέρω τι θα μου πεις… Θυμάμαι, δηλαδή, τι μου είχες πει. Σου φαίνεται παράξενο, ε; Κι όμως. Θυμάμαι και την πιο μικρή λεξούλα που έχεις πει. Εσύ μάλλον όχι, αλλά πότε δεν με πείραξε που δεν έδινες σημασία στις λεπτομέρειες. Όχι, δεν είμαι θυμωμένη, αν αναρωτιέσαι. Αυτό που αισθάνομαι δεν είναι θυμός. Μια βαθιά απογοήτευση είναι, γιατί έπεσαν σιγά-σιγά οι μάσκες, αλλάξανε οι αντιδράσεις, τα συναισθήματα κι οι σχέσεις, οι «θεοί» μου απομυθοποιήθηκαν κι ένα «συγχαρητήρια» δεν άκουσα απ’ το στόμα σου. Ένα τυπικό, έστω, «μπράβο», έτσι για τα μάτια του κόσμου. Για να πεις κι εσύ ότι το χρέος σου το έκανες…
"Μερικές φορές δεν μπορείς να σώσεις του ανρθώπους. Μπορείς μόνο να τους αγαπάς κι αυτό είναι αρκετό!"
Θυμίζει κάτι από
ακούς;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



