Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Χαμένες Ψυχές



Απ’ το σαλόνι ως το δωμάτιο,
πάντα η ίδια διαδρομή,
μ’ ένα μπουκάλι ουίσκι στο χέρι,
μια βότκα στο τραπέζι ανοιχτή
και κάτι γυαλιά στο πάτωμα
από ένα ποτήρι που έσπασε πιο πριν.

Καλοπιάνω το τηλέφωνο,
μήπως και χτυπήσει,
μήπως κάποιος με γυρέψει,
μήπως δω κάποιον γνώριμο αριθμό.
Όμως, σιωπή.

Και να με καλούσες, ποια η διαφορά;
Αφού, απ’ τις εισερχόμενες,
τ’ όνομά σου θα σβηστεί.

Κοιτάζω το ταβάνι,
έπειτα δεξιά και λίγο αριστερά,
μα όλα είναι ίδια, ασάλευτα και βαρετά.
Κάθομαι στην πόρτα με τα πόδια λυγισμένα
και ψιθυρίζω προσευχές,
μήπως και σε δω να μπαίνεις.
Όμως, κανείς.

Και να ερχόσουν, ποια η διαφορά;
Αφού, έτσι κι αλλιώς, μας χωρίζουν
ένα εκατομμύριο χιλιόμετρα.

Αυτή τη σιωπή δεν την αντέχω,
με καταστρέφει.
Φωνάζω, ν’ ακουστώ,
για να την σπάσω.
Όμως, δεν έχω πια φωνή.

Και να μου’ χε μείνει λίγη, ποια η διαφορά;
Αφού δεν είναι κανείς να την ακούσει.

Και βλέπω τη ζωή σαν υποχρέωση,
σαν μια εκκρεμότητα,
που πρέπει επιτέλους να τελειώνει.
Και παίρνω ένα τηλέφωνο,
μια κλήση χωρίς χρέωση,
ν’ ακούσω μια φωνή να μου μιλά.
«Παρακαλώ περιμένετε» μου λέει
και κλείνω βιαστικά.

Και να’ χα μείνει στη γραμμή, τι θα’ χε γίνει;
Αφού, έτσι κι αλλιώς, η σιωπή θα μ’ έπνιγε μετά...



Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

Βάρκα Από Χάρτινο Καμβά


Φτιάχνω μια βάρκα από χαρτί
και παίρνω για κουπί την πένα.
Παίρνω την ανάσα σου και φτιάχνω αέρα
Και το χρώμα από τα μάτια σου και φτιάχνω ουρανό.
Μ’ αυτή τη βάρκα από χαρτί κι αυτόν τον ξέπνοο αέρα,
Ταξιδεύω για να φτάσω στ’ άπειρο κι από κει πάλι σε σένα.
Ζωγράφισα 2-3 πουλιά στον ουρανό και μερικά σύννεφα, να παίζουνε κρυφτό.

Κι έτσι όπως πήγαινα να ζωγραφίσω κι εσένα,
Πέφτει μια σταγόνα από μελάνι.
Τα σύννεφα αρχίζουν να πυκνώνουν
Και τα πουλιά ψάχνουνε μέρος να κρυφτούν.
Μα δεν ζωγράφισα δέντρα και λουλούδια,
Μονάχα κρύα και υγρά κλουβιά.
Και κάτι παιδιά που παίζανε πιο πέρα,
Τρέχουν κι αυτά για να κρυφτούν.
Μα δεν ζωγράφισα σπίτια και περιβόλια,
Μονάχα κάτι γκρίζα και νεκρά μπετά.

Κι έτσι όπως πέφτει η βροχή σαν καταρράκτης,
Πάνω στο χαρτένιο μου βαρκάκι, βουλιάζει.
Μα δεν ζωγράφισα βυθό, ούτε δελφίνια να με βγάλουν στη στεριά.
Μόνο σκοτεινά κι απύθμενα νερά.
Φωνάζω ν’ ακουστώ.
Μα δεν ζωγράφισα εσένα,
Μονάχα κάτι κουφούς ζητιάνους στην πλατεία.

Με το δεξί μου χέρι πιάνομαι από ένα χαρτί
Και στο αριστερό κρατώ σφιχτά την πένα.
Στο πάνω μέρος του χαρτιού γράφω μια λέξη
Και κάτω σχεδιάζω μια μορφή ολόιδια με σένα.
Σηκώνεις το κεφάλι και διαβάζεις,
Νομίζω μου ψιθύρισες: «Συγγνώμη.»
Μα δεν ζωγράφισα φωνή,
Μονάχα στόματα που χάσκουν.

Η λέξη που σου έγραψα νομίζω ήτανε: «Βοήθεια»
Τη διάβασα και φωναχτά,
Μα το νερό, τα μάτια μου θολώνει και
Το νου μου ζαλίζει
Δεν τη θυμάμαι.

Έτσι, τώρα, χωρίς βάρκα και χωρίς αέρα,
Ταξιδεύω, για να φτάσω στ’ άπειρο κι από κει πάλι σε σένα…