Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναθεματισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναθεματισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Ghouls






Είναι μια πόλη χωρίς φώτα κι οι κάτοικοί της επτάψυχα αιλουρωειδή με σαπισμένα σπλάχνα. Κι όταν βρέχει κανείς δεν τολμά να πατήσει γη. Ανοίγουν δειλά τις κουρτίνες και κατασκοπεύουν ο ένας το σκοτάδι του άλλου. Όταν αστράφτει κρύβονται κάτω απ'το τραπέζι και κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε να κλείσει τις κουρτίνες. Κανείς ποτέ δεν τόλμησε ν' αντικρίσει το σκοτάδι του. Το δικό του σκοτάδι. Το ολόδικό του έρεβος. Είναι μια πόλη με σκουριασμένα σίδερα και επιχρυσωμένα σκουπίδια να σέρνονται στους δρόμους της. Κι οι άνθρωποι τα αγαπούν, τα μισούν, τα θαυμάζουν, τα κατηγορούν, τ' αγκαλιάζουν, τα γλύφουν, τα φτύνουν. Μα κανείς δεν αδιαφόρησε κι ύστερα όλοι τα προσπέρασαν. Είναι μια πόλη με περίεργους θορύβους, σπαραχτικά ουρλιαχτά που τα καταπίνει η νύχτα. Τα έμβρυα υπογράφουν μια συνθήκη σιωπής και παίρνουν σαν αντάλλαγμα δυο μάτια ικανά να διαβάζουν το σκοτάδι, μα ποτέ κανείς δεν τους δίδαξε τον τρόπο. Κι έτσι χάνονται στις παραισθήσεις κι όταν έρθει η ώρα επιλέγουν μιαν αιώνια τύφλωση για χάρη μιας εφήμερης λύτρωσης. Μιας κενής, πλαστής και νόθας λύτρωσης. Είναι μια πόλη νεκρή κι οι κάτοικοί της πτώματα με μάτια αιλουροειδών και σπλάχνα σαπισμένα.


Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Περαστικοί




Κι είναι κι αυτοί οι άνθρωποι, που έρχονται στην ζωή σου κι είναι απλά περαστικοί. Τους συναντάς μετά από χρόνια κι όλα έχουν αλλάξει. Βάζεις κάτω το κεφάλι και φεύγεις τρέχοντας, να σωθείς απ’ την αλήθεια. Κλείνεις την πόρτα πίσω σου, στέκεσαι στην άκρη κι ύστερα βάζεις τα κλάματα. Κλαις γι’ αυτά που λησμόνησες, κι ύστερα κλαις γι’ αυτά που δεν θα μπορέσεις ποτέ να λησμονήσεις. Θρηνείς. Θρηνείς για τον άνθρωπο που έχασες. Θρηνείς, γιατί ξέρεις ότι δεν θα μπορέσεις ποτέ πια να τον έχεις. Γιατί μερικοί άνθρωποι στην ζωή σου και είναι απλά περαστικοί, κι αν ποτέ προσπαθήσεις να τους κρατήσεις παραπάνω, χάνουν το νόημά τους κι είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ...

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Δεν αλλάζουν οι άνθρωποι,μάτια μου


Αναθεματισμένες νύχτες. Ξέρεις ποιες λέω… Κάτι νύχτες που η ησυχία είναι τόσο τρομακτική που θέλεις ν’ ανάψεις μέχρι κι εκείνη την λάμπα στον διάδρομο που τρεμοπαίζει. Κι εγώ το κάνω. Την ανάβω και περιμένω. Κάποια στιγμή, όμως, τα φώτα σβήνουν και μένω μέσα στο σκοτάδι, προσπαθώντας στην αρχή να προσαρμόσω τα μάτια μου στο μαύρο. Κι όταν το καταφέρω, κουρνιάζω στην άκρη του καναπέ – σ’ εκείνη που μισώ, όμως, όχι στην άλλη – και περιμένω ν’ απαγγελθούν οι κατηγορίες. Χωρίς κανένα έλεος, λοιπόν, πέφτουν βροχή στο πάτωμα, και στον καναπέ, και πάνω μου και τελικά τις αναγνωρίζω όλες κι αυτές δεν σταματάνε μέχρι να ξημερώσει. Τότε αλλάζω θέση στον καναπέ, κάθομαι για λίγο στην άλλη άκρη μέχρι να συνέλθω και πηγαίνω στο κρεβάτι. Και δεν με πειράζει που πια δεν κοιμάμαι καθόλου τα βράδια. Μόνο να, είναι κάτι που με βασανίζει. Κάτι που δεν θα καταλάβω ποτέ, αλλά ούτε και πρόκειται να αποβάλω. Δεν μπορώ να πω ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Υπάρχει κάτι, όμως, που μ’ εμποδίζει να χαρώ, μ’ εμποδίζει να το ζήσω. «Είναι αυτή η μόνιμη κατάθλιψη που έχετε εσείς οι συγγραφείς». Έτσι μου ‘χε πει ένα απόγευμα η Βάσω, μετά από ένα κουτί τούρτα παγωτού. Παραμύθιασα, λοιπόν, τον εαυτό μου ότι τάχα μας πείραξε το γλυκό και δεν έδωσα συνέχεια. Όμως, δεν είχε κι άδικο. Υπάρχει «κάτι» μέσα μου…πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει, γιατί δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, μάτια μου. Αλλάζουν οι καιροί, κι οι καταστάσεις, κι ο κόσμος γύρω μας, κι ο κόσμος μακριά μας… Μα εσύ, κι εγώ και όλοι μένουμε ίδιοι. Μένουμε ίδιοι στους αιώνες των αιώνων – χωρίς «αμήν». Κι η μονιμότητά μας αυτή μας φθείρει και κουράζει. Βαλτώνουμε με τον καιρό και τρέχουμε στο άγνωστο, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να ξεφύγουμε απ’ το γνωστό. Μα το «γνωστό» το κουβαλάς μέσα σου, το σέρνεις στους χωματόδρομους που τρέχεις, το βουλιάζεις στους βρώμικους βάλτους που βουτάς, το γδέρνεις στις άκρες των βουνών που σκαρφαλώνεις και τελικά το αγκαλιάζεις ηττημένος. Το αγκαλιάζεις είτε τ’ αγαπάς είτε όχι. Το αγκαλιάζεις γιατί δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, μάτια μου…

ΥΓ. Μετά από πολύ καιρό, έγραψα πρώτα σ’ ένα φύλλο χαρτί. Πόσο εύκολα την ξεχνάμε την αξία της μουτζούρας.


 "Σταματήσαμε να ψάχνουμε για τέρατα κάτω απ'το κρεβάτι μας, όταν καταλάβαμε ότι βρίσκονται μέσα μας."

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Κοίτα να προσέχεις...


Κοίτα να κρατάς κοντά σου όσους αγαπάς για να τους αγαπήσεις ακόμα περισσότερο. Κοίτα να τους κρατάς κοντά σου, για να μην ξεχάσεις πώς μιλάνε, πώς σε κοιτάζουν, πώς αστειεύονται και να τους αγαπάς πολύ. Τόσο πολύ που να μην μπορεί ούτε ο ίδιος σου ο εαυτός να εξηγήσει πόσο. Κοίτα να τους αγαπάς και να τους αφήνεις να σε πειράζουν και ν’ ανακατεύουν την ζωή σου, γιατί αυτό ξέρουν να κάνουν καλά. Κοίτα να τους αγαπάς και να κάνες πέρα τους εγωισμούς, γιατί οι εγωισμοί περιορίζουν την αγάπη και σε τυφλώνουν. Κοίτα να τους προσέχεις και να τους αφήνεις να σε προσέχουν κι αυτοί. Κοίτα να τους αγαπάς για να σου λείπουν κι όταν σου λείπουν τρέξε κοντά τους, με το νου ή το κορμί σου. Μα πάνω απ’ όλα, κοίτα να τους αγαπάς…
Κοίτα να τους αγαπάς όσο μπορείς, γιατί ίσως μετά να είναι αργά...




Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Βρέχει αστέρια... Κι εμείς...


Μήνυμα χωρίς χρέωση: 14844 ώρα Ελλάδος από τον ΟΤΕ. Η χρέωση είναι 0,30€ από σταθερό και 0,50€ από κινητό ανά κλήση…Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι 22 και 24 και 20 δευτερόλεπτα… Σήμερα βρήκα ένα καταπληκτικό σπίτι στην Θεσσαλονίκη. Φυσικά πρέπει να πάω να το δω και να διευκρινίσω αν είναι και τα κοινόχρηστα στην τιμή. Και, βέβαια, πρέπει πρώτα να βγουν οι βάσεις για να σιγουρευτώ ότι πέρασα εκεί.  Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι 22 και 24 και 30 δευτερόλεπτα… Αύριο η τελευταία μέρα στην δουλειά μου. Α, ναι! Ξέχασα… Βρήκα δουλειά! Κάτι σαν γραμματέας, κάτι σαν λογίστρια… Η τελευταία μέρα, λοιπόν, που βλέπω τον Νίκο. Κρίμα… Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι 22 και 24 και 40 δευτερόλεπτα… Χτύπησα το τατουάζ που σου έλεγα! Ω, ναι. Όχι, δεν πόνεσε πολύ. Μπορώ να πω πως δεν πόνεσε καθόλου. Είναι πολύ ωραίο. Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι 22 και 24 και 50 δευτερόλεπτα… Αύριο, λοιπόν, επιστρέφω στην Νικήτη. Και δεν πρόλαβα να σου πω ούτε καν ένα γεια. Δεν πρόλαβα να σε ρωτήσω τι κάνεις, πώς περνάς και τι πρόοδο έχεις κάνει. Δεν πρόλαβα ούτε καν να αποφασίσω τι θα κάνω μαζί σου τελικά κι ο καιρός όλο και πλησιάζει, ο χρόνος όλο και λιγοστεύει. Δεν με πιστεύεις; Να άκου… Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι 22 και 25 ακριβώς… Και που λες σήμερα, θα βρέξει αστέρια. Ναι, αστέρια! Δεν το ήξερες; Στήθηκα, λοιπόν κι εγώ μπροστά στο παράθυρο της κουζίνας, αγνοώντας επιδεικτικά την στοίβα με τα πιάτα που με περίμενε υπομονετικά στον νεροχύτη, για να δω αυτό το υπερθέαμα. Σκοτείνιασε, λοιπόν, κι εγώ ακόμη περιμένω… Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι 22 και 25 και 10 δευτερόλεπτα… Κοιτάζω τον ουρανό, όμως, δεν βλέπω τίποτα. Ψάχνω παντού για να δω ένα αστέρι, όχι να πέφτει. Όχι, δεν ζητάω τόσο πολλά. Θέλω μόνο να βρω ένα που να λάμπει ακόμα… Μα πού στο καλό εξαφανίστηκαν όλα τ’ αστέρια; Δεν βρίσκω ούτε ένα. Βλέπω μόνο τα φώτα της απέναντι καφετέριας και το τσιμέντο από την τράπεζα απέναντί μου, που κάθε φορά που προσπαθώ ν’ αγγίξω λίγο ουρανό με το βλέμμα μου, με κρατάει εγκλωβισμένη, με πνίγει. Και προσπαθώ ν’ ακούσω τουλάχιστον τον ήχο από τ’ αστέρια που πέφτουν, όμως ούτε κι αυτό είμαι ικανή ν’ ακούσω. Μπορώ μόνο ν’ ακούσω το καινούριο hit της Lady Gaga από την ίδια καφετέρια, κάτι μεθυσμένους πιο εκεί να βρίζουν και τον συναγερμό της τράπεζας. Βρέχει αστέρια! Ακούς; Βρέχει αστέρια… Κι εμείς… Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι 22 και 25 και 20 δευτερόλεπτα… Κι ο χρόνος κυλάει σαν νερό. Σου το είπα; Κι εγώ δεν το αντέχω. Δεν το πιστεύω! Γι’ αυτό παίρνω κάθε λίγο και λιγάκι κι ακούω την ώρα. Μήπως και έχω κάνει κανένα λάθος στο μέτρημα των λεπτών, των δευτερολέπτων ή και των ωρών και τελικά τα χρόνια δεν έχουν περάσει τόσο γρήγορα. Όμως, αυτή η φωνή είναι τόσο ανελέητη! Δεν με λυπάται ποτέ! Όσες φορές και να πάρω πάντα μου υπενθυμίζει πόσο γρήγορα περνάει ο χρόνος. Κι εγώ την αφήνω να μου μιλάει, μέχρι να κουραστεί, να κλείσει η γραμμή και μετά μένω μέσα στο δωμάτιο ν’ ακούω τον μονότονο ήχο που κάνει το τηλέφωνο, όταν κλείνει η γραμμή. Κι αν δεν με πιστεύεις άκου κι αυτό…

Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι 22 και 25 και…










Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

Εξαιρετικά Αφιερωμένο


Ετοιμάζομαι να βγω πάλι… Ναι καλά ακούς, πάλι… Πάλι, γιατί αν μείνω μέσα θα μου στρίψει. Έμαθα πολλά πράγματα τελευταία και είναι υπερβολικά πολλές οι πληροφορίες για να καταφέρω να τις συγκρατήσω. Είναι πολλές και πονάνε άλλο τόσο. Ήξερες εσύ ότι είμαι ο «εγκέφαλος» της παρέας; Εγώ πάλι πρώτη φορά τ’ ακούω… Ίσως αυτά που έλεγα για να καθησυχάσω τις άλλες, ώστε να μην φτάσουμε στα άκρα, τελικά να έκρυβαν ένα άλλο νόημα με απώτερο σκοπό να τις αποπροσανατολίσω και τελικά να κάνουν ότι θέλω εγώ. Ε, ναι αυτό πρέπει να είναι, γιατί είναι γνωστά άβουλα όντα αυτοί που ονομάζω μεν «φίλους» μου, όμως στην πραγματικότητα είναι τα υποχείριά μου. Είναι παιχνιδάκια, τα οποία εξουσιάζω και ικανοποιώ έτσι την δίψα μου για δύναμη. Ίσως τελικά να είμαι και απόγονος του Αδόλφου. Και να δεις που και τώρα που θα διαβάσουν το κείμενο, δεν θα θυμώσουν. Έχω εγώ τον τρόπο μου πάντα και καταφέρνω να τους…υπνωτίζω. Γιατί το άλλο; Ήξερες εσύ ότι όποιος καπνίζει είναι πολύ αλήτης και φυσικά κρύβεται από την υπόλοιπη παρέα γιατί τους ντρέπεται; Εγώ πάλι το έμαθα πρόσφατα… Αν με δεις στον δρόμο, λοιπόν, μην με χαιρετήσεις και χαλάσει η ατσαλάκωτη εικόνα σου κι εδώ μην μου κάνεις κανένα σχόλιο και μολύνεις το άσπιλο μυαλό σου… Δεν είναι τόσο τα λόγια που με πειράζουν… Εντάξει οφείλω να ομολογήσω ότι κατάφεραν να με κρατήσουν ένα βράδυ ξύπνια, άλλοτε να τα σκέφτομαι κι άλλοτε να βάζω τα κλάματα, όμως άλλο είναι αυτό που μ’ ενοχλεί. Μ’ ενοχλεί η υποκρισία σου, μ’ ενοχλεί ότι σε θεωρούσα φίλη, μ’ ενοχλεί ότι νόμιζα πως σε ήξερα, μ’ ενοχλεί το μίσος σου, μ’ ενοχλεί που δεν ανοίγεις το βρωμόστομά σου για να τα διαψεύσεις… Εκτός βέβαια, αν τα πιστεύεις κι εσύ αυτά… Ε, τότε, σ’ αυτήν την περίπτωση, μ’ ενοχλεί ότι νόμιζα πως με ήξερες, όμως τελικά δεν ήξερες τίποτα. Δεν ξέρεις τίποτα, απ’ ότι φαίνεται. Δεν ξέρεις τι θα πει ειλικρίνεια και εμπιστοσύνη, δεν ξέρεις τι θα πει φιλία… Αλλά ξέχασα, ούτε κι εγώ ξέρω, αφού κι εγώ δεν έχω φίλους…υποχείρια είναι… Φύγε, λοιπόν, πάνε στους καινούριους σου φίλους, να σε γλείφουν και να σου λένε αυτά που θες ν’ ακούσεις και καλά να περνάς…  Τώρα για πόσο θα περνάς καλά μ’ αυτήν την πολύ ωραία και τέρμα επιφανειακή σχέση με τα γλειφτράκια σου, δεν ξέρω… Πάντως σου εύχομαι μέσα απ’ την ψυχή μου, να ‘ρθει σύντομα αυτή η στιγμή για να μπορέσω να πάρω κι εγώ την ικανοποίησή μου... Μα μην απορείς, αφού είπαμε… Είμαι κακός άνθρωπος εγώ…

Σάββατο 16 Απριλίου 2011

Κάπου προς το τέλος


...It's a hollow play, but they'll clap anyway...

Τι είναι αυτό, ε; Μπορείς να μου εξηγήσεις; Τι στο διάολο κάνεις; Πονάει η ψυχή μου όταν βασανίζεσαι έτσι. Το καταλαβαίνεις; Φυσικά και όχι. Αν το καταλάβαινες, τώρα δεν θα είχαμε φτάσει εδώ που φτάσαμε. Μετά μου λες να κοιτάω ψηλά, να μην παρατάω τα όνειρά μου και να ‘μαι αισιόδοξη. Κι όταν σε ρωτάω τι κάνεις, χαμηλώνεις το κεφάλι, κάτι μουρμουρίζεις και αλλάζεις θέμα. Και γιατί ποτέ σου δεν μιλάς για σένα; Γιατί προσπαθείς να με γιατρέψεις. Τι άλλο πρέπει να κάνω για να καταλάβεις ότι η περίπτωσή μου είναι ανίατη; Γιατί με κάνεις να αισθάνομαι ένα εντελώς εγωπαθέστατο πλάσμα; Δεν είμαι! Κι αν είμαι, δεν θέλω να ‘μαι πια! Και κάτι που σου είχα γράψει, δεν το διάβασες ποτέ. Ξέρεις τι έκανες; Διάβαζες το ένα γράμμα μετά το άλλο, τη μια λέξη μετά την άλλη, διάβαζες τις προτάσεις, μα ποτέ σου δεν διάβασες την ψυχή μου. «Ωραίο», μου είχες πει. Μα δεν περιμένω αυτό. Δεν με νοιάζει αν είναι ωραίο. Και στο κάτω-κάτω ποιος είσαι εσύ, και ποιος είναι ο οποιοσδήποτε, που θα κρίνει αν η ψυχή μου είναι ωραία; Δεν ξέρω… Ίσως φταίω κι εγώ. Ίσως δεν μπόρεσα, τελικά, να την χωρέσω σ’ εκείνο το χαρτί και μισή πώς να τη διαβάσεις και πώς να καταλάβεις; Κι εκείνη η φράση που μου ‘πες πριν μήνες… Λες κι έμπηξες ένα παλούκι ακριβώς στο κέντρο της ψυχής μου και τ’ έφερνες σβούρες. Δεν είμαι εσύ. Μην προσπαθείς, λοιπόν, να με γλιτώσεις από τις ερινύες που κυνηγούν εσένα. Και σταμάτα επιτέλους να μ’ αγνοείς όταν σου ζητάω διέξοδο. Με κυνηγούν, θέλουν να μου κάνουν κακό, το νιώθω σου λέω, το αισθάνομαι. Συναντάω μια μόνο πόρτα που είναι ανοιχτή, μέσα στις δεκάδες που υπάρχουν και μπαίνω μέσα, σου μιλάω, κλαίω, φωνάζω όσο με πλησιάζουν, κι εσύ… Εσύ μου ρίχνεις ένα βλέμμα κι επιστρέφεις στη συζήτησή σου λες και δεν είμαι εκεί. Σε κοιτάζω καλά-καλά, κι ενώ έχει θιχτεί ο εγωισμός μου, κάθομαι σε μια καρέκλα ακριβώς πίσω σου, έχοντας το σώμα σου για ασπίδα, γιατί ξέρω πως εκεί δεν θα με βλάψουν. Όμως για πόσο; Σε λίγο φεύγεις όλο βιασύνη, χωρίς να μου πεις τίποτα και μένω πάλι μόνη. Και δεν φταις μόνο εσύ. Είναι κι άλλα για τα οποία δεν σου ‘χω πει. Δεν τα ξέρεις. Μίλησα πριν λίγες μέρες για την αναλωσιμότητά μας και για το πόσο μη αναντικατάστατοι είμαστε. Το έθεσα, όμως, πολύ γενικά. Πάμε πάλι, λοιπόν. Πόσο εύκολα με αντικατέστησε και πόσο αναλώσιμη είμαι, τελικά. Ο εγωισμός είναι κακός σύμβουλος, σε τυφλώνει και δεν βλέπεις τι γίνεται μπροστά σου κι έχω μάθει να φοβάμαι όταν συναντώ ανθρώπους τυφλωμένους. Γι’ αυτό έκανα στην άκρη και περίμενα να της περάσει. Όμως, όπως σου είπα και πιο παλιά, εμείς οι άνθρωποι μπορούμε να μετατραπούμε σε τρομερά και γλοιώδη πλάσματα. Ή το άλλο… «Τι θα πει, αν μάθει ότι η ποιήτριά του καπνίζει;»…Ποιήτρια; Μα, ποιος σας είπε ότι είμαι ποιήτρια; Κι εκείνο το «του»…Από πού κι ως πού «ποιήτριά του;» Και πού θέλετε να ξέρω εγώ πού είναι; Γιατί ρωτάτε όλοι εμένα; Βέβαια, μπορεί να μου κάνει καλό που με αγνοείς (άθελά σου βέβαια). Ίσως τα πράγματα να ήρθαν έτσι όπως ήρθαν για καλό και μπορεί τελικά να μην με πειράζει τόσο που πιστεύουν ότι του δίνω αναφορά για κάθε τι που κάνω. Ίσως όλα αυτά να είναι απλά δικαιολογίες… Και χθες είπα στη Βάσω ότι αν έχω παράπονο, πρέπει να ‘μαι αχάριστη. Κι όμως, να που παραπονιέμαι ξανά. Ίσως η κ.Ζ. να είχε δίκιο. Ίσως η μανιοκατάθλιψή μου να είναι γεγονός.

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

"Η τέχνη δεν βοηθά τους ανθρώπους...Οι άνθρωποι βοηθούν τους ανθρώπους"



Πώς να τα χαρακτηρίσω τα πράγματα αυτές τις μέρες; Σήμερα το πρόγραμμα έλεγε ένα δίωρο διαγώνισμα στην Έκθεση. Ωραία σκέφτηκα… Θα ξεχαστώ λιγάκι. Λες και μ’ άκουσε κάποιος, γέλασε μαζί μου και πήρε από μέσα μου όλα αυτά που ήθελα να γράψω. Τα έκλεισε σ’ ένα κουτάκι κι εγώ έμεινα μετέωρη να κοιτάζω το θέμα: «Γράψτε την άποψή σας για τον προορισμό και τον σκοπό της τέχνης». Ξεκίνησα απ’ την περίληψη, όμως δεν μου έβγαινε. Έσβησα το κεφαλαίο Α και τη θέση του πήρε το Γ. Προσπάθησα να γράψω την έκθεση. Δεν μου έβγαιναν οι ρουφιάνες οι λέξεις, ή καλύτερα, μου έβγαιναν αλλά όχι όπως «πρέπει» να μου βγουν σε μια έκθεση. Σε κάθε πρόταση που έγραφα, λες και με πονούσαν τόσο πολύ, τόσο βαθιά οι λέξεις, έβγαζα κι από ένα δάκρυ. Έκανα υπεράνθρωπη προσπάθεια να συγκρατηθώ, να βγάλω τον σκασμό, για μια φορά στη ζωή μου, και να γράψω μια συνηθισμένη έκθεση, όπως όλοι. Προχωρούσα, λοιπόν, στην επόμενη πρόταση κι έπειτα στην άλλη, ώσπου κατάφερα να γράψω την πρώτη παράγραφο. Την διάβασα. Δεν την θυμάμαι τώρα. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι ήταν τόσο ψυχρή κι απρόσωπη. Δεν μπορώ σκέφτηκα. Όχι, σήμερα. Όχι, τώρα. Η τέχνη είναι πάθος, έμπνευση, είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Δεν γίνεται να την παρουσιάζω με κρύα και απρόσιτα λόγια. Δεν μπορώ… Ζωγράφισα ένα κλουβί και έγραψα κάτι στίχους από κάτω. Μετά πασάλειψα τα χέρια μου με μελάνι. «Δεν μπορεί ένα παιδί που γράφει γενικότερα, να δυσανασχετεί να γράψει έκθεση και μάλιστα σ’ ένα θέμα όπως η τέχνη. Σκέψου εσένα, την Βάσω, τον Γιωτούλη, εμένα…Γράψε για την τέχνη». Αχ, κ. Ζ. Καλή μου, κ. Ζ. Τι καλά να σας γνώριζα σε μια περίοδο που να ήμουν ήρεμη. Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά. Ακολούθησα, λοιπόν, την συμβουλή της, αν και το γεγονός ότι με είχε κατατάξει στους καλλιτέχνες παρέα μ' έναν συγγραφέα, μια ζωγράφο και την ίδια (που αναμφισβήτητα είναι πετυχημένος άνθρωπος), μ' ενοχλούσε σαν σκουπιδάκι μέσα στο μάτι. Κατάπια την επιθυμία μου να φωνάξω πως δεν είμαι καλλιτέχνης κι έγραψα για την τέχνη, πέρα από φραγμούς και διαρθρωτικές λέξεις, δηλώσεις και συνυποδηλώσεις, παραγωγικούς και επαγωγικούς τρόπους. Έγραψα με την ψυχή μου, όπως αρμόζει να συμπεριφερθεί κανείς στην τέχνη. Η ώρα τέλειωσε και τελικά είχα καταφέρει να γράψω 2 ασκήσεις. Την «έκθεση» την έσκισα και την περίληψη ούτε που την ακούμπησα. Πράγμα που σημαίνει: ζήτημα αν έπιασα 35/100. Έξω απ’ την τάξη μου μίλησε η κ. Ζ. Με ρώτησε τι έπαθα και γιατί ήμουν κλαμένη το πρωί; Το πρόσεξε, ε; Κι εγώ που νόμιζα πως κρυβόμουν. Τώρα τι να της πω; Αν της έλεγα αυτά που σκεφτόμουν, αν πω σε οποιονδήποτε αυτά που σκέφτομαι, θα με περνούσε για τρελή (άδικα ή όχι…δεν ξέρω ακόμα). Της είπα ότι πιέζομαι, ότι φοβάμαι κι ότι δεν θέλω να φύγω. Δεν της είπα τίποτα για τις τύψεις, τις αϋπνίες, τους εφιάλτες (όταν καταφέρνω να κοιμηθώ), τα χάπια και το κουμκουάτ. Της είπα μόνο αυτά κι έφυγα με έναν περίεργο κόμπο στο στομάχι, που τις τελευταίες μέρες δεν λέει να μ’ αφήσει. Νομίζω πως τώρα μπορώ να πω ότι τα πράγματα πάνε απ’ το κακό στο χειρότερο…

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

Sans Titre...

Απίθανη μέρα η σημερινή...Δεν έχω να πω πολλά...Μόνο ένα:
-Θα μου ζωγραφίσεις κι εσύ κάτι;
-Εγώ;! Εγώ δεν ξέρω να ζωγραφίζω!
-Α! Και τι ξέρεις να κάνεις;
Σιωπή… Τι ξέρω να κάνω;! Τι στο διάολο ξέρω να κάνω;! Γιατί δεν μπορώ να βρω μια απάντηση ρε γαμώτο;! Γιατί δεν μπόρεσα να βρω μία;! Μια κωλοαπάντηση μόνο χρειαζόμουν!!! Μια κωλοαπάντηση χρειάζομαι… Τι ξέρω να κάνω;….

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

C'est la vie


Λοιπόν, έχω ένα ευχάριστο και πολλές πολλές πολλές τύψεις να μοιραστώ…. (περίεργο, ε;). Το ευχάριστο είναι ότι χθες το βράδυ κατάφερα να κοιμηθώ!!!!!! Εντάξει, όχι πολύ νωρίς… Κατά τις 2, αλλά επιτέλους σηκώθηκα το πρωί και περπατούσα χωρίς να στηρίζομαι στους τοίχους. Είναι, όσο να πεις μια πρόοδος, που σε συνδυασμό με μερικές γλυκές καλημέρες και μερικά όμορφα χαμόγελα, μου έφτιαξε τη μέρα! Α ναι! Και να μην ξεχάσω και την επισήμανση της Δέσποινας ότι πρέπει ν’ αρχίσω να χορεύω Latin επαγγελματικά! Ouiiiiiiiiiiiiiiii!!!!!! Back to reality τώραΓυρνώντας σπίτι άκουσα κάτι που πραγματικά δεν το περίμενα. Περίμενα ν’ ακούσω αδυναμία χαρακτήρα, άγχος, κάτι τέλος πάντων, αλλά όχι αυτό. Δυσλεκτικός! Ποιος να το περίμενε; Πήγε σε ψυχολόγο λέει και είναι κατά 80% δυσλεκτικός. Άντε να εξηγήσεις, τώρα στο 9χρονο τι θα πει δυσλεκτικός κι άντε να το πείσεις ότι δεν πρέπει να αισθάνεται μειονεκτικά. Δεν μπορείς. Έτσι, λοιπόν, δεν του είπανε τίποτα. Κοίτα να δεις ειρωνεία, όμως. Εγώ που είχα τάσεις αυτοκτονίας, κατάθλιψη και αϋπνίες, δεν πέρασα ούτε απ’ έξω από ψυχολόγο απ’ τον φόβο μου (φόβο, όχι τόσο στο πρόσωπο του γιατρού αλλά στη διάγνωσή του). Κι ο αδερφός μου τώρα θα ξεκινήσει συνεδρίες. Σκέφτηκα να ζητήσω να πάω κι εγώ σε μία να μιλήσουμε λιγάκι, όμως πώς;! Δεν μου βγαίνει! Και φοβάμαι. Όχι, δεν πάω… Τόσα χρόνια νόμιζα ότι είμαστε δύο εντελώς αντίθετοι κόσμοι. Εγώ λατρεύω τα βιβλία, αυτός με το ζόρι διαβάζει το μάθημά του στη Γλώσσα. Εγώ μπορώ να συγκρατήσω πολλές πληροφορίες, αυτός με το ζόρι μία. Από προσανατολισμό δεν μπορώ να πω ότι τα πηγαίνω καλά, αλλά μπορώ να πάω στο δωμάτιό μου χωρίς να σκεφτώ ποιον δρόμο ν’ ακολουθήσω, αυτός όχι. Συμπτώματα όλα. Και οδηγήθηκε στο αποτέλεσμα αυτό από το άγχος. Άγχος γιατί κατέβαλε τόση μεγάλη προσπάθεια για να μας ευχαριστήσει, που δεν το άντεχε. Κι εγώ του φώναζα πως δεν διαβάζει βιβλία και έλεγα (αστειευόμενη φυσικά, αλλά σπάνια το καταλάβαινε κάποιος) ότι θα τον αποκληρώσω και ότι δεν μπορεί να είναι αδερφός μου! Ναι, τέτοια έκανα το τέρας!!! Ακόμη και την υπερευαισθησία του την θεωρούσα κομμάτι του χαρακτήρα του, πράγμα άτοπο όπως αποδείχτηκε. Σήμερα απέφευγα να του μιλήσω, να τον κοιτάξω και να’ μαι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του. Α! Έγινε και κάτι άλλο συνταρακτικό. Άφησα την μαμά μου να με πάρει αγκαλιά, χωρίς να τρέξω και χωρίς να την σπρώχνω. Όχι, δεν έριξα τις άμυνες μου. Αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ, γιατί πολύ απλά όταν είχε την ευκαιρία την έχασε και τώρα πάει… Απλά ένιωθα ότι χρειαζόταν μια αγκαλιά σήμερα. Σήμερα της είπαν ότι το καμάρι και λατρεμένο της παιδί, που ήταν γι’ αυτήν μια λύτρωση απ’ το «μη φυσιολογικό» προηγούμενό της σπλάχνο (όσο κι αν το αρνείται), έγινε κι αυτό κατά κάποιο τρόπο «μη φυσιολογικό». Βέβαια, το παρήγορο γι’ αυτήν (και για μένα, φυσικά) είναι ότι διορθώνεται. Με μερικές συνεδρίες με τον ψυχολόγο και λίγη στήριξη από μας, θα γίνει πάλι το τέλειο παιδί. Και πολύ καλά θα κάνει, γιατί τον χρειάζονται στο σπίτι. Τύψεις, λοιπόν. Τύψεις και πάλι τύψεις. Τύψεις που συνέβαλα κι εγώ σ’ αυτό. Τύψεις που του φώναζα συνέχεια. Τύψεις που τον έκανα να νιώθει μειονεκτικά και τύψεις που στέρησα απ’ τους γονείς μου τον τέλειο γιο, έστω και για λίγο, γιατί ήταν μια ανακούφιση για μένα να ξέρω τους προσφέρει όλα όσα δεν μπορούσα να τους δώσω εγώ… Πάλι, όμως, ξέφυγα… Το θέμα είναι ότι διορθώνεται κι ότι χθες κοιμήθηκα λίγο. Έκανα ένα μικρό διάλειμμα, γιατί από σήμερα…γυρίζουμε και πάλι στις παλιές συνήθειες. Στις παλιές κακές συνήθειες. Και πώς γουστάρω τα πιο μεγάλα ψέματα στα πιο αθώα βλέμματα. Όλη μου η ζωή συνένοχη και πώς γουστάρω κάτι απογεύματα με καφέ και τσιγάρο… Α, ρε Μιλτιάδη… Άρχισα πάλι τις ασυναρτησίες. Φεύγω… Καληνύχτα

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

2ο ΓΕΛ Γιαννιτσών...Οι 41 "βαρυποινήτες" καθηγητές...

ΨΗΦΙΣΜΑ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

Σύμφωνα με δικαστική απόφαση οι καθηγητές μας καταδικάστηκαν από ένα δικαστήριο το οποίο αντιτίθεται στα ιδεώδη των ηθικών αρχών και παδαγωγικών αξιών.
Στο βωμό τής κατά γράμμα εφαρμογής του νόμου το δικαστήριο έκρινε ένοχους τους καθηγητές μας οι οποίοι προσπάθησαν να υπερασπιστούν τα μαθητικά δικαιώματα και να ενισχύσουν το ανθρωπιστικό πνεύμα και όχι μόνο να είναι φορείς του γνωσιοκεντρικού και εξετασιοκετνρικού εκπαιδευτικού συστήμα­τος.
Δυστυχώς δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με κάθε λεπτομέρεια το τι συνέβη. Εντούτοις θεωρούμε χρέος και υποχρέωσή μας να σταθούμε δίπλα τους και να φωνάξουμε  βροντερά παρόν.
ΕΊΜΑΣΤΕ ΠΟΛΛΟΙ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ

Το δεκαπενταμελές του 2ου ΓΕΛ
(το κείμενο αναρτήθηκε για πρώτη φορά από το http://skarmos.blogspot.com/2011/01/2_8783.html)
Υ.Γ. Οι ετικέτες από κάτω: -αηδία για την αχαριστία του κόσμου
                                            -αναθεματισμοί για την ανημποριά μας
                                            -απογοήτευση για το δικαστικό μας σύστημα

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Here we are...

Here we are… Ήρθε το 2011 και ξεκίνησε επεισοδιακότατα. Η αλλαγή του χρόνου με βρήκε στο μικρό μπάνιο της κρεβατοκάμαρας να προσπαθώ να βάψω το αριστερό μου μάτι όπως έβαψα και το δεξί. Αξιοθρήνητο, έτσι; Τι να κάνω, όμως; Πήρα την απόφαση να βγω μετά την αλλαγή του χρόνου να γιορτάσω, ούτε κι εγώ ξέρω τι. Απ’ την αρχή είχα μια νευρικότητα και όχι άδικα, όπως αποδείχτηκε. Στην αρχή ήταν καλά. Μετά ήρθε το ποτό μου. Βότκα λεμόνι-δεν μου έκανε ένα ωραίο κρασάκι, ήθελα βότκα. Καλά να πάθω. Ήταν απαίσιο. Μετά το μαγαζί άρχισε να γεμίζει και μέσα σε λίγη ώρα δεν μπορούσα να κάνω βήμα. Τα πόδια μου πονούσαν αφόρητα από τις 12ποντες γόβες που επέλεξα να βάλω, γιατί αυτές ταίριαζαν με το φόρεμα, του οποίου οι τιράντες έφευγαν συνεχώς απ’ τη θέση τους. Η μουσική ήταν απίστευτα δυνατή και εξίσου απαίσια και φυσικά δεν μπορούσαμε να αρθρώσουμε λέξη. Έφυγα πολύ νωρίτερα απ’ όσο είχα υπολογίσει, αλλά δεν με πειράζει καθόλου. Το αντίθετο μάλιστα. Στο σπίτι έκανα το δικό μου πάρτι, ακούγοντας Ζερβουδάκη, Παυλίδη και Πασχαλίδη στο κρεβάτι, το οποίο κατά την ταπεινή μου άποψη ήταν πολύ πιο επιτυχημένο.

Χθες ήρθαν κάτι θείοι μας από Φλώρινα με τα δυο τους παιδιά. Ok. Στην αρχή ήταν ωραία. Ήπιαμε μπύρες, φάγαμε και λίγη πίτσα-χάρισμά μας, γιορτές είναι-, ήρθε και ο παππούς μου και το νινί μου, η Φρειδερίκη, περάσαμε ωραία. Μέχρι τη στιγμή που ήρθε η ώρα του ύπνου. Έβραζα μέσα μου κι αισθανόμουν ότι έγραφε με φωτεινή επιγραφή στο μέτωπό μου: ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ!!!! ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ!!!! Όμως, φαινόταν ότι δεν τη διάβαζε κανείς. Όχι δεν μου πήρε το κρεβάτι, ούτε και τον υπολογιστή, ούτε πείραζε τα πράγματά μου. Ήταν πολύ διακριτική. Μόνο που εγώ ήθελα να διαβάσω κανένα κείμενο στο internet, να πω και καμιά ανοησία στο Facebook  με την Άννα, γιατί ως συνήθως με είχαν πιάσει τα downιάσματά μου-προχθές με ρώτησε: «Ήθελα να’ ξερα, σ’ αφήνουν ποτέ;»- κι όταν αισθανθώ ότι δεν έχω να κάνω τίποτα άλλο, να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου και να πάρω αγκαλιά το αρκουδάκι μου-το οποίο προχθές σκίστηκε και τώρα κρέμεται από μια κλωστή. Και το χειρότερο είναι ότι το έσκισα εγώ κατά λάθος στον ύπνο μου, οπότε δεν μπορώ να κατηγορήσω κανέναν και να ξεσπάσω πάνω του. Σε ποιόν να ξεσπάσω; Πάλι σ’ εμένα;

Σήμερα κάθισα να κάνω επανάληψη το ΑΟΔΕΥ (υπερκαταπληκτικό μάθημα κατεύθυνσης… Αρχές Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων και Υπηρεσιών κι ανάθεμα αν κατάλαβε κανείς τίποτα. Μόνο που ακούς τον τίτλο ολόκληρο βαριέσαι.) Στην αρχή είχε ησυχία και τα κεφάλαια έβγαιναν το ένα μετά το άλλο. Αργότερα, όμως… Άκουγα τον αδερφό μου να αγορεύει για τις δεξιότητες του αριστερού ποδιού του Lionel Messi (ποδοσφαιριστής πρέπει να είναι), άκουγα τις ειδήσεις στη ΝΕΤ από τον κάτω όροφο (ο παππούς μου είναι λίγο...πώς να το πω; Κουφάλογο.), άκουγα και το κινητό μου να χτυπάει με μανία μέσα από κάποιο παλτό μου, αλλά το αγνοούσα πεισματικά. Κι έτσι όπως ήταν ανοιχτό το βιβλίο μπροστά μου, έτοιμο να με καταπιεί, ευχόμουν πραγματικά να το κάνει. Τώρα θα μου πείτε, το βιβλίο του ΑΟΔΕΥ θέλεις να σε καταπιεί; Η αλήθεια είναι ότι στη βιβλιοθήκη μου στέκεται και κοντεύει να πιάσει αράχνες, ο Κλιματισμένος Εφιάλτης του Μίλλερ, και θα’ θελα πάρα πολύ να με καταπιεί εκείνο το βιβλίο, όμως πού καιρός και διάθεση για να τ’ ανοίξω; Κάτι μου λέει ότι επιστρέφω πίσω στις μέρες που Το Πρόγραμμα Δεν Αποκρίνεται και τρέμω...

Η Βασιλική σήμερα μου έστειλε μια ταινία-ντοκιμαντέρ για μια ψυχιατρική κλινική στην Κρήτη. Τώρα γι’ αυτό τι να πω και τι να γράψω, που νιώθω σαν άγαλμα στη μέση μιας πλατείας; Θα υπάρξει ξεχωριστή ανάρτηση μόνο γι’ αυτό, απλά ήθελα να το αναφέρω κι εδώ. Μερικά λόγια, μερικών «τρελών», των οποίων οι «παραφροσύνες» είναι οι μεγαλύτερες αλήθειες…
«Είναι τρελοί αυτοί απ’ έξω παρά εδώ μέσα. Εδώ μέσα είναι λογικοί. Εδώ μέσα τους βλέπεις όλους…τους λένε να φαν το φαγητό τους, να ξαπλώσουν να κοιμηθούνε, να ξεκουραστούνε, αλλά οι άλλοι έξω…Ο ένας σκάβει το λάκκο του άλλου. Εγώ βγαίνω κι έξω και ξέρω. Πιο πολύ κατανόηση βρίσκω εδώ μέσα, στο νοσοκομείο, παρά απ’ έξω. Εγώ απ’ έξω δεν έχω να καπνίσω, γιατί δεν εργάζομαι και ζητάω ένα τσιγάρο από έναν χωριανό μου και μου κατεβάζει τα μούτρα. Εδώ μέσα, όμως, σ’ όποιον κι αν ζητήσω, μου δίνουνε.»
«Εδώ μέσα σ’ αυτό το μέρος είναι η ανυπαρξία. Δεν υπάρχει χρόνος και χώρος. Το μόνο που υπάρχει είναι ένα τσιγάρο που καίει κι ένας καφές. Το πιο εύκολο εκεί έξω είναι το πιο δύσκολο εδώ μέσα…Εγώ την τρέλα μου τη γουστάρω. Μπορεί να παίρνω φάρμακα, αλλά δεν έχασα τίποτα μέσα απ’ το μυαλό μου. Κι αυτοί που μας κλείσαν χάσαν τη δική τους αξιοπρέπεια κι εμείς σταλιά.»
«…Εκεί το βουνό είναι από πέτρα κι όχι από σίδερο, όπως ο πύργος του Άιφελ ή οι ουρανοξύστες της Ν. Υόρκης. Η πέτρα, η Γη είναι πέτρα. Δεν είναι ούτε όπλο, ούτε πυρήνας ατόμου, ούτε τίποτα άλλο. Οι πρώτοι άνθρωποι πολεμήσανε με πέτρες μεταξύ τους. Οι τελευταίοι, ο 3ος, ο 4ος παγκόσμιος πόλεμος θα γίνει πάλι με πέτρες…»

«Είμαι η στοργή.
Είμαι το δάκρυ απ’ το βλέφαρο.
Είμαι ο άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν.
Είμαστε εμείς.
Μια σταγόνα νερό στον ωκεανό
Είναι πιο μεγάλη από της Γης το σύμπαν.
Και βοηθούμε το δειλινό, το δειλινό…
Το δειλινό το βοηθούμε.
Θεέ μου ομορφιά,
Θεέ μου ζωή…»

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Merry Xmas...Ho...Ho...Ho...

Πάλι έκλεισαν τα σχολεία. Αυτή τη φορά όχι λόγω δικαστηρίων, αλλά λόγω Χριστουγέννων. Τώρα το πρόγραμμα λέει 15 μέρες διάβασμα, ανασυγκρότηση δυνάμεων και πάλι στη μάχη. Ο χρόνος κυλάει πιο γρήγορα απ’ όσο φανταζόμουν και ο φόβος μου ολοένα και μεγαλώνει. Γίνεται θηρίο και με καταπίνει από μέρα σε μέρα όλο και πιο πολύ. Δεν έχω ιδέα πώς θα ξεφύγω και πώς θα γιατρέψω την ψυχή μου. Απ’ όπου κι αν περάσω αφήνω κι από ένα κομμάτι της πίσω. Κι αυτό που συνειδητοποιώ κι απελπίζομαι είναι ότι κανείς δεν είναι εκεί για να τα μαζέψει και την κατάλληλη στιγμή να μου τα δώσει πίσω. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά καταφτάνουν όπου να’ ναι και τα Χριστούγεννα. Όχι δεν τα μισώ. Ζηλεύω μόνο. Ζηλεύω αυτούς που μπορούν πραγματικά να τα χαρούν και ζηλεύω αυτούς που μπορούν να τα περάσουν με τις οικογένειές τους. Ζηλεύω κι εκείνους που τα περνούν μόνοι τους μέσα στην ησυχία του έρημου σπιτιού. Τους ζηλεύω γιατί δεν μπορώ να έχω τίποτα από τα δύο. Ίσως πάλι αν τα είχα να φοβόμουν περισσότερο. Ναι, τώρα που το ξανασκέφτομαι, σίγουρα θα φοβόμουν περισσότερο.
Σήμερα πάντως τα πράγματα πήγαν καλύτερα απ’ όσο περίμενα. Πέρασα το βράδυ ξύπνια με τις τύψεις και τις αμφιβολίες να μου τρώνε τα σωθικά και ήξερα πως αν δεν τα έβγαζα από μέσα μου δεν θα ξανακοιμόμουν ήσυχη. Όχι πως τώρα θα κοιμηθώ κανονικά, είπαμε οι αϋπνίες είναι μέρος της καθημερινότητάς μου πλέον, αλλά τουλάχιστον θα’ μαι λίγο πιο ήρεμη. Ήμουν έτοιμη να φύγω. Για την ακρίβεια είχα φύγει και στεκόμουν λίγο πιο πέρα. Έβρισκα πράγματα να κάνω για να καθυστερήσω μέχρι να βρω κουράγιο και να πάω πίσω. Και πράγματι το βρήκα. Γύρισα, λοιπόν, και είπα όλα όσα ήθελα να πω. Δεν παρέλειψα τίποτα. Για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια, δεν δίστασα να πω όλα όσα σκεφτόμουν. Είναι κι αυτό μία πρόοδος…

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

Συνονθύλευμα Σκέψεων

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου σήμερα… Πέρασε σχεδόν ένας μήνας από την τελευταία φορά που  έγραψα. Μαζεύονταν, μαζεύονταν όλο και περισσότερες πληροφορίες. Κι ύστερα κι άλλες κι άλλες κι ακόμα πιο πολλές. Πώς να τις βάλω σε σειρά; Δεν μπαίνουν. Θα πετάω έτσι ιδέες και φράσεις ασύνδετες μεταξύ τους. Όχι τόσο γιατί το’ χω ανάγκη-κάτι μου λέει ότι δεν θα υπάρξει διαφορά αυτή τη φορά-αλλά έτσι…για να πω πως έγραψα κάτι και πως δεν το’ χω εντελώς παρατημένο το καινούριο μου blog. Την μικρή μου, καινούρια αποθηκούλα, που κρύβω μέσα της ότι μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους…
Σήμερα, γιορτάζουν οι Κατερίνες. Πήρα τηλέφωνο την Κάτια. Αισθάνθηκα απαίσια. Είχα να την πάρω τηλέφωνο κάτι μήνες. Μάθαινα νέα της, αλλά δεν είχε ακούσει τη φωνή μου, πράγμα που ξέρω πόσο πολύ λαχταράει. Την πήρα, λοιπόν, τηλέφωνο για να της πω… Τι να της πω; Να της πω «χρόνια πολλά»; Να της πω «να ζήσεις»; Να της πω «να σε χαιρόμαστε»; Να της πω «ότι επιθυμείς»; Τι να της πω, που οι γιατροί της δίνουν διορία τρεις μήνες το πολύ. Τι να της πω που κάθε φορά που τη βλέπω ή την ακούω σπαράζει η καρδιά μου; Τι να της πω; Τι; Έτσι άκουσα τη φωνή της στην άλλη γραμμή του τηλεφώνου και προς στιγμήν έμεινα σιωπηλή κι άκουγα μόνο την ανάσα της. Έφτασαν μερικά δευτερόλεπτα για να καταλάβω πως είχε χειροτερέψει. Δεν μπορούσα, όμως, να μείνω σιωπηλή περισσότερο. Έτσι μάζεψα ότι δυνάμεις είχα και δεν είχα και είπα τις καθιερωμένες ευχές. «Χρόνια σου πολλά, Κάτια μου. Να χαίρεσαι το όνομά σου. Ότι επιθυμείς σου εύχομαι, μέσα απ’ την καρδιά μου…» κι είπα κι άλλα πολλά στην προσπάθειά μου να της δώσω να καταλάβει ότι θα’ θελα πάρα πολύ να τα εννοώ όλα. Έφτανε μια της μόνο λέξη για να με κάνει να σωπάσω και ν’ αλλάξω θέμα. «Ευχαριστώ πολύ, Εβίτα μου». Ήταν οι πιο αληθινές λέξεις που έχω ακούσει στη ζωή μου και το όνομά μου στο στόμα της ηχούσε τόσο ωραίο, ενώ συνήθως σιχαίνομαι να τ’ ακούω, να το διαβάζω και να το προφέρω. Τη ρώτησα τι κάνει…Μου μίλησε για λίγο. Πολύ λίγο. Είπε δυο προτάσεις κι αφού έδωσε τη μάχη της με την αρρώστια, παραδέχτηκε την ήττα της και μου είπε ότι δεν μπορεί να μου μιλήσει άλλο. Κουράστηκε… Τι να της πω; Έσκυψα το κεφάλι, δάκρυσα και οι λέξεις βγήκαν λες κι από μόνες τους. «Θα έρθω να σε δω μέσα στο Δεκέμβρη. Στο υπόσχομαι. Αμέσως μόλις βρω χρόνο θα’ ρθω». Χρόνο και κουράγιο παρέλειψα να συμπληρώσω. Όμως, πρέπει να το κάνω. Θέλω να το κάνω. Νιώθω ότι η ζωή φεύγει από μέσα της με κάθε λέξη που προφέρει. Κάθε φορά που ανοίγει το στόμα της για να μιλήσει ξεγλιστράει και μια σταγόνα ζωής, μέχρις ότου να στραγγίξει από αποθέματα κι από ανάσες. Και νιώθω ότι αυτή η ώρα είναι κοντά…κι όλο πλησιάζει. Μόλις άκουσε την ανακοίνωσή μου, βρήκε κουράγιο και μου είπε ακόμα μία πρόταση. «Αχ, ναι, Εβίτα μου. Ναι! Θα χαρώ τόσο μα τόσο πολύ να σε δω». Και πάλι εννοούσε κάθε συλλαβή, κάθε γράμμα και κάθε τόνο που πρόφερε. Είπαμε ένα γρήγορο αντίο με την υπόσχεση ότι θα τα ξαναπούμε σύντομα κι κλείσαμε. Η Κάτια δεν ξέρω τι έκανε στην άλλη άκρη της γραμμής. Μάλλον έκλεισε τα μάτια και ονειρεύτηκε πως χαϊδεύει ξανά τα πλήκτρα του πιάνου και πως δίνει ένα από τα περίφημα κονσέρτα της. Τι όμορφα που παίζει…ε, που έπαιζε ήθελα να πω. Εγώ έμεινα μετέωρη ανάμεσα στον θυμό και την θλίψη. Δεν ήξερα προς τα πού να πάω… Έτσι αποφάσισα πως δεν έπρεπε να διαλέξω μόνο το ένα… Πέταξα το κινητό μου όσο πιο μακριά μπορούσα με όση δύναμη μπορούσα να βρω, εξάλλου δεν το θέλω, δεν το χρειάζομαι. Το μισώ. Δεν μου’ χει πει ποτέ τίποτα καλό. Όλο για θανάτους, κηδείες, αρρώστιες και αυτοκτονίες μου μιλά. Πώς να τ’ αγαπήσω;
Έχει λίγο καιρό που ο αδερφός μου προσπαθεί ν’ ανοίξει δρόμους επικοινωνίας. Προσπαθεί, αλλά μάταια. Δεν τα καταφέρνει. Κι εγώ προσπαθώ. Καλά, εντάξει, όχι και τόσο, αλλά προσπαθώ. Όμως πόσο να προσπαθήσω; Με ρωτούσε για κάτι χαρτάκια Yu-Gi-oh και για κάτι ξόρκια και μαγείες και για Αιγύπτιους θεούς. Πού να ξέρω να του απαντήσω; Πού να θυμάμαι; Φυσικά, δεν θα μπορούσε να ρωτήσει τίποτα άλλο ένα 9χρονο και δεν τον κατηγορώ. Τις δικές μου τις ευθύνες προσπαθώ να ελαφρύνω. Κι εγώ αυτόν προσπαθώ να προστατεύσω. Γιατί τι να βρει να πει ένα παιδάκι ζωηρό, που σφύζει από ζωή με μια 17χρονη, γερασμένη πρόωρα, με υπαρξιακές ανησυχίες, που θεωρεί το ποδόσφαιρο ανόητο και πρώην αυτοκτονική; (Πρώην; Έτσι θέλω να ελπίζω, τουλάχιστον). Τίποτα. Απολύτως τίποτα. Κι εδώ που τα λέμε, το περίεργο και το ανησυχητικό θα ήταν αν υπήρχε κάτι να πούμε. Ευτυχώς, όμως δεν υπάρχει…
Μας μίλησε τις προάλλες κάποιος για ένα παιδί που ήρθε απ’ τη ζούγκλα κι ήταν αγρίμι (σαν τον Ταρζάν ένα πράγμα). Μόλις το βρήκαν, το παρέδωσαν στις αρχές. Από εκεί το ανέλαβαν επιστήμονες για να το κάνουν «άνθρωπο». Κάτω από την πίεση αυτή το παιδάκι πέθανε. Δεν το κατηγορώ… Δύσκολο να γίνεσαι άνθρωπος. Ειδικά όταν έχεις συνηθίσει στις ανυπέρβλητες αξίες της φύσης, είναι πολύ δύσκολο για γίνεσαι τόσο…μικρός.
Έχει λίγες μέρες που αισθάνομαι ότι όλα αλλάζουν κι όμως όλα είναι στατικά. Έχει λίγες μέρες που συνεχώς μου γκρεμίζουν τα όνειρα. Παρ’ όλα αυτά, δεν λέω τίποτα. Κι η κατάσταση είναι όπως και πριν, με μοναδική διαφορά μερικά θρύψαλα απ’ τα όνειρά μου ξεχασμένα στο χώμα. Έρχεται με μια σιγουριά στο βλέμμα πως ότι κι αν κάνει, θα τη συγχωρήσω ξανά και ξανά και ξανά… Και πράγματι αυτό κάνω. Έρχεται, λοιπόν, και πάνω που βγαίνει τ’ όνειρο απ’ το στόμα μου και αιωρείται, βγάζει ένα σφυρί, κλείνει τα μάτια και το κοπανάει ξανά και ξανά και ξανά…μέχρι να μείνουν μόνο εκείνα τα ξεχασμένα θρύψαλα στο χώμα, που λέγαμε. Ύστερα, μ’ αρπάζει απ’ το χέρι και μου δείχνει τα καλοσχηματισμένα όνειρά της που βρίσκονται ακόμα ψηλά. Μερικές φορές βγάζω κι εγώ ένα σφυρί και πάνω που έχω εντοπίσει την καρδιά κι είμαι έτοιμη, όχι απλώς να τη σπάσω, αλλά να την ξεριζώσω, πετάω κάτω το σφυρί και συνεχίζω αμίλητη την ξενάγηση στα όνειρά της. Βλέπεις, ξέρω πόσο πολύ πονάει…