Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλημέρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλημέρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Lane Fire

Το πρώτο μπάνιο στην θάλασσα σήμερα και το πρώτο κάψιμο στην πλάτη...Κι εγώ κάθομαι τώρα κι ακούω Παπακωνσταντίνου με το Ξανθιππάκη να λούζεται στο μπάνιο. Το τασάκι πάνω στις κλειστές κούτες, που είναι δίπλα στις ανοιχτές και μια πανέμορφη σκέψη να με βασανίζει. Ναι... Χαίρομαι που θα λείψω σε κάποιον τώρα που θα φύγω...


Λοιπόν...Πάγωσε στα χείλια ο καφές...Και δεν σου λείπω...

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Insomnia

El insomnia es mi castigo...

Τώρα γιατί το γράφω στα Ισπανικά, μην με ρωτάς...
Ίσως επειδή έχω ένα περίεργο συναίσθημα σήμερα πως είμαι ξένη. Ξένη στο σπίτι μου, ξένη στην πόλη μου. Μέχρι και στο σχολείο, όλα τα πρόσωπα ήταν ξένα. Ακόμα και οι πόρτες άλλαξαν χρώμα. Έγιναν ένα σκατουλο-περίεργο καφέ... Δυο αγκαλιές μόνο γνώριμες κι ύστερα πάλι τίποτα.


Κόσμε, καλημέρα...μάλλον.


Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Μια καλημέρα κι η Σιμών


Πλησίασα δειλά με τα μάτια ορθάνοιχτα, ν’ ακούω κάθε της βλέμμα κι όταν την πλησίασα αρκετά την άκουσα να μου μιλάει – «Σε ξέρω;». «Εγώ είμαι. Δεν με θυμάσαι;» της ψιθύρισα. «Εγώ που σου έγραφα ποιήματα και τα ‘κρυβα μετά από φόβο, μήπως τα διαβάσει κανείς και με πιστέψει.» Κι αυτή, σαν να είχε έναν δεύτερο Μωυσή μπροστά της, άνοιξε στα δυο και μ’ άφησε να σκάψω για να βρω τα ποιήματά μου. Κι όταν δεν βρήκα κανένα, πήγε να με παρηγορήσει μα εγώ πιο γρήγορη της έριξα ευθύνες. Κι ύστερα άκουγα τα πουλιά να σφυρίζουν αδιάφορα κι υπέθεσα πως τα ‘φαγαν κάποια μέρα που πεινούσαν. Έκραξε ένας κόκορας καλημέρα και κατάλαβα πως έπρεπε να ‘χω γυρίσει εδώ και χρόνια.
Είδα την Σιμών να κάθεται δίπλα μου και να χαζεύει. Τόσα χρόνια νεκρή θα πρέπει ν’ απολαμβάνει τις σουλάτσες κάτω απ’ τον ήλιο. Μ’ άγγιξε στον ώμο το φτερό της και μ’ έκαψε. Της έριξα ένα βλέμμα αγριεμένο και πήρα μια γεύση απ’ την κόλαση. Κι ύστερα νύχτωσε.
Τριγύρισα τότε στους δρόμους κι έφτιαξα απ’ την αρχή ιστορίες, που όλες είχαν το ίδιο τέλος. Κι όπως όλες οι μεγάλες ιστορίες τελειώνουν με θάνατο, έτσι κι αυτές.
Κάθισα τότε στο πάτωμα παρέα με μιαν ατέρμονη σιωπή και κοίταξα έξω. Σωρός τα σκουπίδια. Άναψα τότε δυο κεριά για να μπορώ μεν ν’ ανάβω τα τσιγάρα, αλλά και να ξεχνιέται το βλέμμα με την φλόγα. Με βρήκε το ξημέρωμα στο πάτωμα και μ’ αίματα να τρέχουν. Έκραξε ένας κόκορας καλημέρα και κατάλαβα πως δεν έπρεπε να ‘χω γυρίσει.

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

Εις Το Επανιδείν

Αρχικά προσπαθούσα να βάλω internet, να μην αποκοπώ απ' τον κόσμο, να γράφω πού και πού, να σου μιλάω ακόμα πιο σπάνια. Όταν το κατάφερα, έφερα τα πάνω κάτω για να μην μπορώ να επικοινωνήσω διαδικτυακά με τον υπόλοιπο κόσμο. Ο μόνος κόσμος που μ' ενδιέφερε ήταν αυτός που ζούσα, και ήταν μια απ' τις λίγες φορές που μου άρεσε. Ναι, είχε τα στραβά του, δεν λέω... αλλά μου άρεσε, κι ακόμα μου αρέσει. Ύστερα πάλευα με τον εαυτό μου και προσπαθούσα να τον επαναφέρω στην τάξη, μήπως και διαβάσω κανένα βιβλίο... Ξεκίνησα ένα, όμως το άφησα, ξεκίνησα δεύτερο, αλλά είχε την ίδια τύχη. Φέρνω ως δικαιολογία ότι μετά τις εξετάσεις βρίσκομαι σε κατάσταση απόλυτης αδράνειας, αλλά αυτό στους άλλους, γιατί εγώ ανησυχώ. Τι έχω πάθει; Ύστερα έρχεται στο προσκήνιο άλλη μια μεγάλη μάχη... Να κάνω ή να μην κάνω τατουάζ; Φυσικά η...μητέρα ούτε να το ακούει δεν θέλει, αλλά νομίζω ότι τελικά αυτός είναι ένας από τους κυριότερους λόγους που θέλω να κάνω. Τελικά αποφάσισα να κάνω ένα μικρό και διακριτικό στο χέρι για αρχή. Φυσικά δεν πρόκειται να είναι τίποτα που να θυμίζει νεράιδες, ξωτικά, αστέρια, πεταλούδες ή καρδούλες... Θα είναι κάτι που σημαίνει πολλά για μένα. Κι αφού αποφάσισα να σε βγάλω απ' την ζωή μου, ένα πράγμα μου μένει... Η ποίηση... "Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, είμαστε κιόλας νεκροί". φυσικά δεν πρόκειται να το γράψω στα Ελληνικά. Όχι βέβαια! Δεν πρόκειται να προσφέρω απλόχερα εύκολη πρόσβαση σε ένα τέτοιο ποίημα, με ένα τόσο δυσπρόσιτο νόημα, στα ποζέρια που θα το κοιτάνε περίεργα. Άλλη μάχη... Νομίζω ότι όμοιά της δεν έχω συναντήσει ξανά στη ζωή μου. Φυσικά, καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείς να λείπεις εσύ από ένα τέτοιο φαντασμαγορικό γεγονός (ή καλύτερα γεγονότο όπως συνηθίζω να το λέω τις τελευταίες μέρες). Να σ' αφήσω στην ησυχία σου και να εύχομαι να φύγω στα Χανιά, ή ν' αναζητήσω την συντροφιά σου κι όσα μπορείς να μου προσφέρεις και να παρακαλάω να φύγω Θεσσαλονίκη; Σήμερα ήρθα για πρώτη φορά αντιμέτωπη με το φαινόμενο που ονομάζεται "ανεργία". Και σήμερα μόνο κατάλαβα πόσο τραγικό και αξιολύπητο είναι να γυρνάς μία ολόκληρη πόλη και να παρακαλάς για δουλειά και να σου λένε όχι. Όχι τι;! Όχι δεν σου επιτρέπουμε να δουλέψεις;! Όχι τι;! Σε καταδικάζουμε στην απραγία;! Όχι σε τι ακριβώς; Τελικά, ίσως να κατάφερα να βρω κάτι, όμως δεν είναι σίγουρο ακόμη. Ο τύπος φάνηκε πολύ εντάξει. Με ρώτησε αν είμαι καλή με τα παιδιά... Μου ήρθε να βάλω τα γέλια! Με δουλεύεις;! Βέβαια, πού να ξέρεις κι εσύ... Κατάφερα να πείσω το 4χρονο ξάδερφό μου ν' αφήσει ήσυχη την αδερφή του και τα υπόλοιπα ξαδέρφια και να 'ρθει μαζί μου στην εξωτερική ντουζιέρα για να "πιτσιλιθούμε". Τον πήγα βόλτα στο χωριό, του αγόρασα βάφλα και παγωτό κι ένα καλαμπόκι...Α! και μία sprite. Κι αν δεν τον σταματούσα θα συνέχιζε να ζητάει. Κάθε βράδυ ξαπλώνει δίπλα μου, πίνει το γάλα του και λέμε παραμύθια. Φυσικά, εγώ σιχαίνομαι και την Χιονάτη και την Κοκκινοσκουφίτσα και όλα τα λοιπά. Του λέω παραμύθια που έχουν φαντασία και νόημα. Παραμύθια που δεν φτιάχτηκαν για να αναγκάζουν τα παιδιά να τρώνε όλο τους το φαγητό, αλλά για να τα ταξιδεύουν... Λατρεύει τον Καπελά και την Αλίκη και επίσης αγαπάει τον Τσάρλι και το εργοστάσιο της σοκολάτας (έκανα το λάθος, ένα βράδυ που είχα στερέψει από ιδέες, να του το διηγηθώ. Από τότε έχει γίνει το αγαπημένο του και δεν υπάρχει περίπτωση να περάσει μέρα που να μην το πούμε). Χθες τρέχαμε πάνω-κάτω στην αυλή και κάναμε τα αεροπλάνα και σήμερα έφτιαξα ένα καράβι από χαρτόκουτα. Μπήκαμε μέσα και ταξιδεύαμε περίπου ένα μισάωρο, μέχρι δηλαδή να 'ρθει η ώρα να πάει για ύπνο. Όταν ανακοίνωσα στον μπαμπά του ότι θέλω να πιάσω δουλειά, αστειευόμενος φυσικά, μου απάντησε: "Και τον Γιώργο ποιος θα τον προσέχει;!". Γέλασα αλλά σκέφτηκα ότι πράγματι έτσι είναι. Τις μέρες που λείπει...να δεις πώς το είπε η Στέλλα... Α, ναι! "Είσαι η δεύτερη μαμά του Γιώργου". Ξέρεις, θα 'θελα πολύ να είμαι η πρώτη μαμά ενός τέτοιου πλάσματος... Τώρα, θα μου πεις... Εντάξει μικρή είσαι ακόμα. Έχεις καιρό μπροστά σου... Φυσικά, δεν αντιλέγω, αλλά να...είναι που... Αυτά για απόψε, μικρέ (κι ενίοτε μεγάλε) μου αναγνώστη... Τώρα, ανανεώνουμε το ραντεβού μας για...κάποια ημερομηνία, που όμως δεν ξέρω ποια θα είναι. Πάντως, να ξέρεις, εδώ είμαι. Δεν χάνομαι. Αν τελικά αποφασίσω να χαθώ, θα σε προειδοποιήσω πρώτα. Θα σου πω ένα μεγάλο αντίο, να 'σαι σίγουρος. Εις το επανιδείν λοιπόν.

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Πεθαμένες...Καλημέρες



So, here I am again… Να’ μαι πάλι… Επέστρεψα. 10 μέρες, τόσο άντεξα. Τόσο άντεξα να’ μαι μακριά απ’ την μικρή αποθηκούλα μου. Μπορεί να ήμουν μακριά από blogs, αναρτήσεις  και σχόλια, όμως δεν έπαψα να γράφω. Έχω ετοιμάσει κάτι καινούριο. Κάτι εντελώς καινούριο. Συνήθως ο λόγος μου είναι απλός, όμως αυτή τη φορά μόνο λιτός δεν είναι. Θα το αναρτήσω σε καμιά – δυο μέρες. Αυτές τις μέρες κατάλαβα πολλά… Κατάλαβα πως κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσω να κάνω βλακείες, γιατί έχει αρχίσει να κλονίζεται και η υγεία μου. Κατάλαβα πως δεν μου φτάνει πια να γράφω μόνο για τον εαυτό μου. Χρειάζομαι ανθρώπους να «με διαβάζουν». Δεν με νοιάζει ποιοι θα’ ναι. Γνωστοί, φίλοι, άγνωστοι, εχθροί, άσχετοι, σχετικοί… Δεν με νοιάζει. Βέβαια, μ’ αρέσει πολύ όταν βλέπω το «όνομά» σου στις «Πηγές Επισκεψιμότητας» (κι ας συμβαίνει σπάνια…). Κατάλαβα, επίσης, ότι η ρετσίνα βοηθάει σε πολλά πράγματα. Βοηθάει τη γλώσσα μου να τρέχει ροδάνι, βοηθάει εμένα να σε πρήζω και το σημαντικότερο όλων…βοηθάει στον ύπνο. Οπότε ή θα γίνω εξαρτημένη από χάπια ή αλκοολική… Κατάλαβα, ακόμα, ότι είμαι πολύ κοντά στο να κατακτήσω τον τίτλο της «Απόλυτης Ξενέρωτης Έφηβης». Όχι ότι με πειράζει, αλλά να…καμιά φορά σκέφτομαι πώς θα ήταν τα πράγματα αν ήμουν κι εγώ «φυσιολογική» (με ή χωρίς εισαγωγικά). Ίσως να μην έγραφα, ίσως να μ’ άρεζε να στριμώχνομαι στα clubs, ν’ ακούω beats και να πίνω βότκα λεμόνι. Ίσως να μ’ άρεζαν και τα Χριστούγεννα, ίσως και να ήθελα να φύγω και σίγουρα δεν θα είχα γίνει θαμώνας της βιβλιοθήκης. Όμως, μ’ αρέσει που δεν στριμώχνομαι στα clubs και που δεν ακούω beats και που πίνω ρετσίνα (ενίοτε και τσίπουρο), αντί για βότκα λεμόνι. Και μ’ αρέσει που δεν γίνομαι χαζοχαρούμενη με τα στολίδια και τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα, και μ’ αρέσει που είμαι εδώ, και μ’ αρέσει που απολαμβάνω τις ώρες στη βιβλιοθήκη… Αλλά, να…καμιά φορά σκέφτομαι πως ίσως και να κοιμόμουν κι αναρωτιέμαι αν μερικές ώρες καλού ύπνου, αξίζουν μια τέτοια θυσία. Αν το καλοσκεφτείς, δεν είμαι και τόσο «διαφορετική», αφού υπάρχουν ένα σωρό «διαφορετικοί» σαν κι εμένα. Κι ύστερα πάλι σκέφτομαι πως, χωρίς το μελάνι του στυλό μου να γεμίζει τη ζωή μου, χωρίς κάποιο τραγούδι του Μιλτιάδη για ήχο κλήσης, χωρίς τα βιβλία που δεν χωράνε πια στη βιβλιοθήκη μου, χωρίς τους στίχους της Νατάσσας γραμμένους δεξιά κι αριστερά στα βιβλία και στα τετράδια, η ζωή μου θα ήταν άδεια, το κινητό μου ένα απλό, χαζό κινητό, η βιβλιοθήκη μου σκονισμένη και παρατημένη, και τα τετράδιά μου απλά τετράδια γεμάτα με εξισώσεις και τύπους… Τελικά, κατέληξα… Δεν θα άλλαζα για κανέναν αυτό που είμαι τώρα. Ακόμα κι αν σιχαίνομαι τεράστια κομμάτια του εαυτού μου, δεν θα άλλαζα. Η μοναδική περίπτωση που θα μπορούσα να το κάνω είναι αν μου το ζητούσες εσύ… Αν ήξερες τι δύναμη έχεις πάνω μου, ίσως να μπορούσες να με βοηθήσεις πιο πολύ. Δεν πειράζει, όμως. Εμένα μου φτάνει κι αυτό…

Και που λες, σ’ αγαπώ μιας και θες να σου πω τι με τρώει…
Είδα στις μικρές αγγελίες άτομα να ψάχνουν φιλίες. Κι έτσι όπως ένιωθα μόνη, για πλάκα – πήρα ένα χοντρό μαρκαδόρο κι έκανα στην πλήξη μου δώρο κάποιο αριθμό τηλεφώνου…Μιλούσε. Κάποιος μάλλον τον απασχολούσε. Κάποιος άλλος μόνος τον καλούσε. Είδα λίγο πιο παραπέρα άτομα να κάνουν καριέρα τη μοναξιά των ανθρώπων. Για σκέψου – άρχισα να τους σημειώνω, μήπως βρω έναν άνθρωπο μόνο για μια απλή γνωριμία. Ίσως ξεχαστώ. Κι άμα υπάρχει χημεία, να παραδοθώ, κάπου να χωθώ σαν τρικυμία. Καλούσε. Κι ούτε μια ψυχή δεν απαντούσε. Κάποιος μάλλον βρήκε τι ζητούσε. Η μοναξιά του ίσως αρκούσε. Να’ ταν μια ψυχή και ν’ απαντούσε…


Καλώς σας βρήκα, λοιπόν, και πάλι…