Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τι στο διάλολο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τι στο διάλολο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Περαστικοί




Κι είναι κι αυτοί οι άνθρωποι, που έρχονται στην ζωή σου κι είναι απλά περαστικοί. Τους συναντάς μετά από χρόνια κι όλα έχουν αλλάξει. Βάζεις κάτω το κεφάλι και φεύγεις τρέχοντας, να σωθείς απ’ την αλήθεια. Κλείνεις την πόρτα πίσω σου, στέκεσαι στην άκρη κι ύστερα βάζεις τα κλάματα. Κλαις γι’ αυτά που λησμόνησες, κι ύστερα κλαις γι’ αυτά που δεν θα μπορέσεις ποτέ να λησμονήσεις. Θρηνείς. Θρηνείς για τον άνθρωπο που έχασες. Θρηνείς, γιατί ξέρεις ότι δεν θα μπορέσεις ποτέ πια να τον έχεις. Γιατί μερικοί άνθρωποι στην ζωή σου και είναι απλά περαστικοί, κι αν ποτέ προσπαθήσεις να τους κρατήσεις παραπάνω, χάνουν το νόημά τους κι είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ...

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Ανάσες


Έτσι όπως κάθομαι μέσα στο σκοτάδι και κοιτάζω το κενό, αν μπορούσα να κάνω μια ευχή, θα ευχόμουν να καθόμασταν τώρα μαζί, να κάναμε ένα τσιγάρο και να μοιραζόμασταν ένα μπουκάλι μπύρα. Ύστερα, οι τόνοι θ’ ανέβαιναν και η ένταση θα τελείωνε μετά από λίγη ώρα μ’ ένα χαμόγελο κι ένα βλέμμα διαπεραστικό. Μετά ένα τυχαίο αθώο άγγιγμα στον ώμο, που ίσως να μην είναι τελικά και τόσο αθώο. Κι αν έπρεπε να περιγράψω την διαφορά τους, νομμίζω ότι δεν θα ταίριαζε να πω τίποτα άλλο παρά μόνο αυτό…

 Στέκομαι στην άκρη μιας γέφυρας. Τα χέρια μου έχουν τεντώσει και το κορμί μου έχει γείρει μπροστά. Οι παλάμες μου έχουν ιδρώσει. Η καρδιά μου επιταχύνει. Η ανάσα κόβεται. Καθυστερώ. Ελπίζω πως θα ‘ρθει κάποιος να με σώσει. Στα δεξιά μου αυτός. Στ’ αριστερά μου ο άλλος. Γυρνάω το κεφάλι μου προς το μέρος του, στα δεξιά. Μου απλώνει το χέρι κι εγώ χωρίς να το πολυσκεφτώ ανταποκρίνομαι ανακουφισμένη και σε λίγη ώρα η παλάμη του, σφίγγει την δικιά μου…

 Σκηνή #1, Λήψη #2… Γυρνάω το κεφάλι μου προς το μέρος του, στα αριστερά. Μου μιλάει. Προσπαθεί να με καθησυχάσει. Πλησιάζει. Τον κοιτάζω μέσα στα μάτια κι όλα όσα θέλω να του πω, τα χωράω σ’ ένα βλέμμα. Δεν ξέρω αν μπορεί να διαβάσει μέσα απ’ τα δάκρυα, μα εγώ το χρέος μου το έκανα. Του τα είπα. Δεν μένει τίποτα άλλο λοιπόν. Τα χέρια μου κουράστηκαν, τα δάχτυλά μου γλιστράνε και δεν έχω τίποτα να με κρατήσει. Πέφτω…

Ορίστε… Δεν μπορώ να στα πω πιο ξεκάθαρα. Αυτή είναι η διαφορά τους κι ελπίζω να κατάλαβες. Όχι, λυπάμαι. Δεν μπορώ να γίνω πιο ξεκάθαρη…

Πόνος… Ο πόνος… Εξαίσια πηγή έμπνευσης. Ο υπέρτατος παράγοντας επιτυχίας ενός…κειμένου ας πούμε. Να, όπως αυτό εδώ. Όχι, μην γελάς! Μπορεί εσένα να μην σ’ αγγίζει, μα ίσως κάποιος άλλος να καταλαβαίνει τι εννοώ. Μην γελάς σου λέω. Εγώ καταλαβαίνω. Να, κοίτα με…Κλαίω…Πόνος, λοιπόν. Χωρίς αυτόν η ζωή θα ήταν βαρετή. Χωρίς αυτόν ακόμα και η ευτυχία θα έχανε το νόημά της. Χωρίς την πικρή γεύση των δακρύων, όλα θα ήταν εξαιρετικά γλυκά. Κι αν θυμάμαι καλά, εσένα δεν σ’ αρέσουν τα γλυκά. Ναι, ούτε κι εμένα… Κι αν πριν οι νύχτες μου δεν περνούσαν, τώρα οι μέρες έχουν γίνει αφόρητες. Κι αποφεύγω να τις μετράω, γιατί δεν έχω κάπου να φτάσω. Έτσι προσποιούμαι πως δεν περνάει ο χρόνος. Παραμυθιάζω τον εαυτό μου πως τάχα δεν έφτασε ακόμα η ώρα για να σε συναντήσω. Κι αν καμιά φορά ξεχαστώ και κοιτάξω το ρολόι, τα μάτια μου βουρκώνουν και δεν μπορώ να λέω άλλα ψέματα. Έτσι αφήνομαι. Κλαίω μέχρι να μην μπορώ άλλο κι ύστερα φτιάχνω το παραμύθι απ’ την αρχή. Μα, όσο κι αν θέλω, δεν μπορώ να κρύβομαι για πάντα. Τελείωσαν όλα. Τελείωσα, ίσως πριν καν αρχίσουν…. Και θα μου λείψει. Ω, ναι! Ακόμα κι αν δεν το πιστεύεις, μου λείπει ήδη. Ακόμα κι αν δεν το πιστεύεις, πονάω. Πόνος τραχύς, συνεχόμενος. Πόνος που σου ταράζει τα σωθικά. Πόνος που δεν συνηθίζεται. Ο υπέρτατος κλυδωνισμός μεταξύ της ζωής που υπήρχε και της ζωής που έχει απομείνει. Πόνος που δεν αντέχεται και δάκρυα που σε πνίγουν…



Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Να γελάσεις ή να κλάψεις?



Η Χρυσή Αυγή στην Βουλή...Τι άλλο θ'ακούσουμε? Δεν πρόκειται να πω πόσο εξωφρενικό είναι να μπαίνει στην (υποτιθέμενη) Δημοκρατική Βουλή, ένα κόμμα νεοναζιστών...Το θεωρώ αυτονόητο, οπότε...δεν το λέω. Αντιγράφω, όμως μια "συζήτηση" (όσο πολιτισμένη μπορεί να είναι μία συζήτηση μ'έναν ναζί), η οποία ξεκίνησε από ένα απόσπασμα που ανέβασα στο Facebook ενός κειμένου του Μάνου Χατζηδάκη  
κι αλήθεια σας λέω...δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω. Να βάλω τα γέλια ή τα κλάματα?

Ιδού το απόσπασμα: 
"Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν την βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του..."


Ιδού και η "συζήτηση":




Marios Trigonakis
etsi se eipane na les k etsi les nianiaro
ema8es apo fasismo k su
koita mi se viasei kanenas la8rometanastis k 3upniseis

Εβίτα Παπαναρέτου
1ον δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μου μιλάς έτσι. Εγώ δεν σου επιτέθηκα, αλλά θα μου πεις όποιος έχει την μύγα...

2ον όσο περίεργο κι αν σου φαίνεται, ξέρω από φασισμό. Γιατί είναι φασισμός να θέλω να δουλέψω και να μην μ'αφήνουν. Είναι φασισμός να μετράω τα δεκάλεπτα για να δω αν θα μου φτάσουν για να πάρω να φάω. Και είναι ακόμα μεγαλύτερος φασισμός να μην μπορώ να πω την γνώμη μου, χωρίς κάποιος μαλάκας να με βρίσει και να μου πει ότι δεν ξέρω τι λέω.

3ον αυτό που έγραψα είναι ένα κείμενο του Χατζιδάκη που το είχε γράψει το 1993, πράγμα που αναιρεί την κατηγορία σου ότι όλα αυτά τα γράφει ένα νιάνιαρο.

Και 4ον με μαθηματική απόδειξη, οι πιθανότητες να με βιάσει, να με κλέψει ή να με δολοφονήσει ένας αλλοδαπός και οι πιθανότητες να μου τα κάνει όλα αυτά ένας Έλληνας είναι ίδιες...Αλλά μάλλον δεν σκαμπάζουμε και πολλά από μαθηματικά...Και κάτι τελευταίο, χωρίς να θέλω να σε προσβάλω. Το αντίθετο μάλιστα. Το λέω και το εννοώ μέσα απ'την καρδιά μου...Σ'αυτούς τους δύσκολους καιρούς, καλά θα κάνουμε να είμαστε περισσότερο άνθρωποι παρά κτήνοι...Και σου ξαναλέω ειλικρινά ότι δεν το λέω για να σε βρίσω ή να σε προκαλέσω...Οι Πακιστανοί κι οι Αλβανοί και όποιος άλλος λαός θέλεις...είναι ακριβώς το ίδιο με σένα και με μένα...Είμαστε άνθρωποι. Έχουμε δυο χέρια, δυο πόδια, δυο μάτια κ.ο.κ.

Μπορείς φυσικά να έχεις τις απόψεις σου...Πρόβλημά σου, αλλά μην τολμήσεις να μου ξαναπείς τι να πιστέψω...

Marios Trigonakis
ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΕΤΕ ΝΟΜΙΖΩ ΟΣΟΙ ΚΟΙΜΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ δε φτανει π ακουτε τις προπαγανδες των μεγαλων καναλιων κ καποιων ασχετων.. τισ δημοσιευεται κιολας..σε δικαιολογω ομως γτ εισαι μικρη..καποια στιγμη ισως μαθεις γτ μερικα πραγματα θα τα δεις μπροστα σου.. και παλι νιανιαρο

Εβίτα Παπαναρέτου
συνεχίζεις να με βρίζεις και δεν πρόκειται να σου κάνω την χάρη να σε αντικρούσω, γιατί ξέρω ότι όλοι εσείς οι νεοναζιστές τρέφεστε απ'το μίσος και την αντιπαράθεση και δεν έχετε ουσιαστικά επιχειρήματα για να αντικρούσετε τις αντίθετες απόψεις. Δεν πειράζει, όμως... Ο Θεός στον οποίο πιστεύεις, (που παρεμπιπτόντως διαλαλεί ότι όλοι είμαστε ίσοι) κάποια στιγμή θα σου δώσει ότι σου αξίζει. Σε σένα και στους ομοϊδεάτες σου. Κι αλήθεια, σου εύχομαι μ' όλη μου την καρδιά κάποια στιγμή να βρεθείς στη θέση των ανθρώπων που τόσο μίσος τρέφεις τώρα γι'αυτούς και να θυμηθείς τότε αυτά τα λόγια που σου είπε το νιάνιαρο... Καλή συνέχεια στην ζωή σου, σου εύχομαι...με όσο το δυνατόν λιγότερο μίσος...





Να γελάσεις ή να κλάψεις?


Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

Τίποτα το καινούριο, τίποτα το αξιοσημείωτο για να σου διηγηθώ...


Χωρίς καμία προειδοποίηση. Έτσι ξαφνικά. Έπεσα κάτω. Δεν μπορούσα να κουνηθώ καθόλου. Το τηλέφωνο ήταν πολύ μακριά για να το φτάσω και το πίσω μέρος του κεφαλιού μου είχε μουδιάσει. Και για λίγα δευτερόλεπτα δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο πέρα απ’ τα λόγια της Έλενας. Αν  πάθω κάτι, θα κάνουν τουλάχιστον τρεις ή τέσσερις μέρες να το καταλάβουν. Κάπου εκεί ένιωσα στο πετσί μου πόσο μικρή και λίγη είμαι. Πόσο μόνη είμαι. Το μούδιασμα πέρασε και το διαδέχτηκε ένας φριχτός πόνος. Συνέχιζα να δίνω εντολές στα χέρια και στα πόδια μου να κουνηθούν, αλλά μάταια…Όχι δεν τρόμαξα στην σκέψη ότι κάτι πραγματικά κακό μπορεί να μου ‘χει συμβεί, ίσως…ίσως και να ανακουφίστηκα. Τις τελευταίες μου σκέψεις, λοιπόν, τις αφιέρωσα σε τρεις ή τέσσερις ανθρώπους, το μυαλό μου κόλλησε σε τρεις ή τέσσερις στιγμές και το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι ξύπνησα δυο μέρες μετά, παγωμένη και ζαλισμένη, χωρίς να ‘χω καταλάβει τι έχει συμβεί. Ακόμα δεν ξέρω τι έγινε, αλλά σταμάτησα να προσπαθώ να καταλάβω. Δεν ξέρω τι ήταν, δεν ξέρω γιατί συνέβη, δεν ξέρω αν θα ξανασυμβεί. Αυτό που εύχομαι είναι, αν είναι να γίνει ας γίνει γρήγορα… Αυτά για σήμερα… Τίποτα το καινούριο, τίποτα το αξιοσημείωτο για να σου διηγηθώ. Ελπίζω μόνο να περνάς καλά.


Ξυπνώ μεσάνυχτα κι ανοίγω το παράθυρο.Κι αυτό που κάνω ποιος σου το'πε αδυναμία;Που λογιαριάζω το μηδέν μου με το άπειρο και βρίσκω ανάπηρο τον κόσμο στα σημεία.Να κοιμηθώ στο πάτωμα,να κλείσω και τα μάτια, γιατί υπάρχουν κι άτομα που γίνονται κομμάτια...

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

"Του χρόνου τέτοια μέρα..."


Και να ‘μαι πάλι εδώ, να σκαλίζω τα παλιά και ν’ αναρωτιέμαι. Πάει καιρός που έχω να γράψω κάτι, όχι επειδή δεν είχα τι να γράψω, αλλά από πείσμα και μόνο. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, πότε ξεπερνάς τα όρια και μέχρι πότε μπορείς να ζητήσεις συγγνώμη. Υποθέτω ότι αυτές οι μέρες, που το πνεύμα των Χριστουγέννων είναι διάχυτο, είναι οι καταλληλότερες. Ίσως να κάνω και λάθος. Δεν θα ‘ναι κι η πρώτη φορά άλλωστε. Χθες Χριστούγεννα κι η διάθεσή μου στα πατώματα. Τριγυρνούσα για ώρες, μέχρι που το ρολόι μου έδειξε μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα, μ’ ένα χοντρό κασκόλ τυλιγμένο γύρω απ’ το λαιμό μου και σκεφτόμουν όλα αυτά που έχουν γίνει. Κι ύστερα σκεφτόμουν κι όλα αυτά που δεν έχουν γίνει. Κι ύστερα παρατηρούσα τα δέντρα στον αυλόγυρο της εκκλησίας. Ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό. Το πιο ψηλό κλαδί… Της απλώνει το χέρι, προσπαθεί να την σώσει και με το άλλο κρατιέται απ’ το κενό. Κι εκείνη απλώνει το δικό της, μα δεν τον φτάνει. Και μένουν έτσι ακίνητα χρόνια τώρα, μέχρι κάποιος να κόψει τα κλαδιά τους ή ένας δυνατός άνεμος να τα παρασύρει. Δυο φωνές πίσω απ’ την πλάτη μου με προσγειώνουν στην πραγματικότητα κι είμαι πάλι σ’ ένα παγκάκι, να κοιτάζω τα ξεγυμνωμένα δέντρα να μου λένε την ιστορία τους και είναι ακόμα Χριστούγεννα. Κι αναρωτιέμαι, όχι ψέματα… Και φοβάμαι πως έχει θυμώσει, μα δεν τον αδικώ. Και δεν μου μένει πια τίποτα να προσθέσω παρά μόνο μια μικρή λέξη: συγγνώμη. Καλά Χριστούγεννα, λοιπόν, σε όλους και δεν σταματώ να ελπίζω ότι ο καινούριος χρόνος θα μας βρει όπως ακριβώς θα ‘πρεπε να είμαστε.

Του χρόνου τέτοια μέρα δεν θα θυμάσαι τίποτα…

Όταν τελειώνουν τ’ αστεία, σκοτεινιάζει το πλάνο, αλεξίπτωτα λόγια δεν με σώζουν εδώ…


Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

The Finest Line



Τελικά μια λεπτή γραμμή χωρίζει τα πάντα. Αυτά που ευχόμαστε, απ’ αυτά που απευχόμαστε κι αυτά που θέλουμε, απ’ αυτά που δεν θέλουμε. Και κανείς, τελικά, δεν μας ρωτάει. Απλά αποφασίζει για μας. Κι αυτός ο «κάποιος» ή ο «κανείς», είναι για άλλους ο Θεός, γι’ άλλους η μοίρα και γι’ άλλους απλά κάποιος γνωστός ή και άγνωστος. Μια λεπτή γραμμή χωρίζει το φως απ’ το σκοτάδι, τη Γη σε Βορρά και Νότο. Μια λεπτή γραμμή χωρίζει στο τετράδιο το περιθώριο απ’ τον επιτρεπτό χώρο, όπου μπορείς να γράφεις. Και τι άλλο μπορώ να πω εγώ, που είμαι τόσο μικρή, για τον κόσμο και για τις λεπτές γραμμές του, για – ή με – τα Βασίλεια Των Χρόνων και για τα παιδιά με – ή χωρίς – τα μπαλόνια; Ακόμα κι αν βρω λόγια να μιλήσω, ποια θα είναι αυτά, ώστε να εξηγήσουν όλα αυτά για τα οποία προορίζονται και πώς να συναγωνιστούν άλλα; Μια λεπτή γραμμή χωρίζει την λογική απ’ την παράνοια. Όχι, τώρα δεν μιλάω για μένα. Πώς θα μπορούσα άλλωστε. Σωστά; Τώρα μιλάω γι’ αυτούς που κάνουν κακό στους εαυτούς τους, γι’ αυτούς που κάνουν κακό και σε άλλους, γι’ αυτούς που έχουν παραισθήσεις, γι’ αυτούς που παίρνουν 2-3 χάπια για να ηρεμήσουν. Μιλάω για τους άλλους, τους τρελούς, όχι για μένα. Κι είναι, αυτές τις μέρες, λες και κάποιος από δαύτους μου «βούτηξε» την πένα και ξεκίνησε να γράφει. Μόλυνε την αποθηκούλα μου, την μικρή μου αποθηκούλα, το μυαλό μου, το φτωχό μου μυαλό και την ψυχή μου. Γι’ αυτό καλύτερα να πάψετε να διαβάζετε όσο είναι καιρός. Όχι, τώρα που το σκέφτομαι είναι καλύτερα να μπαίνετε πού και πού και να διαβάζετε. Όχι, όχι! Να μην διαβάζετε. Απλά να μπαίνετε. Να χτυπάτε μ’ ένα κλικ του ποντικιού σας τη σελίδα και να μοιάζει σαν να’ χω παρέα. Ναι, αυτό να κάνετε. Ν’ αυξάνονται τα νούμερα στις «Προβολές Σελίδων Σήμερα» και να χαμογελάω. Μετά, όπως κάθε βράδυ, θα παίρνω τηλέφωνο να μάθω για το υπόλοιπο του χρόνου ομιλίας μου, 5 ή 6 φορές σε μια ώρα και για κανένα μισάωρο περίπου θ’ ακούω μια άλλη φωνή να μου λέει την ώρα: «Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι 3 και 45 λεπτά και 50 δευτερόλεπτα…Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι 3 και 46 ακριβώς…» Όμως, αυτά, δεν τα κάνω εγώ. Τα κάνουν οι άλλοι, οι τρελοί… Σωστά;

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

Κάτι σκόρπισε στο δρόμο...

Photo by Dimitra Car Photography
Πάλι δεν μπορώ να κλείσω μάτι...Έτσι, δεν μου μένει τίποτα άλλο παρά να κάνω έναν απολογισμό της ημέρας (μπορεί και της εβδομάδας...όπως μου βγει). Το μυαλό μου έχει σκορπίσει. Δεν πάω καθόλου καλά τελευταία. Απ' τη μια τριγυρνάω στους διαδρόμους σαν χαμένο, χωρίς να ξέρω πού πάω και τελικά πηγαίνω, εκεί που ναι μεν ήθελα να πάω, αλλά δεν έπρεπε... Μπέρδεμα, ε; Ε, λοιπόν, σωσιβιάκι μου έτσι είναι τα πράγματα μέσα στο μυαλό μου. Μπερδεμένα. Πλησιάζει ο καιρός κι αρρωσταίνω μόνο στην σκέψη... Ξέχασα τα παπούτσια μου στη σχολή χορού! Σκατά... Τώρα θα τα πάρω από Δευτέρα... Ξέχασα να δώσω και στον Θάνο τα φυλλάδια. Σκατά στο τετράγωνο! Κι αμέσως τα σκατά υψώνονται στον κύβο... Ήξερα ότι έχω δίκιο, ακόμα το ξέρω. Όμως πόσο αμείλικτος να είσαι, πόσο αμείλικτη να είμαι μπροστά σ' ένα ζευγάρι δακρυσμένα μάτια;! Όχι πολύ... Κι όμως, έγινα σκύλα. Και φτάνει στο τέλος της αυτή η εβδομάδα κι αισθάνομαι ότι δεν έχω κερδίσει τίποτα. Μόνο ένα ωραίο βιβλίο διάβασα κι αυτό στα γρήγορα για να προλάβω και τα φροντιστήρια. Και νιώθω πως θα σκάσω και πως θέλω να σου τα πω όλα κι όμως δεν μπορώ. Κι ύστερα είναι κι αυτές οι ξαφνικές αδιαθεσίες που με τρομάζουν. Και τα πόδια μου κόβονται μόλις ανέβω τις σκάλες και ολόκληρο το δωμάτιο φέρνει σβούρες μόλις κουνήσω το κεφάλι κι εκείνος ο πονοκέφαλος δεν λέει να μ' αφήσει. Κι ένα σωρό ερωτήσεις... Σημαντικές και μη. Γιατί τα ακουστικά μου να μην βρίσκονται ποτέ στη θέση τους όταν τα χρειάζομαι;! Γιατί οι τιράντες του σουτιέν να κόβονται όταν τις έχεις πραγματικά ανάγκη και γιατί το laptop να μένει από μπαταρία;! Γιατί να μην μπορώ να σου μιλήσω και γιατί να μην μπορώ να κοιμηθώ; Κι έχω αυτήν την αίσθηση πως ζω κάθε μέρα την ίδια σκηνή. Και δεν έχω τίποτα καινούριο να περιμένω και τίποτα καινούριο ή παλιό να ελπίζω. Και νιώθω την ανάγκη, τώρα πιο πολύ από ποτέ, να ξαπλώσω στο κρεβάτι, να πάρω τον διαλυμένο μου αρκούδο αγκαλιά, να κοιμηθώ και να μην ξυπνήσω ποτέ. Να βυθιστώ στο σκοτάδι του δωματίου μου και να μην σηκωθώ από εκεί γιατί υπάρχει κίνδυνος να σκοντάψω στην πορτοκαλί μου τσάντα, στις πιτζάμες, στα ρούχα, στο μπουφάν, σ' εκείνο το γκρι παλτό, στα βιβλία, στην λαδί την τσάντα, στο μαξιλάρι, στις κολόνιες... Να μείνω μια ζωή ξαπλωμένη σ' ένα κρεβάτι με παντζούρια κλειστά, παράθυρα κλειστά, μάτια κλειστά... Γιατί να μην υπάρχει κάτι σαν "ήχος κλήσης" στο κινητό που όταν βάζεις τα ακουστικά να μην ακούς τίποτα. Να καλύπτει τη φασαρία και τις ομιλίες και να ζεις στην απόλυτη σιωπή. 26% η μπαταρία του laptop. Πρέπει να κλείσω. Κι αν δεν βρω τ' ακουστικά μου μάλλον θα μείνω ξάγρυπνη όλο το βράδυ... Και σου επέστρεψα το βιβλίο και δεν έχω τι να διαβάσω... Παραλήρημα... Για μια ακόμη φορά, καληνύχτα κι όνειρα γλυκά. Αν μπορείς, δες κι ένα όνειρο για μένα και πες ψιθυριστά, όχι από μέσα σου, πως αυτό το αφιερώνεις σε μένα...

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

Θρύψαλα



Η νικοτίνη έχε κατακλείσει τα πνευμόνια μου και τα μαλλιά μου έχουν ποτίσει απ’ τη μυρωδιά του τσιγάρου. Το κάψιμο στο δεξί, πάνω μέρος του κεφαλιού μου με τσούζει και οι ρίζες του φτάνουν βαθειά μες στο μυαλό μου και το καίνε. Τότε είναι που αρχίζει ο πιο παλαβός διάλογος της ζωής μου…

-Εσύ φταις!
-Φταίω, όσο φταις κι εσύ!
-Όχι, όχι! Αν δεν με είχες γεμίσει όνειρα, φιλοδοξίες κι αυτές τις ανόητες ιδεολογίες δεν θα πνιγόμουν τώρα με τα ίδια μου τα δάκρυα!
-Αν δεν πνιγόσουν στα ίδια σου τα δάκρυα, δεν θα είχες ανάγκη να μου μιλήσεις, άρα δεν θα υπήρχα. Καθένας φροντίζει για τον εαυτό του. Ακόμα κι εγώ…
-Με χρησιμοποίησες δηλαδή;!
-Ο ένας χρησιμοποίησε τον άλλο. Εγώ για να υπάρξω κι εσύ για να ζήσεις.
-Μα δεν ζω.
-Ούτε κι εγώ υπάρχω.
-Πώς γίνεται αυτό;
-Ποιο;
-Έλα τώρα! Ξέρεις τι εννοώ! Πώς γίνεται να’ σαι σοφότερη από μένα;
-Μα δεν είμαι!
-…
-Βλέπεις πόσο εγωπαθέστατο πλάσμα είσαι;! Σ’ αρέσει να τ’ ακούς!
-Είμαι όσο εγωπαθής είσαι κι εσύ!
-Καλά, λοιπόν! Τότε, άκου! Δεν είμαι σοφότερη από σένα, γιατί απλά δεν υπάρχω. Εσύ μου δίνεις μορφή στο πέρασμά σου και λογική με το νου σου. Είμαι όσο σοφή ή έξυπνη ή οτιδήποτε άλλο θέλεις, όσο είσαι κι εσύ!
-Μάλιστα… Και τώρα τι κάνουμε;
-Τι κάνουμε;
-Αυτό σε ρώτησα κι εγώ!
-Ότι ξέρεις εσύ, ξέρω κι εγώ…
-Ναι, ναι! Το’ πιασα! Φτάνει!
-Τώρα, λοιπόν, τίποτα. Περιμένουμε. Όπως κάναμε πάντα. Περιμένουμε και προσπαθούμε να εντυπωσιάσουμε…
-Πάψε!
-Τι συμβαίνει;
-Ξέρεις τι συμβαίνει! Φτάνει! Δεν θα σ’ αφήσω να δηλητηριάσεις άλλο την ψυχή μου! Δεν θα σ’ αφήσω να προφέρεις αυτές τις λέξεις!
-Μα ξέρεις τι θα πω!
-Πάψε, είπα!  Πώς να σε κάνω να πάψεις;!
-Κι αυτό το ξέρεις… Το θέμα, όμως, είναι αν έχεις τη δύναμη να το κάνεις. Εγώ λέω πως δεν μπορείς. Δεν μπορείς να με διώξεις. Δεν μπορείς να διώξεις αυτό που σε κάνει να ζεις.
-ΜΑ ΔΕΝ ΖΩ!!!
-Έστω… Αυτό που σε κάνει να υπάρχεις. Κι όσο γι’ αυτό…δεν μπορείς να το αρνηθείς, γιατί χωρίς εμένα θα ήσουν απλά…εσύ.
-Τι παριστάνεις;
-Τον ναυαγοσώστη, μάλλον.
-Τότε, μάλλον, δεν κάνεις καλά τη δουλειά σου, γιατί ακόμα νιώθω πως πνίγομαι!
-Μα αυτή είναι η δουλειά μου. Να σου δίνω μια ανάσα λίγο πριν πεθάνεις και να σ’ αφήνω να πνίγεσαι τον υπόλοιπο καιρό.
-Και γιατί τέτοιο μίσος, εαυτούλη μου;
-Ξέρεις… Ξέρεις πολύ καλύτερα από μένα, γιατί μέχρι και σε μένα ντρέπεσαι να τ’ ομολογήσεις. Γιατί ξέρεις πως εσύ φταις! Εσύ φταις κι όχι εγώ!
-Αν εσύ με βοηθούσες, τίποτα δεν είχε γίνει!
-Ουφ, σε βαρέθηκα! Έτσι κάνεις πάντα! Ρίχνεις το φταίξιμο αλλού! Αν ήθελες τη βοήθειά μου, θα την είχες γυρέψει! Όπως και τώρα! Αν ήθελες την βοήθειά του, θα του μιλούσες και θ’ άφηνες πίσω τις φτηνές δικαιολογίες! Όμως, τότε, έτσι και τώρα, προτίμησες να με αγνοήσεις και ορίστε τώρα που φτάσαμε! Εσύ να πνίγεσαι στα δάκρυά σου, αυτός να ζει στην αιώνια σιωπή, κι εγώ… Εγώ διχασμένη κάπου στο ενδιάμεσο. Απ’ την μια να σώζω εσένα, αλλά όχι εντελώς, κι απ’ την άλλη να του μιλάω, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
-Θα σταματήσεις, επιτέλους, τον μονόλογο;!
-Στο χέρι σου είναι…
-Ναι, πράγματι.
-Όχι! ΟΧΙ! ΜΗ! Μη σβήνεις το φως! Πάλι τρέχεις να κρυφτείς!!! Ξέρεις, όμως, πως κάποια στιγμή θα ξημερώσει και τότε θες δεν θες θα μ’ αντιμετωπίσεις πάλι και θα’ μια πιο σκληρή και πιο αμείλικτη…
-Κοιμήσου για λίγο. Για μια φορά στη ζωή μας, άφησέ μας να κάνουμε έναν ήσυχο ύπνο. Καληνύχτα…
-Δεν θα βάλεις ποτέ σου μυαλό, τελικά…
-Ούτε κι εσύ!
-Καληνύχτα! Αύριο είναι η μεγάλη μας μέρα… Πάλι γι’ αυτόν γράφεις.
-Όνειρα γλυκά, μικρή! Πάντα γι’ αυτόν γράφω…

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Here we are...

Here we are… Ήρθε το 2011 και ξεκίνησε επεισοδιακότατα. Η αλλαγή του χρόνου με βρήκε στο μικρό μπάνιο της κρεβατοκάμαρας να προσπαθώ να βάψω το αριστερό μου μάτι όπως έβαψα και το δεξί. Αξιοθρήνητο, έτσι; Τι να κάνω, όμως; Πήρα την απόφαση να βγω μετά την αλλαγή του χρόνου να γιορτάσω, ούτε κι εγώ ξέρω τι. Απ’ την αρχή είχα μια νευρικότητα και όχι άδικα, όπως αποδείχτηκε. Στην αρχή ήταν καλά. Μετά ήρθε το ποτό μου. Βότκα λεμόνι-δεν μου έκανε ένα ωραίο κρασάκι, ήθελα βότκα. Καλά να πάθω. Ήταν απαίσιο. Μετά το μαγαζί άρχισε να γεμίζει και μέσα σε λίγη ώρα δεν μπορούσα να κάνω βήμα. Τα πόδια μου πονούσαν αφόρητα από τις 12ποντες γόβες που επέλεξα να βάλω, γιατί αυτές ταίριαζαν με το φόρεμα, του οποίου οι τιράντες έφευγαν συνεχώς απ’ τη θέση τους. Η μουσική ήταν απίστευτα δυνατή και εξίσου απαίσια και φυσικά δεν μπορούσαμε να αρθρώσουμε λέξη. Έφυγα πολύ νωρίτερα απ’ όσο είχα υπολογίσει, αλλά δεν με πειράζει καθόλου. Το αντίθετο μάλιστα. Στο σπίτι έκανα το δικό μου πάρτι, ακούγοντας Ζερβουδάκη, Παυλίδη και Πασχαλίδη στο κρεβάτι, το οποίο κατά την ταπεινή μου άποψη ήταν πολύ πιο επιτυχημένο.

Χθες ήρθαν κάτι θείοι μας από Φλώρινα με τα δυο τους παιδιά. Ok. Στην αρχή ήταν ωραία. Ήπιαμε μπύρες, φάγαμε και λίγη πίτσα-χάρισμά μας, γιορτές είναι-, ήρθε και ο παππούς μου και το νινί μου, η Φρειδερίκη, περάσαμε ωραία. Μέχρι τη στιγμή που ήρθε η ώρα του ύπνου. Έβραζα μέσα μου κι αισθανόμουν ότι έγραφε με φωτεινή επιγραφή στο μέτωπό μου: ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ!!!! ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ!!!! Όμως, φαινόταν ότι δεν τη διάβαζε κανείς. Όχι δεν μου πήρε το κρεβάτι, ούτε και τον υπολογιστή, ούτε πείραζε τα πράγματά μου. Ήταν πολύ διακριτική. Μόνο που εγώ ήθελα να διαβάσω κανένα κείμενο στο internet, να πω και καμιά ανοησία στο Facebook  με την Άννα, γιατί ως συνήθως με είχαν πιάσει τα downιάσματά μου-προχθές με ρώτησε: «Ήθελα να’ ξερα, σ’ αφήνουν ποτέ;»- κι όταν αισθανθώ ότι δεν έχω να κάνω τίποτα άλλο, να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου και να πάρω αγκαλιά το αρκουδάκι μου-το οποίο προχθές σκίστηκε και τώρα κρέμεται από μια κλωστή. Και το χειρότερο είναι ότι το έσκισα εγώ κατά λάθος στον ύπνο μου, οπότε δεν μπορώ να κατηγορήσω κανέναν και να ξεσπάσω πάνω του. Σε ποιόν να ξεσπάσω; Πάλι σ’ εμένα;

Σήμερα κάθισα να κάνω επανάληψη το ΑΟΔΕΥ (υπερκαταπληκτικό μάθημα κατεύθυνσης… Αρχές Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων και Υπηρεσιών κι ανάθεμα αν κατάλαβε κανείς τίποτα. Μόνο που ακούς τον τίτλο ολόκληρο βαριέσαι.) Στην αρχή είχε ησυχία και τα κεφάλαια έβγαιναν το ένα μετά το άλλο. Αργότερα, όμως… Άκουγα τον αδερφό μου να αγορεύει για τις δεξιότητες του αριστερού ποδιού του Lionel Messi (ποδοσφαιριστής πρέπει να είναι), άκουγα τις ειδήσεις στη ΝΕΤ από τον κάτω όροφο (ο παππούς μου είναι λίγο...πώς να το πω; Κουφάλογο.), άκουγα και το κινητό μου να χτυπάει με μανία μέσα από κάποιο παλτό μου, αλλά το αγνοούσα πεισματικά. Κι έτσι όπως ήταν ανοιχτό το βιβλίο μπροστά μου, έτοιμο να με καταπιεί, ευχόμουν πραγματικά να το κάνει. Τώρα θα μου πείτε, το βιβλίο του ΑΟΔΕΥ θέλεις να σε καταπιεί; Η αλήθεια είναι ότι στη βιβλιοθήκη μου στέκεται και κοντεύει να πιάσει αράχνες, ο Κλιματισμένος Εφιάλτης του Μίλλερ, και θα’ θελα πάρα πολύ να με καταπιεί εκείνο το βιβλίο, όμως πού καιρός και διάθεση για να τ’ ανοίξω; Κάτι μου λέει ότι επιστρέφω πίσω στις μέρες που Το Πρόγραμμα Δεν Αποκρίνεται και τρέμω...

Η Βασιλική σήμερα μου έστειλε μια ταινία-ντοκιμαντέρ για μια ψυχιατρική κλινική στην Κρήτη. Τώρα γι’ αυτό τι να πω και τι να γράψω, που νιώθω σαν άγαλμα στη μέση μιας πλατείας; Θα υπάρξει ξεχωριστή ανάρτηση μόνο γι’ αυτό, απλά ήθελα να το αναφέρω κι εδώ. Μερικά λόγια, μερικών «τρελών», των οποίων οι «παραφροσύνες» είναι οι μεγαλύτερες αλήθειες…
«Είναι τρελοί αυτοί απ’ έξω παρά εδώ μέσα. Εδώ μέσα είναι λογικοί. Εδώ μέσα τους βλέπεις όλους…τους λένε να φαν το φαγητό τους, να ξαπλώσουν να κοιμηθούνε, να ξεκουραστούνε, αλλά οι άλλοι έξω…Ο ένας σκάβει το λάκκο του άλλου. Εγώ βγαίνω κι έξω και ξέρω. Πιο πολύ κατανόηση βρίσκω εδώ μέσα, στο νοσοκομείο, παρά απ’ έξω. Εγώ απ’ έξω δεν έχω να καπνίσω, γιατί δεν εργάζομαι και ζητάω ένα τσιγάρο από έναν χωριανό μου και μου κατεβάζει τα μούτρα. Εδώ μέσα, όμως, σ’ όποιον κι αν ζητήσω, μου δίνουνε.»
«Εδώ μέσα σ’ αυτό το μέρος είναι η ανυπαρξία. Δεν υπάρχει χρόνος και χώρος. Το μόνο που υπάρχει είναι ένα τσιγάρο που καίει κι ένας καφές. Το πιο εύκολο εκεί έξω είναι το πιο δύσκολο εδώ μέσα…Εγώ την τρέλα μου τη γουστάρω. Μπορεί να παίρνω φάρμακα, αλλά δεν έχασα τίποτα μέσα απ’ το μυαλό μου. Κι αυτοί που μας κλείσαν χάσαν τη δική τους αξιοπρέπεια κι εμείς σταλιά.»
«…Εκεί το βουνό είναι από πέτρα κι όχι από σίδερο, όπως ο πύργος του Άιφελ ή οι ουρανοξύστες της Ν. Υόρκης. Η πέτρα, η Γη είναι πέτρα. Δεν είναι ούτε όπλο, ούτε πυρήνας ατόμου, ούτε τίποτα άλλο. Οι πρώτοι άνθρωποι πολεμήσανε με πέτρες μεταξύ τους. Οι τελευταίοι, ο 3ος, ο 4ος παγκόσμιος πόλεμος θα γίνει πάλι με πέτρες…»

«Είμαι η στοργή.
Είμαι το δάκρυ απ’ το βλέφαρο.
Είμαι ο άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν.
Είμαστε εμείς.
Μια σταγόνα νερό στον ωκεανό
Είναι πιο μεγάλη από της Γης το σύμπαν.
Και βοηθούμε το δειλινό, το δειλινό…
Το δειλινό το βοηθούμε.
Θεέ μου ομορφιά,
Θεέ μου ζωή…»

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010

"Μέσα στη βουή της πόλης"


Περπατάω στο δρόμο και το κρύο είναι τόσο τσουχτερό. Διαπερνά τα ρούχα μου, τη σάρκα μου και φτάνει στα κόκαλά μου. Τα χέρια μου έχουν αρχίσει να μουδιάζουν και τα πόδια μου ίσα που τα αισθάνομαι. Τα ακουστικά, ως συνήθως, είναι στ’ αυτιά κι ακούω ένα ήρεμο τραγούδι. Στα δεξιά μου είναι μια έκταση γεμάτη πράσινο και στ’ αριστερά μια μισοτελειωμένη εκκλησία. Προτιμώ να κοιτάζω το χωράφι. Κι έτσι, χαμένη στις σκέψεις μου, δεν συνειδητοποιώ ότι περπατάω στη μέση του δρόμου, μέχρι τη στιγμή που ένα αγροτικό περνάει από δίπλα μου ξυστά και κορνάρει μανιασμένα (ή τουλάχιστον έτσι νομίζω. Φοράω τα ακουστικά και δεν ακούω τίποτα).
Ανεβαίνω μια ανηφόρα και δίπλα μου, ένα επίπεδο πιο κάτω, βρίσκεται το γκαζόν ενός σπιτιού. Κοιτάζω ανάμεσα στα χόρτα και βλέπω αναρίθμητα μικρά πλασματάκια να πηδάνε από το ένα κλωνάρι στο άλλο. Πόσα πράγματα υπάρχουν που δεν τα προσέχουμε καν; Έτσι όπως στρέφω πάλι το κεφάλι ευθεία μπροστά, μου έρχεται μια ακατανίκητη ανάγκη να τρέξω. Να τρέξω, όμως, και να πάω πού; Περνάω μια μεγάλη διασταύρωση κι επιταχύνω για να μην με προλάβουν τα αυτοκίνητα που έρχονται. Έτσι, ξεγελάω λίγο την επιθυμία μου να τρέξω.
Ανεβαίνω στο πεζούλι ενός δρόμου και ισορροπώ. Ο δρόμος είναι στενός κι ανηφορικός. Είναι δύσκολο να κρατήσω την ισορροπία μου. Αυτοκίνητα περνάνε ξυστά δίπλα μου και υπάρχουν δύο πιθανότητες. Να χάσω την ισορροπία μου και να πέσω στα δεξιά, μέσα σε κάποια λακκούβα του πεζοδρομίου ή να πέσω στα αριστερά, πάνω στο παρμπρίζ κάποιου αυτοκινήτου. Προσπαθώ να μη μεροληπτώ αν και αισθάνομαι ότι γέρνω λίγο προς τα αριστερά. Έπειτα από λίγα βήματα ακόμη, ο δρόμος ανοίγει και δεν έχει πια νόημα το παιχνίδι μου. Έτσι κατεβαίνω απ’ το πεζούλι και περπατάω στο δρόμο κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά σαν χαμένη.
Κοίτα ένα όμορφο σπιτάκι! Έχει ένα μικρό κήπο κι άσπρα κάγκελα και μια καμινάδα που καπνίζει. Μυρίζει και καμένο ξύλο. Μοιάζει σαν να βγήκε από άλλη εποχή. Γυρνάω τότε το κεφάλι μου στ’ αριστερά και βλέπω μια πελώρια πολυκατοικία με γκρίζους τοίχους και γρανιτένια πλακάκια. Στρίβω σ’ αυτή τη γωνία και μπροστά μου ανοίγεται ο κεντρικό δρόμος. Αυτοκίνητα, λεωφορεία, μηχανάκια, δρόμοι γεμάτοι ανθρώπους, μαγαζιά με ρούχα, λίγο πιο πέρα ένα με κλιματιστικά και απέναντι πάλι ρούχα, κάτι χαλιά, λάμπες, μανάβικα και στη γωνία ένα μαγαζί με ηλεκτρονικά είδη. Κοιτάζω δίπλα και βλέπω μια ανάσα πράσινου ανάμεσα στα μπετά και τους γκρίζους τοίχους. Στρίβω σ’ αυτή τη γωνία και περνάω απέναντι. Ένα ανθοπωλείο- τι όμορφα που μυρίζει- και μετά πολυκατοικίες. Στρίβω πάλι στη επόμενη γωνία και προχωράω.
Εδώ είχε ένα ψιλικατζίδικο. Πότε έγινε μαγαζί με ρούχα; Πόσα πράγματα υπάρχουν που δεν τα προσέχω; Αλλά, πώς να τα προσέξω; Το πρωί ξυπνάω και τρέχω πανικόβλητη να προλάβω την πρώτη ώρα, μετά τρέχουμε με τους καθηγητές για να προλάβουμε την ύλη, μετά τρέχω να προλάβω τη βιβλιοθήκη ανοιχτή κι ύστερα τρέχω για να προλάβω το μάθημα. Τρέχω για να πάω όσο το δυνατόν γρηγορότερα σπίτι γιατί έχω διάβασμα. Τρέχω στο δρόμο για το φροντιστήριο και τρέχουμε κι εκεί για να περάσουμε τους καθηγητές στο σχολείο. Τρέχω, έπειτα, σπίτι για να διαβάσω τρέχοντας για την επόμενη μέρα. Τελικά, πάντα τα καταφέρνω και τα’ χω όλα τακτοποιημένα. Στο τέλος της ημέρας έχω μάθει ότι η εφαπτομένη της καμπύλης της Δυναμικής Ενέργειας μας δίνει την Συνισταμένη των δυνάμεων, ότι η Διακρίνουσα του τριωνύμου 2x2 + x + 5=0 είναι ίση με -39 και δεν έχει πραγματικές ρίζες, ότι η Παραγωγικότητα είναι η σχέση μεταξύ αγαθών και χρησιμοποιηθέντων παραγωγικών μέσων, ότι ο αλγόριθμος είναι μια πεπερασμένη σειρά ενεργειών, αυστηρά καθορισμένων και εκτελέσιμων σε πεπερασμένο χρόνο, που στοχεύουν στην επίλυση ενός προβλήματος κι ότι η συλλογιστική πορεία διακρίνεται σε: παραγωγή, επαγωγή και αναλογία, το είδος των προκείμενων σε: κατηγορικό, υποθετικό, διαζευκτικό και ανάλογα με τον αριθμό των προκείμενων ο συλλογισμός είναι άμεσος ή έμμεσος. Ουφ! Ευτυχώς, τα θυμάμαι!
-Ποια είσαι θυμάσαι;
Αναρωτιέμαι αν πραγματικά ήξερα ποτέ. Κι αφού δεν ήξερα πώς να θυμάμαι;
 Μετά από μία γενική επανάληψη ήρθε η ώρα για χαλάρωση. Πιάνω ένα βιβλίο στα χέρια και ξεκινάω την ανάγνωση. Λίγο ακόμα, λέω. Όχι πολύ, γιατί έχω και σχολείο αύριο. Όμως, ποτέ δεν τα καταφέρνω. Κοιμάμαι γύρω στις δύο και μετά το πρωί τρέχω πανικόβλητη να προλάβω την πρώτη ώρα. Κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή το τρέξιμο και οι επαναλήψεις.
Στο δρόμο το τοπίο δεν αλλάζει. Πολυκατοικίες, άλλες με γκαράζ κι άλλες χωρίς. Σ’ αυτήν εδώ επισκευάζουν την πόρτα. Λίγο πιο πέρα κρέμεται ένα ροζ σεντόνι με αρκουδάκια. Και λίγο πιο πέρα άλλη μια όαση μέσα στην έρημο. Ένα μικρό «παρκάκι» (αν θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω έτσι) με δυο παγκάκια και ένα σωρό αναρριχόμενα φυτά. Σκέφτηκα να καθίσω για λίγο εκεί. Τα φυτά πρέπει να κρύβουν ολόκληρο τον κόσμο και πρέπει να’ ναι ωραία. Όμως, έπρεπε να τρέξω. Είχα φροντιστήριο.
Στρίβω στο παλιό ταχυδρομείο, ένα μαγαζί με παπούτσια. Κάτσε να χαζέψω λίγο. Χρειάζομαι ένα ζευγάρι μπότες. Δεν έχει κάτι που να μ’ αρέσει. Συνεχίζω την πορεία μου. Δυο, τρεις καφετέριες, ένα ζαχαροπλαστείο, ένα fast food κι εδώ στρίβω. Ένα μαγαζί με ηλεκτρονικά, κάτι χαλιά, κάτι σεντόνια. Κι ένα γνωστό πρόσωπο πλησιάζει. Τι καλά να μη με δει! Δεν έχω όρεξη. Με βλέπει και πάνω που είμαι έτοιμη να προσποιηθώ ένα χαμόγελο, γυρίζει το κεφάλι απ’ την άλλη. Δεν πειράζει. Εξάλλου, δεν είχα όρεξη. Προχωράω λίγο ακόμα… Κι άλλο ζαχαροπλαστείο, εδώ στρίβω. Βλέπω το σπίτι μου στο απέναντι πεζοδρόμιο, όμως κρατάω μια απόσταση. Προχωράω παράλληλα κι όλο πλησιάζω. Περνάω το δρόμο και βάζω το κλειδί στην κλειδαριά, την γυρνάω προς τ’ αριστερά και μ’ ένα κλικ η πόρτα ανοίγει διάπλατα. Με ξέρει πλέον. 17 ολόκληρα χρόνια την περνάω. Τι ειρωνεία! Να με γνωρίζει η πόρτα, αλλά ο ίδιος μου ο εαυτός να μου φαντάζει ξένος…