Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

"Μέσα στη βουή της πόλης"


Περπατάω στο δρόμο και το κρύο είναι τόσο τσουχτερό. Διαπερνά τα ρούχα μου, τη σάρκα μου και φτάνει στα κόκαλά μου. Τα χέρια μου έχουν αρχίσει να μουδιάζουν και τα πόδια μου ίσα που τα αισθάνομαι. Τα ακουστικά, ως συνήθως, είναι στ’ αυτιά κι ακούω ένα ήρεμο τραγούδι. Στα δεξιά μου είναι μια έκταση γεμάτη πράσινο και στ’ αριστερά μια μισοτελειωμένη εκκλησία. Προτιμώ να κοιτάζω το χωράφι. Κι έτσι, χαμένη στις σκέψεις μου, δεν συνειδητοποιώ ότι περπατάω στη μέση του δρόμου, μέχρι τη στιγμή που ένα αγροτικό περνάει από δίπλα μου ξυστά και κορνάρει μανιασμένα (ή τουλάχιστον έτσι νομίζω. Φοράω τα ακουστικά και δεν ακούω τίποτα).
Ανεβαίνω μια ανηφόρα και δίπλα μου, ένα επίπεδο πιο κάτω, βρίσκεται το γκαζόν ενός σπιτιού. Κοιτάζω ανάμεσα στα χόρτα και βλέπω αναρίθμητα μικρά πλασματάκια να πηδάνε από το ένα κλωνάρι στο άλλο. Πόσα πράγματα υπάρχουν που δεν τα προσέχουμε καν; Έτσι όπως στρέφω πάλι το κεφάλι ευθεία μπροστά, μου έρχεται μια ακατανίκητη ανάγκη να τρέξω. Να τρέξω, όμως, και να πάω πού; Περνάω μια μεγάλη διασταύρωση κι επιταχύνω για να μην με προλάβουν τα αυτοκίνητα που έρχονται. Έτσι, ξεγελάω λίγο την επιθυμία μου να τρέξω.
Ανεβαίνω στο πεζούλι ενός δρόμου και ισορροπώ. Ο δρόμος είναι στενός κι ανηφορικός. Είναι δύσκολο να κρατήσω την ισορροπία μου. Αυτοκίνητα περνάνε ξυστά δίπλα μου και υπάρχουν δύο πιθανότητες. Να χάσω την ισορροπία μου και να πέσω στα δεξιά, μέσα σε κάποια λακκούβα του πεζοδρομίου ή να πέσω στα αριστερά, πάνω στο παρμπρίζ κάποιου αυτοκινήτου. Προσπαθώ να μη μεροληπτώ αν και αισθάνομαι ότι γέρνω λίγο προς τα αριστερά. Έπειτα από λίγα βήματα ακόμη, ο δρόμος ανοίγει και δεν έχει πια νόημα το παιχνίδι μου. Έτσι κατεβαίνω απ’ το πεζούλι και περπατάω στο δρόμο κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά σαν χαμένη.
Κοίτα ένα όμορφο σπιτάκι! Έχει ένα μικρό κήπο κι άσπρα κάγκελα και μια καμινάδα που καπνίζει. Μυρίζει και καμένο ξύλο. Μοιάζει σαν να βγήκε από άλλη εποχή. Γυρνάω τότε το κεφάλι μου στ’ αριστερά και βλέπω μια πελώρια πολυκατοικία με γκρίζους τοίχους και γρανιτένια πλακάκια. Στρίβω σ’ αυτή τη γωνία και μπροστά μου ανοίγεται ο κεντρικό δρόμος. Αυτοκίνητα, λεωφορεία, μηχανάκια, δρόμοι γεμάτοι ανθρώπους, μαγαζιά με ρούχα, λίγο πιο πέρα ένα με κλιματιστικά και απέναντι πάλι ρούχα, κάτι χαλιά, λάμπες, μανάβικα και στη γωνία ένα μαγαζί με ηλεκτρονικά είδη. Κοιτάζω δίπλα και βλέπω μια ανάσα πράσινου ανάμεσα στα μπετά και τους γκρίζους τοίχους. Στρίβω σ’ αυτή τη γωνία και περνάω απέναντι. Ένα ανθοπωλείο- τι όμορφα που μυρίζει- και μετά πολυκατοικίες. Στρίβω πάλι στη επόμενη γωνία και προχωράω.
Εδώ είχε ένα ψιλικατζίδικο. Πότε έγινε μαγαζί με ρούχα; Πόσα πράγματα υπάρχουν που δεν τα προσέχω; Αλλά, πώς να τα προσέξω; Το πρωί ξυπνάω και τρέχω πανικόβλητη να προλάβω την πρώτη ώρα, μετά τρέχουμε με τους καθηγητές για να προλάβουμε την ύλη, μετά τρέχω να προλάβω τη βιβλιοθήκη ανοιχτή κι ύστερα τρέχω για να προλάβω το μάθημα. Τρέχω για να πάω όσο το δυνατόν γρηγορότερα σπίτι γιατί έχω διάβασμα. Τρέχω στο δρόμο για το φροντιστήριο και τρέχουμε κι εκεί για να περάσουμε τους καθηγητές στο σχολείο. Τρέχω, έπειτα, σπίτι για να διαβάσω τρέχοντας για την επόμενη μέρα. Τελικά, πάντα τα καταφέρνω και τα’ χω όλα τακτοποιημένα. Στο τέλος της ημέρας έχω μάθει ότι η εφαπτομένη της καμπύλης της Δυναμικής Ενέργειας μας δίνει την Συνισταμένη των δυνάμεων, ότι η Διακρίνουσα του τριωνύμου 2x2 + x + 5=0 είναι ίση με -39 και δεν έχει πραγματικές ρίζες, ότι η Παραγωγικότητα είναι η σχέση μεταξύ αγαθών και χρησιμοποιηθέντων παραγωγικών μέσων, ότι ο αλγόριθμος είναι μια πεπερασμένη σειρά ενεργειών, αυστηρά καθορισμένων και εκτελέσιμων σε πεπερασμένο χρόνο, που στοχεύουν στην επίλυση ενός προβλήματος κι ότι η συλλογιστική πορεία διακρίνεται σε: παραγωγή, επαγωγή και αναλογία, το είδος των προκείμενων σε: κατηγορικό, υποθετικό, διαζευκτικό και ανάλογα με τον αριθμό των προκείμενων ο συλλογισμός είναι άμεσος ή έμμεσος. Ουφ! Ευτυχώς, τα θυμάμαι!
-Ποια είσαι θυμάσαι;
Αναρωτιέμαι αν πραγματικά ήξερα ποτέ. Κι αφού δεν ήξερα πώς να θυμάμαι;
 Μετά από μία γενική επανάληψη ήρθε η ώρα για χαλάρωση. Πιάνω ένα βιβλίο στα χέρια και ξεκινάω την ανάγνωση. Λίγο ακόμα, λέω. Όχι πολύ, γιατί έχω και σχολείο αύριο. Όμως, ποτέ δεν τα καταφέρνω. Κοιμάμαι γύρω στις δύο και μετά το πρωί τρέχω πανικόβλητη να προλάβω την πρώτη ώρα. Κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή το τρέξιμο και οι επαναλήψεις.
Στο δρόμο το τοπίο δεν αλλάζει. Πολυκατοικίες, άλλες με γκαράζ κι άλλες χωρίς. Σ’ αυτήν εδώ επισκευάζουν την πόρτα. Λίγο πιο πέρα κρέμεται ένα ροζ σεντόνι με αρκουδάκια. Και λίγο πιο πέρα άλλη μια όαση μέσα στην έρημο. Ένα μικρό «παρκάκι» (αν θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω έτσι) με δυο παγκάκια και ένα σωρό αναρριχόμενα φυτά. Σκέφτηκα να καθίσω για λίγο εκεί. Τα φυτά πρέπει να κρύβουν ολόκληρο τον κόσμο και πρέπει να’ ναι ωραία. Όμως, έπρεπε να τρέξω. Είχα φροντιστήριο.
Στρίβω στο παλιό ταχυδρομείο, ένα μαγαζί με παπούτσια. Κάτσε να χαζέψω λίγο. Χρειάζομαι ένα ζευγάρι μπότες. Δεν έχει κάτι που να μ’ αρέσει. Συνεχίζω την πορεία μου. Δυο, τρεις καφετέριες, ένα ζαχαροπλαστείο, ένα fast food κι εδώ στρίβω. Ένα μαγαζί με ηλεκτρονικά, κάτι χαλιά, κάτι σεντόνια. Κι ένα γνωστό πρόσωπο πλησιάζει. Τι καλά να μη με δει! Δεν έχω όρεξη. Με βλέπει και πάνω που είμαι έτοιμη να προσποιηθώ ένα χαμόγελο, γυρίζει το κεφάλι απ’ την άλλη. Δεν πειράζει. Εξάλλου, δεν είχα όρεξη. Προχωράω λίγο ακόμα… Κι άλλο ζαχαροπλαστείο, εδώ στρίβω. Βλέπω το σπίτι μου στο απέναντι πεζοδρόμιο, όμως κρατάω μια απόσταση. Προχωράω παράλληλα κι όλο πλησιάζω. Περνάω το δρόμο και βάζω το κλειδί στην κλειδαριά, την γυρνάω προς τ’ αριστερά και μ’ ένα κλικ η πόρτα ανοίγει διάπλατα. Με ξέρει πλέον. 17 ολόκληρα χρόνια την περνάω. Τι ειρωνεία! Να με γνωρίζει η πόρτα, αλλά ο ίδιος μου ο εαυτός να μου φαντάζει ξένος…

Δεν υπάρχουν σχόλια: