Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καληνύχτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καληνύχτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Lane Fire

Το πρώτο μπάνιο στην θάλασσα σήμερα και το πρώτο κάψιμο στην πλάτη...Κι εγώ κάθομαι τώρα κι ακούω Παπακωνσταντίνου με το Ξανθιππάκη να λούζεται στο μπάνιο. Το τασάκι πάνω στις κλειστές κούτες, που είναι δίπλα στις ανοιχτές και μια πανέμορφη σκέψη να με βασανίζει. Ναι... Χαίρομαι που θα λείψω σε κάποιον τώρα που θα φύγω...


Λοιπόν...Πάγωσε στα χείλια ο καφές...Και δεν σου λείπω...

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Μια καλημέρα κι η Σιμών


Πλησίασα δειλά με τα μάτια ορθάνοιχτα, ν’ ακούω κάθε της βλέμμα κι όταν την πλησίασα αρκετά την άκουσα να μου μιλάει – «Σε ξέρω;». «Εγώ είμαι. Δεν με θυμάσαι;» της ψιθύρισα. «Εγώ που σου έγραφα ποιήματα και τα ‘κρυβα μετά από φόβο, μήπως τα διαβάσει κανείς και με πιστέψει.» Κι αυτή, σαν να είχε έναν δεύτερο Μωυσή μπροστά της, άνοιξε στα δυο και μ’ άφησε να σκάψω για να βρω τα ποιήματά μου. Κι όταν δεν βρήκα κανένα, πήγε να με παρηγορήσει μα εγώ πιο γρήγορη της έριξα ευθύνες. Κι ύστερα άκουγα τα πουλιά να σφυρίζουν αδιάφορα κι υπέθεσα πως τα ‘φαγαν κάποια μέρα που πεινούσαν. Έκραξε ένας κόκορας καλημέρα και κατάλαβα πως έπρεπε να ‘χω γυρίσει εδώ και χρόνια.
Είδα την Σιμών να κάθεται δίπλα μου και να χαζεύει. Τόσα χρόνια νεκρή θα πρέπει ν’ απολαμβάνει τις σουλάτσες κάτω απ’ τον ήλιο. Μ’ άγγιξε στον ώμο το φτερό της και μ’ έκαψε. Της έριξα ένα βλέμμα αγριεμένο και πήρα μια γεύση απ’ την κόλαση. Κι ύστερα νύχτωσε.
Τριγύρισα τότε στους δρόμους κι έφτιαξα απ’ την αρχή ιστορίες, που όλες είχαν το ίδιο τέλος. Κι όπως όλες οι μεγάλες ιστορίες τελειώνουν με θάνατο, έτσι κι αυτές.
Κάθισα τότε στο πάτωμα παρέα με μιαν ατέρμονη σιωπή και κοίταξα έξω. Σωρός τα σκουπίδια. Άναψα τότε δυο κεριά για να μπορώ μεν ν’ ανάβω τα τσιγάρα, αλλά και να ξεχνιέται το βλέμμα με την φλόγα. Με βρήκε το ξημέρωμα στο πάτωμα και μ’ αίματα να τρέχουν. Έκραξε ένας κόκορας καλημέρα και κατάλαβα πως δεν έπρεπε να ‘χω γυρίσει.

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Το Άλμα


Ένας απόκρημνος γκρεμός με φόντο μια θάλασσα που λυσσομανάει. Ένας ουρανός μουντός σκεπασμένος μ’ ένα γκρι πέπλο και μια βροχή να μαστιγώνει το πρόσωπό της. Το κρύο διαπερνούσε τα ρούχα, το δέρμα της κι έφτανε στα σωθικά της. Τα δάχτυλά της, λες και είχαν γίνει ένα με τον βράχο, δεν τα ένιωθε πια. Τα μάτια της προσηλωμένα ευθεία κάτω, στο τέλος του γκρεμού. Τα κύματα χτυπούσαν με μανία τον όγκο, λες κι ήθελαν να τον διαλύσουν σε εκατομμύρια μικρά κομμάτια. Τέντωσε το χέρι της μέχρι την πλάτη, έψαξε λίγο στα τυφλά και σταμάτησε στο σημείο που υπολόγιζε ότι βρίσκεται η ουλή, κρυμμένη καλά κάτω απ’ το χοντρό της πουλόβερ. Την χάιδεψε για λίγο σαν να της είχε λείψει και γέλασε με τον εαυτό της. Γέλασε δυνατά κι αμέσως κάλυψε το στόμα της για να μην ακουστεί. Μα ποιος θα την άκουγε με τέτοιο αέρα και ποιος θα μπορούσε να την βρει εκεί που ήταν; Έτσι άφησε τον εαυτό της ελεύθερο. Γέλασε με την ψυχή της. Γέλασε όπως δεν έχει ξαναγελάσει στην ζωή της και λίγο πριν τα τρανταχτά της γέλια μετατραπούν στην πιο σπαρακτική της έκκληση για βοήθεια, στο πιο γοερό της κλάμα, έκλεισε τα μάτια, έγειρε το κορμί της προς τα εμπρός κι άφησε την βαρύτητα να την κυριέψει. Για λίγο άκουσε τον άνεμο να της ψιθυρίζει όμορφα λόγια στ’ αυτί. Ένιωσε έναν έντονο πόνο στο στομάχι, ένα ελαφρύ μούδιασμα στο κεφάλι κι ένα παχύρρευστο υγρό ν’ αναβλύζει από μέσα της.
Άνοιξε τα μάτια της και οι μπαλκονόπορτες ήταν ανοιχτές. Ο αέρας φυσούσε τόσο δυνατά που τα μάτια της δάκρυσαν και για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν όντως έφταιγε ο αέρας. Η βροχή έμπαινε ανενόχλητη μέσα στο δωμάτιο κι είχε σχηματίσει μια μικρή λιμνούλα. Έσκυψε και είδε το πρόσωπό της να καθρεφτίζεται. Άπλωσε το χέρι της και διέλυσε για λίγο την τέλεια εικόνα που έβλεπε. Έμεινε ξαπλωμένη στο πάτωμα με το ένα χέρι βουτηγμένο στα νερά και το άλλο να πιέζει τόσο πολύ το στομάχι της, σαν να είχε μια ακατανίκητη επιθυμία να διαπεράσει το δέρμα της και να ξεριζώσει ότι υπήρχε μέσα. Έμεινε εκεί για ώρες και θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος ότι είναι νεκρή αν δεν τρανταζόταν το κορμί της από τους δυνατούς λυγμούς. Οι λυγμοί σταμάτησαν και έμεινε εκεί, ακίνητη πια, χωρίς να νοιάζεται για την βροχή, ούτε για τον αέρα, ούτε για το τσιγάρο που έκαιγε στο τασάκι…

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

"Τερατάκια Τσέπης"

Σκάλιζα προχθές – σαν μια πράξη απελπισίας δες το – τα παλιά… Και βρήκα… και τι δεν βρήκα να λες… Γράμματα σε ψυχές που έχουν φύγει, διηγήματα για ψυχές που ήλπιζα να μείνουν, ποιήματα για να κερδίσω τις εντυπώσεις των άλλων, ποιήματα προορισμένα να μείνουν σ’ ένα συρτάρι και να μην διαβαστούν ποτέ, κείμενα που ήθελα να τα πετάξω στα μούτρα κάποιων και στην διαδρομή να μεταμορφωθούν σε οτιδήποτε – αρκεί να ήταν βαρύ –, κάτι παλιές φωτογραφίες, ένα τετράδιο γεμάτο αναμνήσεις, άνοιξα κι ένα βιβλίο και βρήκα μέσα εκείνο το τριαντάφυλλο που είχα κρύψει πριν χρόνια. Είχα αφήσει μέσα κι ένα σημείωμα, όμως δεν το διάβασα. Θυμόμουν τι είχα γράψει. Δεν έχει έρθει, όμως, ακόμα η ώρα να το διαβάσω. Δεν έχει έρθει η ώρα να το διαβάσει κανείς. Διάβασα που λες μέσα σε δύο ώρες όλη μου την ζωή. Ότι λάθη έκανα, ορθογραφικά και μη, ότι υποσχέσεις είχα δώσει, ότι όνειρα είχα. Διάβασα και κάτι ωραία σχόλια και χαμογέλασα… Θέλω, τώρα, να διαβάσεις κι εσύ κάτι. Έτσι. Γιατί, όταν το είχα γράψει το εννοούσα και το εννοώ και τώρα…                               Φοβάμαι πως θα σβήσω κι εγώ με το πέρασμα του χρόνου όπως το μολύβι πάνω στο χαρτί. Ίσως να λιώσω όπως λιώνουν τα κεριά ή να σβήσω όπως η φλόγα τους. Φοβάμαι πως θα μαραθώ όπως εκείνο το όμορφο τριαντάφυλλο στον κήπο. Μα τι λέω; Δεν έχω κήπο. Κλεισμένη σ’ ένα κελί με εξόδους υπό αυστηρή επιτήρηση…Αν είχα την ευκαιρία να κάνω μία ευχή, θα ευχόμουν να γέμιζε η ζωή μου με χρώμα και λουλούδια. Θα ευχόμουν να είχα κήπο κι ένα όμορφο κόκκινο τριαντάφυλλο…                                                                                                  Περίεργο και τρομακτικό πόσο σε αλλάζουν οι καιροί, και οι καταστάσεις, αλλά κυρίως οι άνθρωποι…                                                                                                                                                                                                                                                                                                                       

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Bon Voyage


Ίσως θα πρέπει για αρχή να γράψω: καλώς σας βρήκα, μιας κι έχει περάσει σχεδόν ένας μήνας από την τελευταία φορά που έγραψα κάτι. Όμως νομίζω πως δεν έφυγα ποτέ, οπότε δεν έχει χαιρετούρες.
Νομίζω πως έχω αρχίσει να «αναρρώνω». Νομίζω πως νιώθω υγιής. Δεν κόβω πια τα δάχτυλά μου, αν και έχουν μείνει κάποιες διακριτικές ουλές, και τα βράδια πλέον κοιμάμαι. Πέρασα στο Πολυτεχνείο Κρήτης, στα Χανιά. Εντάξει, δεν είναι αυτό που ήθελα, αλλά… δεν με πειράζει και πολύ. Άλλωστε έχω σκοπό μόλις τελειώσω να πάω και στην Καλών Τεχνών. Γενικά αυτές τις μέρες με διακατέχει μια αισιοδοξία πρωτόγνωρη. Επιφυλάσσομαι για την διάρκειά της. Νομίζω ότι είμαι χαρούμενη που πέρασα εκεί. Τελικά, όσο πιο μακριά τόσο το καλύτερο. Βέβαια, δεν ξέρω αν χαίρομαι πιο πολύ γιατί πέρασα ή γιατί θα ανέβω σε αεροπλάνο. Όπως και να’ χει όμως, χαίρομαι κι αυτό έχει σημασία. Βέβαια ο φόβος συνεχίζει να υπάρχει, αλλά μεταξύ μας ποιος δεν φοβάται να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή; Αν και νομίζω ότι άλλο είναι αυτό που με φοβίζει περισσότερο. Η μέρα των γενεθλίων μου. Θα είμαι σε μια ξένη πόλη, που απέχει εκατοντάδες χιλιόμετρα απ’ το σπίτι μου, και θα πρέπει να περάσω την πιο δύσκολη μέρα του χρόνου μόνη μου. Δύσκολη, ναι. Κάποιοι άνθρωποι χαίρονται με τα γενέθλιά τους, άλλοι τα ξεχνάνε κι άλλοι δεν τους δίνουν σημασία. Εγώ τα φοβάμαι και τα μισώ. Συνήθως καταφέρνω και τα ξεχνάω, όμως πάντα μου τα θυμίζουν μ’ ένα πάρτι «έκπληξη». Τώρα, λοιπόν, πώς θα τα ξεχάσω; Κι αν τα ξεχάσω, ποιος θα μου τα θυμίσει; Ας είναι, όμως… Μέχρι τότε έχει ο καιρός γυρίσματα…ελπίζω. Ευχάριστα, δυσάρεστα, καλά, κακά νέα, δάκρυα χαράς και λύπης, όλα μαζί τα συναντάω κι όλα μαζί τα παθαίνω. Αλλά, κάθε αρχή και δύσκολη. Έτσι δεν λένε; Καλή αρχή, λοιπόν, γιατί την Παρασκευή πετάω. Πετάω και είναι οριστικό…

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

Εις Το Επανιδείν

Αρχικά προσπαθούσα να βάλω internet, να μην αποκοπώ απ' τον κόσμο, να γράφω πού και πού, να σου μιλάω ακόμα πιο σπάνια. Όταν το κατάφερα, έφερα τα πάνω κάτω για να μην μπορώ να επικοινωνήσω διαδικτυακά με τον υπόλοιπο κόσμο. Ο μόνος κόσμος που μ' ενδιέφερε ήταν αυτός που ζούσα, και ήταν μια απ' τις λίγες φορές που μου άρεσε. Ναι, είχε τα στραβά του, δεν λέω... αλλά μου άρεσε, κι ακόμα μου αρέσει. Ύστερα πάλευα με τον εαυτό μου και προσπαθούσα να τον επαναφέρω στην τάξη, μήπως και διαβάσω κανένα βιβλίο... Ξεκίνησα ένα, όμως το άφησα, ξεκίνησα δεύτερο, αλλά είχε την ίδια τύχη. Φέρνω ως δικαιολογία ότι μετά τις εξετάσεις βρίσκομαι σε κατάσταση απόλυτης αδράνειας, αλλά αυτό στους άλλους, γιατί εγώ ανησυχώ. Τι έχω πάθει; Ύστερα έρχεται στο προσκήνιο άλλη μια μεγάλη μάχη... Να κάνω ή να μην κάνω τατουάζ; Φυσικά η...μητέρα ούτε να το ακούει δεν θέλει, αλλά νομίζω ότι τελικά αυτός είναι ένας από τους κυριότερους λόγους που θέλω να κάνω. Τελικά αποφάσισα να κάνω ένα μικρό και διακριτικό στο χέρι για αρχή. Φυσικά δεν πρόκειται να είναι τίποτα που να θυμίζει νεράιδες, ξωτικά, αστέρια, πεταλούδες ή καρδούλες... Θα είναι κάτι που σημαίνει πολλά για μένα. Κι αφού αποφάσισα να σε βγάλω απ' την ζωή μου, ένα πράγμα μου μένει... Η ποίηση... "Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, είμαστε κιόλας νεκροί". φυσικά δεν πρόκειται να το γράψω στα Ελληνικά. Όχι βέβαια! Δεν πρόκειται να προσφέρω απλόχερα εύκολη πρόσβαση σε ένα τέτοιο ποίημα, με ένα τόσο δυσπρόσιτο νόημα, στα ποζέρια που θα το κοιτάνε περίεργα. Άλλη μάχη... Νομίζω ότι όμοιά της δεν έχω συναντήσει ξανά στη ζωή μου. Φυσικά, καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείς να λείπεις εσύ από ένα τέτοιο φαντασμαγορικό γεγονός (ή καλύτερα γεγονότο όπως συνηθίζω να το λέω τις τελευταίες μέρες). Να σ' αφήσω στην ησυχία σου και να εύχομαι να φύγω στα Χανιά, ή ν' αναζητήσω την συντροφιά σου κι όσα μπορείς να μου προσφέρεις και να παρακαλάω να φύγω Θεσσαλονίκη; Σήμερα ήρθα για πρώτη φορά αντιμέτωπη με το φαινόμενο που ονομάζεται "ανεργία". Και σήμερα μόνο κατάλαβα πόσο τραγικό και αξιολύπητο είναι να γυρνάς μία ολόκληρη πόλη και να παρακαλάς για δουλειά και να σου λένε όχι. Όχι τι;! Όχι δεν σου επιτρέπουμε να δουλέψεις;! Όχι τι;! Σε καταδικάζουμε στην απραγία;! Όχι σε τι ακριβώς; Τελικά, ίσως να κατάφερα να βρω κάτι, όμως δεν είναι σίγουρο ακόμη. Ο τύπος φάνηκε πολύ εντάξει. Με ρώτησε αν είμαι καλή με τα παιδιά... Μου ήρθε να βάλω τα γέλια! Με δουλεύεις;! Βέβαια, πού να ξέρεις κι εσύ... Κατάφερα να πείσω το 4χρονο ξάδερφό μου ν' αφήσει ήσυχη την αδερφή του και τα υπόλοιπα ξαδέρφια και να 'ρθει μαζί μου στην εξωτερική ντουζιέρα για να "πιτσιλιθούμε". Τον πήγα βόλτα στο χωριό, του αγόρασα βάφλα και παγωτό κι ένα καλαμπόκι...Α! και μία sprite. Κι αν δεν τον σταματούσα θα συνέχιζε να ζητάει. Κάθε βράδυ ξαπλώνει δίπλα μου, πίνει το γάλα του και λέμε παραμύθια. Φυσικά, εγώ σιχαίνομαι και την Χιονάτη και την Κοκκινοσκουφίτσα και όλα τα λοιπά. Του λέω παραμύθια που έχουν φαντασία και νόημα. Παραμύθια που δεν φτιάχτηκαν για να αναγκάζουν τα παιδιά να τρώνε όλο τους το φαγητό, αλλά για να τα ταξιδεύουν... Λατρεύει τον Καπελά και την Αλίκη και επίσης αγαπάει τον Τσάρλι και το εργοστάσιο της σοκολάτας (έκανα το λάθος, ένα βράδυ που είχα στερέψει από ιδέες, να του το διηγηθώ. Από τότε έχει γίνει το αγαπημένο του και δεν υπάρχει περίπτωση να περάσει μέρα που να μην το πούμε). Χθες τρέχαμε πάνω-κάτω στην αυλή και κάναμε τα αεροπλάνα και σήμερα έφτιαξα ένα καράβι από χαρτόκουτα. Μπήκαμε μέσα και ταξιδεύαμε περίπου ένα μισάωρο, μέχρι δηλαδή να 'ρθει η ώρα να πάει για ύπνο. Όταν ανακοίνωσα στον μπαμπά του ότι θέλω να πιάσω δουλειά, αστειευόμενος φυσικά, μου απάντησε: "Και τον Γιώργο ποιος θα τον προσέχει;!". Γέλασα αλλά σκέφτηκα ότι πράγματι έτσι είναι. Τις μέρες που λείπει...να δεις πώς το είπε η Στέλλα... Α, ναι! "Είσαι η δεύτερη μαμά του Γιώργου". Ξέρεις, θα 'θελα πολύ να είμαι η πρώτη μαμά ενός τέτοιου πλάσματος... Τώρα, θα μου πεις... Εντάξει μικρή είσαι ακόμα. Έχεις καιρό μπροστά σου... Φυσικά, δεν αντιλέγω, αλλά να...είναι που... Αυτά για απόψε, μικρέ (κι ενίοτε μεγάλε) μου αναγνώστη... Τώρα, ανανεώνουμε το ραντεβού μας για...κάποια ημερομηνία, που όμως δεν ξέρω ποια θα είναι. Πάντως, να ξέρεις, εδώ είμαι. Δεν χάνομαι. Αν τελικά αποφασίσω να χαθώ, θα σε προειδοποιήσω πρώτα. Θα σου πω ένα μεγάλο αντίο, να 'σαι σίγουρος. Εις το επανιδείν λοιπόν.

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

...The Libertine...


Το απόλυτο κενό… Από καναπέ σε πολυθρόνα κι από κει πάλι στον καναπέ. Τα μεσημεριανά πάνε κι έρχονται κι έχω μάθει όλα τα νέα της showbiz. Τι είπε η Βάνα Μπάρμπα για το δίδυμο Σκορδά-Λιάγκα, τι είπε η Μενεγάκη για τη δήλωση της Βάνας Μπάρμπα για το δίδυμο Σκορδά-Λιάγκα, τι είπε η Ευγενία Μανωλίδου για την Ελεονόρα Μελέτη πριν μια εβδομάδα και τι είπε τώρα. Είδα μια συνταγή για αστακό-μακαρονάδα, είδα την Πετρούλα να ρουφάει ένα αυγό κι είδα και τους «αγανακτισμένους» στο Σύνταγμα και στον Λευκό Πύργο. Αυτά σε ένα κανάλι. Γυρίζω στο επόμενο και τα θέματα είναι ακριβώς ίδια, ίσως με λίγο διαφορετική σειρά. Α! Σ’ αυτό έδειχναν και την Λουκά να κάνει έφοδο σε μια κάμερα. Σιχάθηκα, λοιπόν, και την Βάνα Μπάρμπα και την Μενεγάκη και το δίδυμο Σκορδά-Λιάγκα και την Ευγενία Μανωλίδου και την Ελεονόρα Μελέτη και την αστακό-μακαρονάδα – όχι τους «αγανακτισμένους δεν τους σιχάθηκα – σιχάθηκα και τον ίδιο μου τον εαυτό. Έκλεισα αυτό το χαζοκούτι, πέταξα το τηλεκοντρόλ, κλείστηκα στο δωμάτιό μου κι αποφάσισα ότι θα ήταν καλύτερα να μην βγω καθόλου από εκεί. Έτσι έκανα, λοιπόν. Όμως, πώς να περάσουν 24 ώρες; Πώς;! Κι αφού, λοιπόν, η βιβλιοθήκη μου έχει στερέψει, προς το παρόν, επιδόθηκα στην άλλη μου λατρεία: ταινίες! Οι καλύτεροι ηθοποιοί: Johnny Depp, Helena Bonham Carter, Christina Ricci, Cate Blanchett, Oleg Yankovskiy, John Turturro, Carrie-Anne Moss, Helen Mirren, Judy Davis και οι καλύτεροι σκηνοθέτες: Tim Burton, Michael Mann, Gore Verbinski, Mark Forster, David Koepp, Laurence Dunmore, Lasse Hallstrom, Sally Potter, Roman Polanski, Thaddeus O’Sullivan συνθέτουν τις καλύτερες ταινίες: The Heart of Me, Enid, Secret Window, Finding Neverland, The Man Who Cried, Conversations With Other Women, The Wings Of The Dove, Alice In Wonderland, Sweeney Todd: The Daemon Barber Of Fleet Street, The Ninth Gate, Where The Angels Fear To Tread, Public Enemies, Chocolat, Sleepy Hollow, The Libertine… Όλες με πρωταγωνιστές τους αγαπημένους μου ηθοποιούς: Johnny Depp και Helena Bonham Carter και πολλές απ’ αυτές σκηνοθετημένες από τον επίσης αγαπημένο και λατρεμένο μου: Tim Burton…  Άπειρες ρυθμίσεις στα ηχεία για ν’ ακούγονται καλά, άπειρα «κατεβάσματα» εφαρμογών για να παίξουν τα βίντεο, άπειρο κλάμα και άπειρες σκέψεις μέχρι πρωίας. Ξέρεις, όμως, αυτό είναι το ωραίο σε μια ταινία. Αυτό κάνει μια ταινία επιτυχημένη. Να μπορεί να σε κάνει να κλάψεις, να χαρείς, να θυμώσεις, να ταυτιστείς με τους ήρωές της, να σε κρατήσει ξύπνιο όλο το βράδυ, ενώ σκέφτεσαι πως θα ήταν άραγε οι ζωές τους αν τα πράγματα έρχονταν διαφορετικά; Σκέψεις που έχουν και προεκτάσεις φυσικά… Πώς θα ήταν τα πράγματα στην δική μου ζωή αν δεν έκανα αυτό κι έκανα εκείνο; Όλες τις ταινίες που ανέφερα πριν τις είδα μέσα σε 4 μέρες… Ναι 4 μέρες… 24 ώρες το 24ωρο έβλεπα ταινίες. Δεν έχω κοιμηθεί λεπτό εδώ και τέσσερις μέρες κι έχει γίνει πια συνήθεια και δεν μπορώ να κοιμηθώ χωρίς πρώτα να δω μια ταινία… Αρρωστημένο, αλλά καλύτερο απ’ το κουμκουάτ! Δεν θέλω να πω τίποτα άλλο… Δεν μπορώ… Μόνο να γράψω κάτι τελευταίο…


Επιτρέψτε μου να είμαι ειλικρινής κατά την έναρξη.
Δεν πρόκειται να με συμπαθήσετε.
Οι κύριοι θα ζηλεύουν και οι κυρίες θα αισθάνονται αποστροφή.
Δεν θα με συμπαθείτε τώρα και θα με συμπαθείτε όλο και λιγότερο όσο περνάει η ώρα.
Κυρίες, μια ανακοίνωση.
Το σκέφτομαι όλη την ώρα.
Αυτό δεν είναι καύχημα ή γνώμη. Είναι ένα ιατρικά τεκμηριωμένο γεγονός.
Βάζω χέρι ξέρετε, κι εσείς θα με βλέπετε να βάζω χέρι και θα αναστενάζετε.
Μη!
Είναι πρόβλημα για εσάς και είναι πολύ καλύτερο να παρακολουθείτε και να βγάζετε συμπεράσματα από απόσταση παρά αν έβαζα όλα τα μικρόβιά μου στα μεσοφόρια σας.
Κύριοι, μην απελπίζεστε.
Κι αυτό το σκέφτομαι, και ταιριάζουν οι ίδιες προειδοποιήσεις.
Κρατήστε τους πικάντικους ερεθισμούς σας μέχρι να σας πω εγώ, αλλά αργότερα όταν θα ερεθιστείτε, γιατί αργότερα θα ερεθιστείτε, θα το περιμένω αυτό από εσάς και θα το ξέρω αν με απογοητεύσετε.
Σας εύχομαι να ερεθιστείτε με την παραμορφωμένη μου εικόνα, ενώ αισθάνεστε κάποιο κροτάλισμα στις γονάδες σας.
Νιώστε πώς ήταν για μένα, πώς είναι για μένα και αναλογιστείτε.
Ήταν αυτή η ανατριχίλα, η ίδια ανατριχίλα που ένιωσε κι αυτός;
Ήξερε κάτι πιο βαθύ;
Ή υπάρχει ένα τοίχος αθλιότητας, που όλοι συντρίβουμε με τα κεφάλια μας στην λάμψη της στιγμής;
Αυτό ήταν.
Τίποτα με ομοιοκαταληξία, κανένας ισχυρισμός για την ταπεινοφροσύνη μου.
Δεν περιμένατε αυτό ελπίζω.
Είμαι ο William Control
Και δεν θέλω να με συμπαθείτε…



 photo by Dimitra Car Photography


Έτσι, λοιπόν, ξαπλώνει στα τελευταία του.
Το νεκροκρέβατο σε αλλάζει.
Ο ευσεβής ακόλαστος.
Δεν μπορώ να χορέψω ούτε μισό μέτρο, έτσι δεν είναι;
Δώσε μου κρασί, θα στραγγίξω και το κατακάθι και θα πετάξω το άδειο μπουκάλι στον κόσμο.
Δείξε μου τον άρχοντά μας Ιησού σε αγωνία και θα ανέβω στον σταυρό και θα κλέψω τα καρφιά για τις δικές μου παλάμες.
Να ‘μαι, λοιπόν, αηδιασμένος απ’ τον κόσμο.
Το δάκρυ μου φρέσκο πάνω στην Βίβλο.
Κοιτάζω μια καρφίτσα και βλέπω αγγέλους να χορεύουν.
Λοιπόν, με συμπαθείτε τώρα;
Με συμπαθείτε τώρα;
Με συμπαθείτε τώρα;

Υ.Γ. Συγχωρέστε μου κάποια λαθάκια ή παρερμηνείες στην μετάφραση...Ήταν δύσκολο κείμενο...

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Titanic


We’re back to Greece. Dear Greece. Beloved Greece. Σήμερα ο λόγος μου θα είναι απλός. Απλός σε σημείο αηδίας. Ούτε θαυμαστικά, ούτε αποσιωπητικά, ούτε τίποτα. Μόνο μερικές τελείες και κανένα κόμμα για να βγάζουν νόημα οι προτάσεις. Δεν πρόκειται να αναλύσω κάθε λεπτό της εκδρομής και δεν θα σας κουράσω με λεπτομέρειες. Φτάνει όμως τόσος πρόλογος. Ώρα για το κυρίως θέμα.
Η Ιταλία πανέμορφη. Λάτρεψα κάθε γωνιά της. Από την πιο παρατημένη αγροικία λίγο πιο έξω απ’ την Αγκόνα μέχρι την περίφημη εκκλησία του Αγ. Πέτρου στο Βατικανό. Θαύμασα αρχαία και μοντέρνα γλυπτά, την αρχιτεκτονική της Αιώνιας Πόλης και τον πλούτο της Καθολικής Εκκλησίας. Κάτι άλλο πέρα απ’ τα αξιοθέατα δεν έχω να πω. Ούτε και στην εκδρομή (παρά την απεριόριστη κούραση) δεν κατάφερα να κοιμηθώ. Αναμενόμενο θα μου πείτε. Μόνο το τελευταίο βράδυ μετά από μια γενναία δόση βότκας κατάφερα να κλείσω τα μάτια μου για κανένα δίωρο. Στο ταξίδι της επιστροφής, έτσι όπως κοιτούσα τη θάλασσα και τη βροχή, μέσα στη ζαλάδα μου, θυμήθηκα δυο λόγια που μου’ πε κάποιος πριν φύγω. «Να πας. Να περάσεις καλά κι όταν γυρίσεις, θέλω να’ σαι άλλος άνθρωπος». Ναι, πράγματι, γύρισα άλλος άνθρωπος. Αυτή τη φορά πιο ψυχρή, πιο γυάλινη και πιο άδεια από κάθε άλλη φορά. Κι ο πόνος στον λαιμό μου από τα Prince σε συνδυασμό με ένα Marlboro και 2-3 Davidoff, δεν λέει να μ’ αφήσει. Κι έτσι όπως άστραφτε ο ουρανός και τρανταζόταν όλο το καράβι απ’ τους κεραυνούς, γελούσα. Γελούσα με τη μικρότητά μας και με την αναλωσιμότητά μας. Πόσο λίγο αναντικατάστατοι είμαστε και πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να καταστρέψει ότι έχεις μέσα σου χωρίς να πει ούτε μια λέξη; Ίσως πάλι να το καταστρέφει ακριβώς επειδή δεν έχει πει ούτε μια λέξη. Γελούσα μ’ εμάς τους ίδιους. Σε πόσο εγωπαθέστατα και γλοιώδη όντα μπορούσε να μετατραπούμε; Και πέντε μέρες τώρα δεν μ’ αγκάλιασε κανείς, ούτε κι εγώ αγκάλιασα κανέναν. Μου ‘λειψε ο αρκούδος μου, η αίσθηση απ’ το τρίχωμά του που ακουμπάει το μάγουλό μου, η ζεστούλα του κι η μικροσκοπική του αγκαλιά. Και πόσο τραγικό είναι να περνάει κανείς την γιορτή του στο κατάστρωμα ενός πλοίου φωνάζοντας στον εαυτό του χρόνια πολλά; Πάλι καλά ήταν ο Μάριος λίγο πιο κει και έπαιζε κιθάρα.
- Ρε βλαμμένη! Τι κάνεις εκεί; Έλα εδώ!
- Δεν πηδάω ρε.
Αλήθεια δεν θα πηδούσα. Ήθελα μόνο να με χτυπήσει λίγο ο αέρας κι έτσι όπως στεκόμουν όρθια, τόσο άκρη που δεν έβλεπα το πάτωμα, με μόνο στήριγμα τα πόδια μου, ένιωθα ότι ίσως και να μπορώ να πετάξω. Όμως, το σώμα μου αρνούνταν να με υπακούσει. Τουρτούριζε απ’ το κρύο και το μυαλό μου με διέταζε να μπω μέσα στη ζέστη και την ασφάλεια της καμπίνας. Έτσι, κάποια στιγμή υπάκουσα. Γελούσα, λοιπόν, με την ηλιθιότητα μας. Γελούσα και γελάω ακόμα.

Τώρα πρέπει να φύγω. Έχω δουλειά. Βυθιζόμαστε. Καληνύχτα. 


Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

"My Body Is A Cage"



Κάποιες στιγμές την κατάθλιψή μου την γουστάρω. Αφήνομαι, με τυλίγει η δίνη της και μένω εκεί μέσα για μέρες, βδομάδες ή και μήνες. Κάποιες άλλες τη μισώ, όμως φοβάμαι πως χωρίς αυτήν θα πάψω να κάνω το μοναδικό πράγμα που μπορώ να κάνω, να γράφω. Κι αυτό είναι που με κάνει τόσο δα σημαντική, ξεχωριστή. Χωρίς αυτό…τι; Κάποιες άλλες πάλι μου φαίνεται πως εγώ την κυνηγάω και κάθε στιγμή – όμως κάθε στιγμή – ξέρω ότι την αξίζω. Και κάποιες φορές που είμαι απόμακρη, ψυχρή ή δύστροπη μην με παρεξηγείς. Να, είναι που θέλω να σε προστατέψω από μένα και που θέλω να με προστατέψω από μένα και ίσως να θέλω να σε απαλλάξω από την παρουσία μου. Η ψυχή μου επιθυμεί τόσο πολλά, όμως το σώμα μου την περιορίζει, οι δυνάμεις μου μ’ εγκαταλείπουν και συνήθως αφήνω τα πάντα μισοτελειωμένα. Και με μισώ γι’ αυτό. Αυτός είναι ο λόγος που βάλθηκα να τελειώσω με τη Βάσω τα stencil κι ας τρέχω και δεν φτάνω. Σήμερα, έβγαλε το συμπέρασμα ότι τη βαριέμαι τη δουλειά που κάνω. Κι εδώ που τα λέμε, ένας λογικός άνθρωπος, θα σκεφτόταν πως το να κόβεις μικρά μικρά κομματάκια σ’ ένα τραπεζομάντιλο δεν πρέπει να’ ναι και πολύ ευχάριστο. Κι όμως… Κάθε μέρα περιμένω τη στιγμή που θα κλειστούμε μέσα στη βιβλιοθήκη με τη μουσική να παίζει, άλλοτε έντεχνα, άλλοτε ροκ κι άλλοτε να βάζει η Βάσω παιδικά τραγούδια, να πούμε ότι πιο τρελό και χαζό μας έρθει στο μυαλό. Να κάνουμε εκείνες τις υπέροχες συζητήσεις που δεν έχουν αρχή, μέση, τέλος, ούτε συνοχή και δεν βγάζουν κανένα απολύτως νόημα. Κι όμως καταλαβαινόμαστε. Μ’ έναν περίεργο τρόπο μεν, αλλά καταλαβαινόμαστε. Αισθάνομαι ότι κάνω κάτι, ότι βοηθάω κάπου κι είχα πολύ καιρό να νιώσω έτσι. Με τον καιρό το πήραμε το κολάι και φεύγουν οι ζωγραφιές η μια μετά την άλλη. Σε λίγο θα τελειώσουμε. Τι κρίμα… Δεν ανησυχώ, όμως. Όλο και κάτι θα βρούμε να κάνουμε. Όπως εκείνη τη φορά που πλέκαμε σακούλες για να φτιάξουμε καρέκλες, ή την άλλη που είχαμε ξεσηκώσει ότι βιβλία και ιστοσελίδες υπήρχαν για να βρούμε τους 5 ή 6 πιο σημαντικούς ανθρώπους στην ιστορία της ανθρωπότητας. Είχαμε καταλήξει σε περίπου 50… Άντε να βγάλεις άκρη. Ή εκείνη τη φορά που μου μιλούσε για το Θεό κι έχει αυτήν την εκπληκτική ικανότητα να με κάνει να βγάζω τον σκασμό και ν’ ακούω τόσο προσεκτικά – σχεδόν ευλαβικά – όπως ακούει ένα παιδί τα παραμύθια. Ή την άλλη φορά που τρέχαμε από βιβλιοπωλείο σε βιβλιοπωλείο για να βρούμε ένα συγκεκριμένο βιβλίο και μετά ψάξαμε ότι μαγαζί είχε και δεν είχε για να βρούμε ένα βιβλίο για να μάθει να παίζει φυσαρμόνικα. Το παίρνω σιγά σιγά απόφαση πως σε λίγο φεύγω. Θα μου λείψουν πολλά. Θα μου λείψουν τα κορίτσια, η Βάσω, τα stencils κι οι σακούλες, ο Στελάρας (σήμερα είχε γενέθλια), το γέλιο που κάνω από μέσα μου κάθε φορά που βλέπω στα υπερσύγχρονα βιβλία της βιβλιοθήκης την αφιέρωση στο σχολείο θηλέων, η βιβλιοθήκη, ακόμα κι ο Μάριος θα μου λείψει. Τα αστεία, τα πειράγματα κάτι απουσίες τις πρώτες ώρες και κάτι αποβολές (αναίτιες να τονίσω!), κάτι καφέδες από την κ. Γεωργία, η γκρίνια της Χρύσας, το «say somethingsay somethinganything» της Σοφίας, η υπερκαταπλικτή προσφώνηση της Άννας: «Πόρνη» (Πόρνη!:P), τα παλαμάκια της Χαρούλας, το «Άντε! Πάλι θα χάσουμε την προσευχή!» της άλλης Σοφίας, μέχρι κι ο Τοτός θα μου λείψει (καλά δεν θα μου λείπει για πολύ). Κι η τάξη μας…Κι αυτή θα μου λείψει. 2 χρόνια εκεί μέσα τα περάσαμε. Τώρα την στολίσαμε κιόλας…Έγινε ωραία. Δεν ζητάω πολλά…Λίγες τέτοιες στιγμές ακόμα θέλω. Λίγο ακόμα, μέχρι να το πάρω πραγματικά απόφαση και μετά θα φύγω. Αφήστε με μόνο λίγο ακόμα εκεί…Λίγο…

My body is a cage that keeps me from dancing with the one I love, my mind holds the key…I’m standing on a stage of fear and self-doubt. It’s a hollow play but they’ll clap anyway…My body is a cage…

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

The Finest Line



Τελικά μια λεπτή γραμμή χωρίζει τα πάντα. Αυτά που ευχόμαστε, απ’ αυτά που απευχόμαστε κι αυτά που θέλουμε, απ’ αυτά που δεν θέλουμε. Και κανείς, τελικά, δεν μας ρωτάει. Απλά αποφασίζει για μας. Κι αυτός ο «κάποιος» ή ο «κανείς», είναι για άλλους ο Θεός, γι’ άλλους η μοίρα και γι’ άλλους απλά κάποιος γνωστός ή και άγνωστος. Μια λεπτή γραμμή χωρίζει το φως απ’ το σκοτάδι, τη Γη σε Βορρά και Νότο. Μια λεπτή γραμμή χωρίζει στο τετράδιο το περιθώριο απ’ τον επιτρεπτό χώρο, όπου μπορείς να γράφεις. Και τι άλλο μπορώ να πω εγώ, που είμαι τόσο μικρή, για τον κόσμο και για τις λεπτές γραμμές του, για – ή με – τα Βασίλεια Των Χρόνων και για τα παιδιά με – ή χωρίς – τα μπαλόνια; Ακόμα κι αν βρω λόγια να μιλήσω, ποια θα είναι αυτά, ώστε να εξηγήσουν όλα αυτά για τα οποία προορίζονται και πώς να συναγωνιστούν άλλα; Μια λεπτή γραμμή χωρίζει την λογική απ’ την παράνοια. Όχι, τώρα δεν μιλάω για μένα. Πώς θα μπορούσα άλλωστε. Σωστά; Τώρα μιλάω γι’ αυτούς που κάνουν κακό στους εαυτούς τους, γι’ αυτούς που κάνουν κακό και σε άλλους, γι’ αυτούς που έχουν παραισθήσεις, γι’ αυτούς που παίρνουν 2-3 χάπια για να ηρεμήσουν. Μιλάω για τους άλλους, τους τρελούς, όχι για μένα. Κι είναι, αυτές τις μέρες, λες και κάποιος από δαύτους μου «βούτηξε» την πένα και ξεκίνησε να γράφει. Μόλυνε την αποθηκούλα μου, την μικρή μου αποθηκούλα, το μυαλό μου, το φτωχό μου μυαλό και την ψυχή μου. Γι’ αυτό καλύτερα να πάψετε να διαβάζετε όσο είναι καιρός. Όχι, τώρα που το σκέφτομαι είναι καλύτερα να μπαίνετε πού και πού και να διαβάζετε. Όχι, όχι! Να μην διαβάζετε. Απλά να μπαίνετε. Να χτυπάτε μ’ ένα κλικ του ποντικιού σας τη σελίδα και να μοιάζει σαν να’ χω παρέα. Ναι, αυτό να κάνετε. Ν’ αυξάνονται τα νούμερα στις «Προβολές Σελίδων Σήμερα» και να χαμογελάω. Μετά, όπως κάθε βράδυ, θα παίρνω τηλέφωνο να μάθω για το υπόλοιπο του χρόνου ομιλίας μου, 5 ή 6 φορές σε μια ώρα και για κανένα μισάωρο περίπου θ’ ακούω μια άλλη φωνή να μου λέει την ώρα: «Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι 3 και 45 λεπτά και 50 δευτερόλεπτα…Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι 3 και 46 ακριβώς…» Όμως, αυτά, δεν τα κάνω εγώ. Τα κάνουν οι άλλοι, οι τρελοί… Σωστά;

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

"Ημερολόγιο"


Τίποτα σπουδαίο δεν έγινε πάλι. Τίποτα σημαντικό δεν έχω να πω. Μόνο κάτι στιγμιότυπα που μάζεψα δεξιά κι αριστερά… Λίγο πριν φύγω για τον χορό η κορυφαία ατάκα της μαμάς μου: «Σήμερα, δεν σου έδωσα πολύ σημασία βρε παιδί μου. Ήθελες τίποτα;»… Τα τελευταία 6 χρόνια δεν μου δίνεις σημασία κι ήθελα πολλά…Γιατί να με πειράξει τώρα; Πήγα στην σχολή κι έκατσα στο πάτωμα ακουμπώντας με την πλάτη στον τοίχο και περίμενα εκεί αμίλητη κι ανέκφραστη να ξεκινήσουμε… Περίμενα και κοιτούσα. Κοιτούσα την Βασιλικούλα που έτρεχε δεξιά κι αριστερά κι έλεγε σε όλες: «Κοίτα τι μπορώ να κάνω!». Έκανε έναν τροχό και μετά έπεφτε σε σπαγκάτο. Ύστερα σηκωνόταν κι άρχιζε τις βόλτες γύρω γύρω στη σχολή. Έτρεχε, φώναζε, έπεφτε πάνω μας και έκανε τον τροχονόμο. Έδινε ζωή στην σχολή… Η Δέσποινα είπε ότι την Κυριακή χορέψαμε πολύ ωραία! Μετά από μία ώρα στο μάθημα συζητήσαμε τόσα πολλά… Θα μπορούσε να είναι κάπου στο εξωτερικό, ζάπλουτος, να απολαμβάνει μόνο, χωρίς να σκέφτεται συνέπειες. Όμως, είχε πει όχι τότε σ’ εκείνη την πρόταση που του έκαναν. Δεν τόλμησα να ρωτήσω το γιατί… Πόσες σκέψεις πέρασαν απ’ το μυαλό μου… Αλλά κυρίως μία βρίσκεται συνεχώς στο μυαλό μου και δεν μ’ εγκαταλείπει σχεδόν ποτέ. Πώς;! Πώς θα τ’ αφήσω όλα πίσω και θα φύγω; Και πού θα πάω; Και τι θα κάνω; Και τι θα καταφέρω; Και τελικά θα τα καταφέρω; Κι αν ναι για πόσο; Χτύπησε το κινητό μου στην τάξη προχθές… (πίκρα). Ευτυχώς είχαμε λογικό άνθρωπο και απλά μου δήλωσε πως δεν άκουσε τίποτα! Και φυσικά το κινητό μου δεν θα μπορούσε να χτυπάει με τίποτα άλλο παρά με Μιλτιάδη!!! Η κ. Ζ. δεν τον ήξερε… Πώς κι έτσι σκέφτηκα. Την τελευταία εβδομάδα τρώω σαν γουρούνι… Τόσο πολύ που έχω σιχαθεί τον εαυτό μου! Όμως, βρήκα μία λύση… Προσωρινή βέβαια γιατί είναι αδύνατο να συνεχιστεί για πολύ… Ούτε που κατάλαβα πως μου ήρθε… Πρέπει να ήταν το Σάββατο το βράδυ που δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου και είχα κατασκηνώσει στην τουαλέτα…. Ναι, τότε νομίζω πως ήταν. Τρώω όποτε μου καπνίσει κι ότι βρω στο ψυγείο (ευτυχώς δεν έχουμε και πολλά) και μόλις νιώσω ότι δεν πάει άλλο κι ότι θα σκάσω, ξερνάω και μετά πάλι απ’ την αρχή… Ξέρω, πρέπει να το σταματήσω. Πολλά πρέπει να σταματήσω… Μερικές φορές που σκέφτομαι την 15η Ιουνίου, νομίζω πως θα αλυσοδεθώ κάπου σε μια κολόνα του σχολείου και πως θα με τραβάνε για να φύγω, όμως εγώ εκεί… Δεν θα κουνιέμαι! Άντε να δω πως θα κάνουμε καινούρια αρχή… Thats all for today… Αυτά είναι όλα για σήμερα, αλλά και για πολλές μέρες ακόμα… Θα αποσυρθώ (για λίγο θα’ ναι, για πολύ θα’ ναι…δεν έχω ιδέα.) από την blogοσφαίρα, μήπως και καταφέρω να ηρεμήσω, γιατί πραγματικά ΠΡΕΠΕΙ να ηρεμήσω… Ο καιρός περνάει και το άγχος θεριεύει, μέρα με τη μέρα… Κι όσο τα γράφω εδώ, τόσο τα σκέφτομαι και τα ξαναδιαβάζω, κι όσο τα σκέφτομαι και τα ξαναδιαβάζω, τόσο μου σαλεύει… Α! Παραλίγο να το ξεχάσω… 14 Φεβρουαρίου σήμερα… Δεν πρόκειται να αναπτύξω καμιά «θεωρία» σχετικά με την ολοκληρωτική αχρηστία της συγκεκριμένης γιορτής, διότι τα νεύρα μου δεν είναι καλά και δεν θέλω να γίνουν χειρότερα… Απλά «έπρεπε» ν’ αναφερθεί…

Και στο διάβολο πουλάω την ψυχή μου εγώ, για να βρεθώ απόψε τυλιγμένος στου κορμιού σου το βυθό. Κάπου η νύχτα μεσοπέλαγα κρεμιέται στην αγχόνη τ’ ουρανού κι ο δαίμονας καβάλα στο σκοτάδι, αρπάζει τη μετέωρη ευχή μου. Και σαν άστρο καυτερό προς το νησί σου, τα λόγια μου πετάει, πληγώνοντας τα βράχια και την άμμο, στη χτένα σου καρφώνει την ψυχή μου. Και σταγόνα τη σταγόνα κυλάω εγώ σαν αλμυρό νερό στους ώμους και στον ακριβό σου το λαιμό. Κι ας ξέρω πως του λόγου του στην ανεμόσκαλα εκεί, με περιμένει για να μου λιμάρει το σκοινί. Πάνε χρόνια που αντίκρυ αναβοσβήνουν τα φώτα κάποιας γης, τα φώτα κάποιας ξεχασμένης νήσου, που λένε είναι οι κορφές του παραδείσου. Μα το ξέρω είναι της θάλασσας τα μάγια, δεν υπάρχει αυτή η στεριά, μιας και κανείς ποτέ του εκεί δεν πήγε, γι’ αυτό σφιχτά κρατιέμαι στο κορμί σου… (άσχετο, αλλά…θα μου πεις τι σκατά είναι σχετικό εδώ μέσα;!)


Σας χαιρετώ, λοιπόν, μικρά (και μεγάλα ενίοτε) σωσιβιάκια μου… Τα λέμε…δεν ξέρω πότε. Και τότε θα’ μαι… δεν έχω ιδέα πως θα’ μαι. Και θα σας πω…δεν ξέρω τι θα σας λέω. Και ίσως μέχρι τότε να κοιμάμαι…

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

To Smoke or Not To Smoke???


Μπορώ να πω πολλά. Μπορώ να πω για το μισάωρο που περάσαμε ψάχνοντας για την Καμάρα, μπορώ να πω για την σοκολάτα που ήπιαμε, για το παγωτό που φάγαμε, για τον Α., τον Γ., τον Δ.. Μπορώ να πω για την Χ. που είδαμε στον δρόμο, την «έκπληξη ηλίου, που δεν έχει αλλάξει καθόλου. Μια σταλιά ήταν όταν την είδα για τελευταία φορά και κοίτα ειρωνεία. Την συνάντησα έπειτα από δέκα περίπου χρόνια στην πλατεία Αριστοτέλους, δεσποινίδα πλέον, που μετρά 16 ολόκληρα χρόνια. Μπορώ να πω κι άλλα πολλά… Όμως, θα πω ένα. Σήμερα, έκανα το πρώτο μου τσιγάρο. Ο Α. ευθύνεται γι’ αυτό. Ήταν πικρό, το ένιωσα να κατεβαίνει μέχρι τα πνευμόνια μου, να τα κατακλύζει κι έπειτα αυτά να βράζουν. Άρχισα να βήχω κι ήπια μονομιάς όλο τον καφέ που είχα μπροστά μου για να συνέλθω. Μέχρι και τώρα αισθάνομαι τον λαιμό μου ερεθισμένο και βήχω. Σήμερα, όμως, κατάλαβα τον λόγο για τον οποίο καπνίζουν. Δεν μπορώ να τον προσδιορίσω, όμως τον κατάλαβα. Μάλλον, δεν θα το αρχίσω ακόμα. Όμως, το πιο πιθανό είναι στο μέλλον, να είναι ένα απ’ τα απαραίτητα αντικείμενα, που θα βρίσκονται στην τσάντα μου.
Δεν είναι τίποτα σημαντικό, το ξέρω. Συνέβησαν πολύ πιο όμορφα και αξιοσημείωτα γεγονότα σήμερα (π.χ. η Σ. έπεσε στη μέση του δρόμου. Γλυκιά μου…Αυτή πονούσε κι εμείς είχαμε λυθεί στα γέλια.), όμως αυτό ένιωθα πως ήθελα να μοιραστώ κι έτσι έκανα…
Και πώς γουστάρω κάτι απογεύμα με καφέ και τσιγάρο...

Υ.Γ. Όπως καταλαβαίνεις, δεν πρόκειται να σου παραπονεθώ ξανά για το τσιγάρο… Γλίτωσες…από’ μένα τουλάχιστον. Καληνύχτα…

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

Κάτι σκόρπισε στο δρόμο...

Photo by Dimitra Car Photography
Πάλι δεν μπορώ να κλείσω μάτι...Έτσι, δεν μου μένει τίποτα άλλο παρά να κάνω έναν απολογισμό της ημέρας (μπορεί και της εβδομάδας...όπως μου βγει). Το μυαλό μου έχει σκορπίσει. Δεν πάω καθόλου καλά τελευταία. Απ' τη μια τριγυρνάω στους διαδρόμους σαν χαμένο, χωρίς να ξέρω πού πάω και τελικά πηγαίνω, εκεί που ναι μεν ήθελα να πάω, αλλά δεν έπρεπε... Μπέρδεμα, ε; Ε, λοιπόν, σωσιβιάκι μου έτσι είναι τα πράγματα μέσα στο μυαλό μου. Μπερδεμένα. Πλησιάζει ο καιρός κι αρρωσταίνω μόνο στην σκέψη... Ξέχασα τα παπούτσια μου στη σχολή χορού! Σκατά... Τώρα θα τα πάρω από Δευτέρα... Ξέχασα να δώσω και στον Θάνο τα φυλλάδια. Σκατά στο τετράγωνο! Κι αμέσως τα σκατά υψώνονται στον κύβο... Ήξερα ότι έχω δίκιο, ακόμα το ξέρω. Όμως πόσο αμείλικτος να είσαι, πόσο αμείλικτη να είμαι μπροστά σ' ένα ζευγάρι δακρυσμένα μάτια;! Όχι πολύ... Κι όμως, έγινα σκύλα. Και φτάνει στο τέλος της αυτή η εβδομάδα κι αισθάνομαι ότι δεν έχω κερδίσει τίποτα. Μόνο ένα ωραίο βιβλίο διάβασα κι αυτό στα γρήγορα για να προλάβω και τα φροντιστήρια. Και νιώθω πως θα σκάσω και πως θέλω να σου τα πω όλα κι όμως δεν μπορώ. Κι ύστερα είναι κι αυτές οι ξαφνικές αδιαθεσίες που με τρομάζουν. Και τα πόδια μου κόβονται μόλις ανέβω τις σκάλες και ολόκληρο το δωμάτιο φέρνει σβούρες μόλις κουνήσω το κεφάλι κι εκείνος ο πονοκέφαλος δεν λέει να μ' αφήσει. Κι ένα σωρό ερωτήσεις... Σημαντικές και μη. Γιατί τα ακουστικά μου να μην βρίσκονται ποτέ στη θέση τους όταν τα χρειάζομαι;! Γιατί οι τιράντες του σουτιέν να κόβονται όταν τις έχεις πραγματικά ανάγκη και γιατί το laptop να μένει από μπαταρία;! Γιατί να μην μπορώ να σου μιλήσω και γιατί να μην μπορώ να κοιμηθώ; Κι έχω αυτήν την αίσθηση πως ζω κάθε μέρα την ίδια σκηνή. Και δεν έχω τίποτα καινούριο να περιμένω και τίποτα καινούριο ή παλιό να ελπίζω. Και νιώθω την ανάγκη, τώρα πιο πολύ από ποτέ, να ξαπλώσω στο κρεβάτι, να πάρω τον διαλυμένο μου αρκούδο αγκαλιά, να κοιμηθώ και να μην ξυπνήσω ποτέ. Να βυθιστώ στο σκοτάδι του δωματίου μου και να μην σηκωθώ από εκεί γιατί υπάρχει κίνδυνος να σκοντάψω στην πορτοκαλί μου τσάντα, στις πιτζάμες, στα ρούχα, στο μπουφάν, σ' εκείνο το γκρι παλτό, στα βιβλία, στην λαδί την τσάντα, στο μαξιλάρι, στις κολόνιες... Να μείνω μια ζωή ξαπλωμένη σ' ένα κρεβάτι με παντζούρια κλειστά, παράθυρα κλειστά, μάτια κλειστά... Γιατί να μην υπάρχει κάτι σαν "ήχος κλήσης" στο κινητό που όταν βάζεις τα ακουστικά να μην ακούς τίποτα. Να καλύπτει τη φασαρία και τις ομιλίες και να ζεις στην απόλυτη σιωπή. 26% η μπαταρία του laptop. Πρέπει να κλείσω. Κι αν δεν βρω τ' ακουστικά μου μάλλον θα μείνω ξάγρυπνη όλο το βράδυ... Και σου επέστρεψα το βιβλίο και δεν έχω τι να διαβάσω... Παραλήρημα... Για μια ακόμη φορά, καληνύχτα κι όνειρα γλυκά. Αν μπορείς, δες κι ένα όνειρο για μένα και πες ψιθυριστά, όχι από μέσα σου, πως αυτό το αφιερώνεις σε μένα...

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

Θρύψαλα



Η νικοτίνη έχε κατακλείσει τα πνευμόνια μου και τα μαλλιά μου έχουν ποτίσει απ’ τη μυρωδιά του τσιγάρου. Το κάψιμο στο δεξί, πάνω μέρος του κεφαλιού μου με τσούζει και οι ρίζες του φτάνουν βαθειά μες στο μυαλό μου και το καίνε. Τότε είναι που αρχίζει ο πιο παλαβός διάλογος της ζωής μου…

-Εσύ φταις!
-Φταίω, όσο φταις κι εσύ!
-Όχι, όχι! Αν δεν με είχες γεμίσει όνειρα, φιλοδοξίες κι αυτές τις ανόητες ιδεολογίες δεν θα πνιγόμουν τώρα με τα ίδια μου τα δάκρυα!
-Αν δεν πνιγόσουν στα ίδια σου τα δάκρυα, δεν θα είχες ανάγκη να μου μιλήσεις, άρα δεν θα υπήρχα. Καθένας φροντίζει για τον εαυτό του. Ακόμα κι εγώ…
-Με χρησιμοποίησες δηλαδή;!
-Ο ένας χρησιμοποίησε τον άλλο. Εγώ για να υπάρξω κι εσύ για να ζήσεις.
-Μα δεν ζω.
-Ούτε κι εγώ υπάρχω.
-Πώς γίνεται αυτό;
-Ποιο;
-Έλα τώρα! Ξέρεις τι εννοώ! Πώς γίνεται να’ σαι σοφότερη από μένα;
-Μα δεν είμαι!
-…
-Βλέπεις πόσο εγωπαθέστατο πλάσμα είσαι;! Σ’ αρέσει να τ’ ακούς!
-Είμαι όσο εγωπαθής είσαι κι εσύ!
-Καλά, λοιπόν! Τότε, άκου! Δεν είμαι σοφότερη από σένα, γιατί απλά δεν υπάρχω. Εσύ μου δίνεις μορφή στο πέρασμά σου και λογική με το νου σου. Είμαι όσο σοφή ή έξυπνη ή οτιδήποτε άλλο θέλεις, όσο είσαι κι εσύ!
-Μάλιστα… Και τώρα τι κάνουμε;
-Τι κάνουμε;
-Αυτό σε ρώτησα κι εγώ!
-Ότι ξέρεις εσύ, ξέρω κι εγώ…
-Ναι, ναι! Το’ πιασα! Φτάνει!
-Τώρα, λοιπόν, τίποτα. Περιμένουμε. Όπως κάναμε πάντα. Περιμένουμε και προσπαθούμε να εντυπωσιάσουμε…
-Πάψε!
-Τι συμβαίνει;
-Ξέρεις τι συμβαίνει! Φτάνει! Δεν θα σ’ αφήσω να δηλητηριάσεις άλλο την ψυχή μου! Δεν θα σ’ αφήσω να προφέρεις αυτές τις λέξεις!
-Μα ξέρεις τι θα πω!
-Πάψε, είπα!  Πώς να σε κάνω να πάψεις;!
-Κι αυτό το ξέρεις… Το θέμα, όμως, είναι αν έχεις τη δύναμη να το κάνεις. Εγώ λέω πως δεν μπορείς. Δεν μπορείς να με διώξεις. Δεν μπορείς να διώξεις αυτό που σε κάνει να ζεις.
-ΜΑ ΔΕΝ ΖΩ!!!
-Έστω… Αυτό που σε κάνει να υπάρχεις. Κι όσο γι’ αυτό…δεν μπορείς να το αρνηθείς, γιατί χωρίς εμένα θα ήσουν απλά…εσύ.
-Τι παριστάνεις;
-Τον ναυαγοσώστη, μάλλον.
-Τότε, μάλλον, δεν κάνεις καλά τη δουλειά σου, γιατί ακόμα νιώθω πως πνίγομαι!
-Μα αυτή είναι η δουλειά μου. Να σου δίνω μια ανάσα λίγο πριν πεθάνεις και να σ’ αφήνω να πνίγεσαι τον υπόλοιπο καιρό.
-Και γιατί τέτοιο μίσος, εαυτούλη μου;
-Ξέρεις… Ξέρεις πολύ καλύτερα από μένα, γιατί μέχρι και σε μένα ντρέπεσαι να τ’ ομολογήσεις. Γιατί ξέρεις πως εσύ φταις! Εσύ φταις κι όχι εγώ!
-Αν εσύ με βοηθούσες, τίποτα δεν είχε γίνει!
-Ουφ, σε βαρέθηκα! Έτσι κάνεις πάντα! Ρίχνεις το φταίξιμο αλλού! Αν ήθελες τη βοήθειά μου, θα την είχες γυρέψει! Όπως και τώρα! Αν ήθελες την βοήθειά του, θα του μιλούσες και θ’ άφηνες πίσω τις φτηνές δικαιολογίες! Όμως, τότε, έτσι και τώρα, προτίμησες να με αγνοήσεις και ορίστε τώρα που φτάσαμε! Εσύ να πνίγεσαι στα δάκρυά σου, αυτός να ζει στην αιώνια σιωπή, κι εγώ… Εγώ διχασμένη κάπου στο ενδιάμεσο. Απ’ την μια να σώζω εσένα, αλλά όχι εντελώς, κι απ’ την άλλη να του μιλάω, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
-Θα σταματήσεις, επιτέλους, τον μονόλογο;!
-Στο χέρι σου είναι…
-Ναι, πράγματι.
-Όχι! ΟΧΙ! ΜΗ! Μη σβήνεις το φως! Πάλι τρέχεις να κρυφτείς!!! Ξέρεις, όμως, πως κάποια στιγμή θα ξημερώσει και τότε θες δεν θες θα μ’ αντιμετωπίσεις πάλι και θα’ μια πιο σκληρή και πιο αμείλικτη…
-Κοιμήσου για λίγο. Για μια φορά στη ζωή μας, άφησέ μας να κάνουμε έναν ήσυχο ύπνο. Καληνύχτα…
-Δεν θα βάλεις ποτέ σου μυαλό, τελικά…
-Ούτε κι εσύ!
-Καληνύχτα! Αύριο είναι η μεγάλη μας μέρα… Πάλι γι’ αυτόν γράφεις.
-Όνειρα γλυκά, μικρή! Πάντα γι’ αυτόν γράφω…

Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Something to remember...

"Τίποτα πια δεν με σοκάρει",είπα κι ανοίξαν οι ουρανοί. Κι εσύ βουβός, ο διάολος να σε πάρει, σαν δέντρο που κοιτάει ένα παιδί. Πνίγομαι στο βάθος σε κάτι βρώμικα νερά, θολά κι ορμητικά. Κι απ' όλους τους σωτήρες εσύ είσαι ο πιο λάθος, που είσαι πεύκο στην ακρογιαλιά. Είσαι ένα πεύκο στην ακρογιαλιά. Είσαι ένα πεύκο στην ακρογιαλιά. Στο δρόμο ένα ακορντεόν να παίζει, χόρεψα μονάχη στη βροχή. Χόρεψε,τα χρόνια να θυμάσαι όταν οι ρίζες δεν σε κάρφωναν στη Γη. Θα' ρθω να ξεκουραστώ στα κλαδιά σου. Θα φορέσω τα μαύρα μου γυαλιά, να μην μπορώ να δω την ερημιά σου, που είσαι πεύκο στην ακρογιαλιά. Είσαι ένα πεύκο στην ακρογιαλιά. Είσαι ένα πεύκο στην ακρογιαλιά.

Τι παραμύθι να σου πω; Ποια ιστορία; Να κοιμηθείς και να' χεις όνειρα γλυκά. Όλη η ζωή μου μια μεγάλη απορία, που θα λυθεί όταν θα φύγω μακριά. Σ' αυτόν τον κόσμο όλα έχουν παλιώσει και αυτό το σπίτι, οχυρό χωρίς κλειδιά. Παγόνια στήσαν στον μπαλκόνι του λημέρι και μια τσιγγάνα στην αυλή του τραγουδά. Πάψε να κλαις για ότι πέρασε σωστά. κλείσε τα μάτια σου και κοίταξε μπροστά. Πάμε μαζί και με βοριά και με νοτιά. Εδώ αρχίζει και τελειώνει η φωτιά. Τι παραμύθι να σου πω; Ποια ιστορία; Άγγελοι καίνε τα φτερά τους στις γωνιές. Κι εγώ το θαύμα περιμένω μες στα κρύα, απ' τους αλήτες, τα παιδιά, τους ποιητές.

Θα μου ετοιμάσεις τσάι γιασεμί και στη βαθιά θα κάτσω πολυθρόνα. Τις κεφαλές θα μου χαρίσεις τους Ερμή - της Πολυδούρη ένα χειρόγραφο- κι ακόμα ότι με νύχια γράφτηκε στο χώμα και πάνω στο δικό σου το κορμί. Θα κλείσεις τα παντζούρια και θ' ανάψεις το φως. Παράσταση θα δώσεις μια θυσία. Θα τυλιχτείς σ' ένα σεντόνι μοναχός, να υποδυθείς σ' ένα φιλί την προδοσία. Δυο χρόνια βρέχει κι έχει υγρασία. Τρελάθηκε σου φαίνεται ο καιρός. Θα βρέχει, θα χιονίζει, θα φυσά. Κι εμείς εδώ καλά προφυλαγμένοι. Θα' μαστε δυο ανυπεράσπιστα νησιά κι από το χάρτη της Ελλάδας πια σβησμένοι. Δεν θα με πείσεις. Ξέρεις τι συμβαίνει. Σκοινί δεν έχω, μήτε σκαλωσιά...