Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ενδόμυχες σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ενδόμυχες σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Στάσου λίγο. Στάσου κάτω απ' την λάμπα να σε χτυπάει το φως κι άσε με εμένα να κουρνιάσω στο σκοτάδι και να χάνομαι στις σκέψεις μου. Σ' εκείνους τους ατέλειωτους περιπάτους, στις φωτεινές θάλασσες, στα σκοτεινά δρομάκια. Κάτω απ' τον ήλιο στην αρχή. Ύστερα κάτω απ' το φεγγάρι κι αργότερα...Αργότερα ούτε φεγγάρι. Μονάχα σύννεφα. Όχι, βροχή. Μονάχα σύννεφα. Μονότονα κι άσπρα σύννεφα. Κι αν καμιά φορά γινόντουσαν γκρίζα και δάκρυζε πού και πού ο ουρανός ήταν γιατί δειλά-δειλά έβγαινα απ' το φως για δυο στιγμές, ίσα για να νιώσω τις κόρες των ματιών μου να συστέλλονται. Θυμάσαι τότε που ήμασταν παιδιά και κυνηγούσαμε τις μέλισσες στους αγρούς; Τώρα απέκτησες αλλεργία στις μέλισσες. Απέκτησα κι εγώ αλλεργία στο φως και στους ανθρώπους. Μεγαλώσαμε απότομα. Σε μια νύχτα θαρρώ. Βγήκα απ' το δωμάτιο παιδί, άνοιξα στα κρυφά την πόρτα κι όταν επέστρεψα όλα μου πέφτανε μικρά. Σε παρέσυρα και σένα για να μην είμαι μόνη και τελικά μείναμε να κοιταζόμαστε σαν ξένοι και να μετράμε τις νύχτες, εγώ την θλίψη μου κι εσύ την μοναξιά σου. Κι όταν ξύπνησες ένα πρωί και κοίταξες δίπλα σου το άδειο κρεβάτι, σε πλημμύρισε η απελπισία και σκέφτηκες πως δεν μπορεί να φταις εσύ γι' αυτό. Κι ενώ μια από 'κεινες τις βουβές βραδιές είχαμε δώσει όρκο πως δεν θα γυρνούσαμε ποτέ πίσω, εσύ έψαχνες στο παρελθόν να ρίξεις ευθύνες για το παρόν. Λες και θα μπορούσες να σώσεις το μέλλον. Κι ενώ το είχα πάρει απόφαση πως πρέπει να προχωρήσω κι εγώ προς τα μπροστά, με γύρισες πίσω και μου 'χτισες ένα κάστρο από άμμο - όπως εκείνα που φτιάχναμε παιδιά - και το όρισες φυλακή μου. Χωρίς πόρτες και παράθυρα. Μάλιστα έσκαψες γύρω-γύρω και το χώρισες απ' την υπόλοιπη στεριά και για να 'σαι ακόμα πιο σίγουρος έβαλες κι έναν δράκο να με φυλάει. Κι άκουγα τον ήλιο ν' ανατέλλει και να δύει και μετρούσα. Δώδεκα ανατολές κι έντεκα δύσεις μετά, τα μάτια μου συνήθισαν στο σκοτάδι κι άρχισα να διακρίνω περίεργες μορφές, μα ο φόβος ξεπερνούσε την ανάγκη μου να μάθω. Με πλησίασε ένας άγγελος με μαύρα φτερά. Η ανάσα του μύριζε κρασί και το φως του είχε ξεθωριάσει. Μου ψιθύρισε κάτι στ' αυτί, μα εγώ είχα τον νου μου στο μέτρημα. -Δεκατρείς ανατολές, δώδεκα δύσεις...Τι μου 'πες; Σαν να θίχτηκε που δεν του 'δωσα σημασία και δεν ξαναφάνηκε ποτέ. Κι εγώ ντράπηκα και σφράγισα τα μάτια μου για τιμωρία, μα μέσα μου μια παιδική φωνή ούρλιαζε να την αφήσω να δει ξανά το αγγελούδι. Κι αναρωτήθηκα για μια στιγμή - και στ' ορκίζομαι ήταν μόνο για μια στιγμή - μήπως τα μάτια μου με γέλασαν εκείνο το βράδυ. Μήπως έπεφτε περίεργο το φως της Σελήνης και το 'κανε το δωμάτιο να δείχνει πως είναι τάχα μικρό. Και στ' ορκίστηκα πως ήταν μόνο για μια στιγμή κι ύστερα επέστρεψα στο μέτρημα. Πώς πέρασαν έτσι τα χρόνια;

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Απομεινάρια


Μια βροχή από αστέρια που πέφτουν παραιτημένα. Από ψυχές που παραδίνονται στα περίεργα. Στα περίεργα εκείνα λουλούδια που φύτρωσαν στο εργοτάξιο και μέσα σε μια νύχτα εξαφανίστηκαν ή σ’ εκείνο το αυγουστιάτικο φεγγάρι που ήταν λες και κατάπινε τα βουνά. Περπατούσαμε σ’ ένα χωράφι με καλαμιές, που έφταναν τότε ως τη γάμπα μας, και κοιτούσαμε τα πόδια μας που είχαν ματώσει. Ανακαλύψαμε ένα «σπίτι», πίσω από εκείνο το τεράστιο δέντρο, κρυμμένο πίσω απ’ τους πυκνούς θάμνους και θέλαμε να το εξερευνήσουμε. Μέσα του κατοικούσαν μόνο ένα ράντζο σκεπασμένο με κάτι κουβέρτες και κάτι ράφια μ’ ένα κουτί που έγραφε μια μάρκα από καφέ. Δεν ξέραμε αν είχε πράγματι καφέ. Ούτε τώρα ξέρουμε. Κανείς δεν τόλμησε να το ανοίξει. Κανείς μας δεν τόλμησε ν’ αγγίξει τίποτα, παρά μόνο το πόμολο της πόρτας, που άνοιξε κι έκλεισε ύστερα για πάντα. Κινούμασταν αργά, τρομαγμένοι και εκστασιασμένοι από την ανακάλυψή μας. Μόνο την είσοδο την περάσαμε βιαστικά γιατί κρεμόταν από πάνω μας ένα μελίσσι και φοβηθήκαμε. Μείναμε ώρες εκεί μέσα, φτιάχνοντας ιστορίες για περίεργους ανθρώπους και ξεχασμένα όνειρα. Ήταν ένα δωμάτιο τρία επί τρία κι εμείς ήμασταν πολύ περισσότεροι απ’ όσοι θα χωρούσαν σ’ ένα δωμάτιο τρία επί τρία. Κι όμως χωρέσαμε. Τώρα έχουμε μείνει δύο ή τρεις κι αυτοί κατά λάθος, γιατί μας ξέχασαν.
Άλλους μας ξέχασε η ζωή, κι άλλους μας ξέχασε ο θάνατος. Τώρα, λοιπόν, έχουμε μείνει δύο ή τρεις και δεν χωράμε ή ακόμα κι αν χωρούσαμε, δεν θα αντέχαμε ούτε λεπτό ή ακόμα κι αν αντέχαμε, η πόρτα δεν θα άνοιγε ποτέ ξανά. Από εκείνο το απόγευμα, μ’ εκείνο το περίεργο φεγγάρι πάνω απ’ τα βουνά κι εκείνα τα περίεργα λουλούδια στο εργοτάξιο, η πόρτα δεν ξανάνοιξε ποτέ. Βυθισμένη στην ντροπή και τη θλίψη της, που ξεκλείδωσε τα μυστικά της και κανείς δεν τα σεβάστηκε, έμεινε σφραγισμένη τόσο καλά που δεν άφησε άλλη επιλογή, παρά μόνο να την γκρεμίσουν…

Πηγαίνω πού και πού στο χωράφι με τις καλαμιές, καρφώνω το βλέμμα μου στο χώμα και φαντάζομαι τις γάμπες μου να ματώνουν. Προχωράω και φτάνω στο σημείο, που ήταν κάποτε το δέντρο. Το προσπερνάω και με την φαντασία μου φτιάχνω πάλι τις πυκνές φυλλωσιές των θάμνων. Άραγε θα χωρούσα τώρα να περάσω; Προχωράω λίγο ακόμη και φτάνω. Από πάνω μου κρέμεται το μελίσσι και ευθεία μπροστά μου, στο ύψος των ματιών μου βλέπω την πόρτα. Την θέση της τώρα έχει πάρει ένα διώροφο κτίριο με πέτρινους τοίχους και αλουμινένια κουφώματα. Κάθομαι στο χώμα κι αρχίζει ένας αέναος θρήνος σιωπής συνοδευμένος από έναν επίπονο κλυδωνισμό, που ανακατεύει τις σκέψεις μέσα στο κεφάλι μου…

Στεκόταν στην μια μεριά, ενήλικας πια με λίγο μούσι και μακριά μαλλιά, και με αγνοούσε όπως κάνει πάντα. Και στην άλλη μεριά στεκόταν το 10χρονο παιδάκι που τόσο πολύ νοιαζόταν για μένα, και το έβλεπα να τρέχει προς το μέρος μου και να κουρνιάζει στην αγκαλιά μου, όπως τότε που ήμασταν παιδιά. Κι εγώ τον κράτησα. Τον κράτησα τόσο σφιχτά, που για λίγο πίστεψα ότι είχα γυρίσει πίσω τον χρόνο. Και γύρισα την πλάτη μου στον άλλον και προσποιήθηκα πως δεν υπήρχε. Προσποιήθηκα πως είμαστε πάλι παιδιά. Ζωντάνεψαν οι γρατσουνιές απ’ τους θάμνους που παίζαμε μικροί, οι ομπρέλες μας πήραν τη θέση που τους αξίζει στην παραλία, τα ποδήλατά μας επίσης και το κυριότερο ζωντανέψαμε εμείς. Όλοι μας. Οι γονείς της Μαρίας κατέβαιναν όπως πάντα μαζί για να δουν το ηλιοβασίλεμα, η νονά του Βασίλη άπλωνε όπως κάθε απόγευμα τα ρούχα, ο κ. Λάκης φρόντιζε τον κήπο, οι γυναίκες της γειτονιάς μαζεύονταν στην αυλή μας και συζητούσαν με τις ώρες με την γιαγιά μου, ο παππούς και ο «κουμπάρος» ετοίμαζαν την βάρκα για να πάνε για ψάρεμα κι εμείς τρέχαμε από πίσω τους μπλέκοντας τις πετονιές και μετά καθόμασταν στην παραλία και βλέπαμε την βάρκα να απομακρύνεται, κατασκευάζοντας ιστορίες για θαλάσσια τέρατα και φάλαινες, μέχρι που χανόταν απ’ τα μάτια μας. Ύστερα παίζαμε ποδόσφαιρο στον χωματόδρομο, εμποδίζοντας φυσικά οποιοδήποτε όχημα να περάσει. Μόνο τα ποδήλατα τα κατάφερναν. Αυτοκίνητα και μηχανές εγκλωβίζονταν λίγο μετά την στροφή από το μπουλούκι που σχηματίζαμε. Όταν σουρούπωνε για τα καλά ξεκινούσαμε το κρυφτό μέχρι τις 11 ή και τις 12, περίπου την ίδια ώρα που γύριζαν κι οι ψαράδες. Μαζευόμασταν όλοι τριγύρω τους κι αυτοί άνοιγαν τους κουβάδες και μας σύστηναν τα ψάρια ένα-ένα. Τώρα, οι γονείς της Μαρίας χώρισαν, η νονά του Βασίλη δεν ξαναήρθε από τότε που πέθανε ο άντρας της, η γιαγιά μου πέθανε κι αυτή, ο παππούς κι ο «κουμπάρος» – θείο Δημήτρη τον φωνάζω πια – μεγάλωσαν πολύ και δεν αντέχουν να πηγαίνουν για ψάρεμα, κι εμείς… Μεγαλώσαμε κι εμείς και διαλυθήκαμε. Έχουμε μείνει δύο ή τρεις κι αυτοί κατά λάθος, γιατί μας ξέχασαν. Άλλους μας ξέχασε η ζωή κι άλλους μας ξέχασε ο θάνατος…






                                                                                                          

Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

Συγχαρητήρια


Τελείωσε, λοιπόν και "επίσημα". Βγήκαν τα αποτελέσματα και ξέρουμε πια ποιοι είναι αυτοί, που όντας καταπληκτικά παπαγαλάκια, διέπρεψαν και θα έχουν πλέον μία περίοπτη θέση σ' ένα Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα και θα σε κοιτάζουν μ' ένα βλέμμα υποτιμητικό, γιατί αυτό σου αξίζει...και ποιοι είναι αυτοί, που όντας λιγότερο - ή και καθόλου - παπαγάλοι, ξέμειναν κάπου. Ω, μα βέβαια...Δεν πειράζει. Κάτι θα βρεθεί και για σένα... Μακάρι να ήμουν κουφή για σήμερα και να μην σ' άκουγα!!! Ποιος σου είπε ότι πειράζει? Ποιος σου είπε ότι με πειράζει? Μακάρι να ήμουν και τυφλή σήμερα και να μην έβλεπα αυτό το βλέμμα σου, αυτό το απαίσιο βλέμμα σου! Είδες το δικό μου? Γελούσα ηλίθιε!!! Γελούσα! Κι εκείνη η αυθόρμητη λεξούλα που μου' πες απ' το τηλέφωνο...Μόνο?! ΝΑΙ!!! ΝΑΙ, ΜΟΝΟ!!! ΚΙ ΑΝ ΘΕΣ ΕΛΑ ΕΣΥ ΕΔΩ ΚΑΙ ΓΡΑΨΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ!!! Έλα εσύ εδώ και γράψε περισσότερο, όμως πρέπει να βρίσκεσαι στην ίδια κατάσταση. Ξέρεις, δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που κοιμήθηκα σαν άνθρωπος. Αλλά τι λέω...δεν ξέρεις... Άκου, λοιπόν, για να μάθεις. Στην αρχή το άντεχα. Δύσκολα μεν, αλλά το άντεχα. Τους τελευταίους μήνες, όμως, η κατάσταση χειροτέρεψε πολύ. Ξέρεις, λοιπόν, εσύ που σου φαίνεται τόσο λίγη η προσπάθειά μου, ότι ακόμη κι εκείνες τις εβδομάδες που γράφαμε, κοιμόμουν μετά τις 6? Και ξέρεις ότι ξυπνούσα λίγο μετά τις 7? Ξέρεις ότι ακόμα κι αν κατάφερνα να κοιμηθώ ξυπνούσα μέσα στη νύχτα με λυγμούς, καθόμουν στο κρεβάτι, έπινα λίγο νερό, έκλεινα τα μάτια κι ευχόμουν μ' όλη τη δύναμη της καρδιάς μου να ξημερώσει για να εξαφανιστούν αυτοί οι εφιάλτες? Φυσικά και δεν το ξέρεις. Δεν ξέρεις τίποτα! Δεν ξέρεις τίποτα γενικώς και δεν ξέρεις τίποτα για μένα! Μάθε, λοιπόν, ότι ήταν επιλογή μου ν' ανήκω στην δεύτερη κατηγορία - τα μη παπαγαλάκια. Ήταν επιλογή μου και το έκανα γιατί το γούσταρα! Γιατί το ήθελα εγώ ρε γαμώτο! Και δεν μετανιώνω γι' αυτό! Κι όχι δεν θα ξαναδώσω... Και με κάνει έξω φρενών που το θεωρείς δεδομένο! Και για άλλη μία φορά, τώρα που την χρειαζόμουν... Την χρειαζόμουν για να με προστατέψει από εκείνο το ηλίθιο βλέμμα σου κι από εκείνη την αισχρή φράση σου και την ελεεινή "συμπόνια" σου. Τώρα, λοιπόν, που την χρειαζόμουν, για μία ακόμη φορά μονοπώλησε την προσοχή της άλλος. Πώς? Έτσι όπως το κάνει πάντα. Κατάφερε πάλι να μπει στο νοσοκομείο. Αλλά όχι, δεν κατηγορώ αυτόν. Ούτε κι αυτήν βέβαια.... Μάλλον εμένα κατηγορώ, που δεν είχα ποτέ το θάρρος να της πω: Σε χρειάζομαι. Βοήθεια. Και πώς γίνεται σήμερα να με θυμούνται όλοι?! Το κινητό μου δεν σταμάτησε να χτυπάει. Γιατί θες να ξέρεις πώς τα πήγα? Για να μπορείς, ίσως, να αισθάνεσαι ότι, αφού κι εσύ κάπου τόσο είχες γράψει, δεν είσαι μόνος. Ή για να μπορείς να ικανοποιήσεις την ματαιοδοξία σου. Ε, ναι, λοιπόν. Αφού θέλεις να το ακούσεις τόσο πολύ, θα σου κάνω την χάρη, θα σου δώσω αυτήν την χαρά και θα' ναι όλη δική σου! Συγχαρητήρια, είσαι καλύτερος από μένα...

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Titanic


We’re back to Greece. Dear Greece. Beloved Greece. Σήμερα ο λόγος μου θα είναι απλός. Απλός σε σημείο αηδίας. Ούτε θαυμαστικά, ούτε αποσιωπητικά, ούτε τίποτα. Μόνο μερικές τελείες και κανένα κόμμα για να βγάζουν νόημα οι προτάσεις. Δεν πρόκειται να αναλύσω κάθε λεπτό της εκδρομής και δεν θα σας κουράσω με λεπτομέρειες. Φτάνει όμως τόσος πρόλογος. Ώρα για το κυρίως θέμα.
Η Ιταλία πανέμορφη. Λάτρεψα κάθε γωνιά της. Από την πιο παρατημένη αγροικία λίγο πιο έξω απ’ την Αγκόνα μέχρι την περίφημη εκκλησία του Αγ. Πέτρου στο Βατικανό. Θαύμασα αρχαία και μοντέρνα γλυπτά, την αρχιτεκτονική της Αιώνιας Πόλης και τον πλούτο της Καθολικής Εκκλησίας. Κάτι άλλο πέρα απ’ τα αξιοθέατα δεν έχω να πω. Ούτε και στην εκδρομή (παρά την απεριόριστη κούραση) δεν κατάφερα να κοιμηθώ. Αναμενόμενο θα μου πείτε. Μόνο το τελευταίο βράδυ μετά από μια γενναία δόση βότκας κατάφερα να κλείσω τα μάτια μου για κανένα δίωρο. Στο ταξίδι της επιστροφής, έτσι όπως κοιτούσα τη θάλασσα και τη βροχή, μέσα στη ζαλάδα μου, θυμήθηκα δυο λόγια που μου’ πε κάποιος πριν φύγω. «Να πας. Να περάσεις καλά κι όταν γυρίσεις, θέλω να’ σαι άλλος άνθρωπος». Ναι, πράγματι, γύρισα άλλος άνθρωπος. Αυτή τη φορά πιο ψυχρή, πιο γυάλινη και πιο άδεια από κάθε άλλη φορά. Κι ο πόνος στον λαιμό μου από τα Prince σε συνδυασμό με ένα Marlboro και 2-3 Davidoff, δεν λέει να μ’ αφήσει. Κι έτσι όπως άστραφτε ο ουρανός και τρανταζόταν όλο το καράβι απ’ τους κεραυνούς, γελούσα. Γελούσα με τη μικρότητά μας και με την αναλωσιμότητά μας. Πόσο λίγο αναντικατάστατοι είμαστε και πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να καταστρέψει ότι έχεις μέσα σου χωρίς να πει ούτε μια λέξη; Ίσως πάλι να το καταστρέφει ακριβώς επειδή δεν έχει πει ούτε μια λέξη. Γελούσα μ’ εμάς τους ίδιους. Σε πόσο εγωπαθέστατα και γλοιώδη όντα μπορούσε να μετατραπούμε; Και πέντε μέρες τώρα δεν μ’ αγκάλιασε κανείς, ούτε κι εγώ αγκάλιασα κανέναν. Μου ‘λειψε ο αρκούδος μου, η αίσθηση απ’ το τρίχωμά του που ακουμπάει το μάγουλό μου, η ζεστούλα του κι η μικροσκοπική του αγκαλιά. Και πόσο τραγικό είναι να περνάει κανείς την γιορτή του στο κατάστρωμα ενός πλοίου φωνάζοντας στον εαυτό του χρόνια πολλά; Πάλι καλά ήταν ο Μάριος λίγο πιο κει και έπαιζε κιθάρα.
- Ρε βλαμμένη! Τι κάνεις εκεί; Έλα εδώ!
- Δεν πηδάω ρε.
Αλήθεια δεν θα πηδούσα. Ήθελα μόνο να με χτυπήσει λίγο ο αέρας κι έτσι όπως στεκόμουν όρθια, τόσο άκρη που δεν έβλεπα το πάτωμα, με μόνο στήριγμα τα πόδια μου, ένιωθα ότι ίσως και να μπορώ να πετάξω. Όμως, το σώμα μου αρνούνταν να με υπακούσει. Τουρτούριζε απ’ το κρύο και το μυαλό μου με διέταζε να μπω μέσα στη ζέστη και την ασφάλεια της καμπίνας. Έτσι, κάποια στιγμή υπάκουσα. Γελούσα, λοιπόν, με την ηλιθιότητα μας. Γελούσα και γελάω ακόμα.

Τώρα πρέπει να φύγω. Έχω δουλειά. Βυθιζόμαστε. Καληνύχτα. 


Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

C'est la vie


Λοιπόν, έχω ένα ευχάριστο και πολλές πολλές πολλές τύψεις να μοιραστώ…. (περίεργο, ε;). Το ευχάριστο είναι ότι χθες το βράδυ κατάφερα να κοιμηθώ!!!!!! Εντάξει, όχι πολύ νωρίς… Κατά τις 2, αλλά επιτέλους σηκώθηκα το πρωί και περπατούσα χωρίς να στηρίζομαι στους τοίχους. Είναι, όσο να πεις μια πρόοδος, που σε συνδυασμό με μερικές γλυκές καλημέρες και μερικά όμορφα χαμόγελα, μου έφτιαξε τη μέρα! Α ναι! Και να μην ξεχάσω και την επισήμανση της Δέσποινας ότι πρέπει ν’ αρχίσω να χορεύω Latin επαγγελματικά! Ouiiiiiiiiiiiiiiii!!!!!! Back to reality τώραΓυρνώντας σπίτι άκουσα κάτι που πραγματικά δεν το περίμενα. Περίμενα ν’ ακούσω αδυναμία χαρακτήρα, άγχος, κάτι τέλος πάντων, αλλά όχι αυτό. Δυσλεκτικός! Ποιος να το περίμενε; Πήγε σε ψυχολόγο λέει και είναι κατά 80% δυσλεκτικός. Άντε να εξηγήσεις, τώρα στο 9χρονο τι θα πει δυσλεκτικός κι άντε να το πείσεις ότι δεν πρέπει να αισθάνεται μειονεκτικά. Δεν μπορείς. Έτσι, λοιπόν, δεν του είπανε τίποτα. Κοίτα να δεις ειρωνεία, όμως. Εγώ που είχα τάσεις αυτοκτονίας, κατάθλιψη και αϋπνίες, δεν πέρασα ούτε απ’ έξω από ψυχολόγο απ’ τον φόβο μου (φόβο, όχι τόσο στο πρόσωπο του γιατρού αλλά στη διάγνωσή του). Κι ο αδερφός μου τώρα θα ξεκινήσει συνεδρίες. Σκέφτηκα να ζητήσω να πάω κι εγώ σε μία να μιλήσουμε λιγάκι, όμως πώς;! Δεν μου βγαίνει! Και φοβάμαι. Όχι, δεν πάω… Τόσα χρόνια νόμιζα ότι είμαστε δύο εντελώς αντίθετοι κόσμοι. Εγώ λατρεύω τα βιβλία, αυτός με το ζόρι διαβάζει το μάθημά του στη Γλώσσα. Εγώ μπορώ να συγκρατήσω πολλές πληροφορίες, αυτός με το ζόρι μία. Από προσανατολισμό δεν μπορώ να πω ότι τα πηγαίνω καλά, αλλά μπορώ να πάω στο δωμάτιό μου χωρίς να σκεφτώ ποιον δρόμο ν’ ακολουθήσω, αυτός όχι. Συμπτώματα όλα. Και οδηγήθηκε στο αποτέλεσμα αυτό από το άγχος. Άγχος γιατί κατέβαλε τόση μεγάλη προσπάθεια για να μας ευχαριστήσει, που δεν το άντεχε. Κι εγώ του φώναζα πως δεν διαβάζει βιβλία και έλεγα (αστειευόμενη φυσικά, αλλά σπάνια το καταλάβαινε κάποιος) ότι θα τον αποκληρώσω και ότι δεν μπορεί να είναι αδερφός μου! Ναι, τέτοια έκανα το τέρας!!! Ακόμη και την υπερευαισθησία του την θεωρούσα κομμάτι του χαρακτήρα του, πράγμα άτοπο όπως αποδείχτηκε. Σήμερα απέφευγα να του μιλήσω, να τον κοιτάξω και να’ μαι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του. Α! Έγινε και κάτι άλλο συνταρακτικό. Άφησα την μαμά μου να με πάρει αγκαλιά, χωρίς να τρέξω και χωρίς να την σπρώχνω. Όχι, δεν έριξα τις άμυνες μου. Αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ, γιατί πολύ απλά όταν είχε την ευκαιρία την έχασε και τώρα πάει… Απλά ένιωθα ότι χρειαζόταν μια αγκαλιά σήμερα. Σήμερα της είπαν ότι το καμάρι και λατρεμένο της παιδί, που ήταν γι’ αυτήν μια λύτρωση απ’ το «μη φυσιολογικό» προηγούμενό της σπλάχνο (όσο κι αν το αρνείται), έγινε κι αυτό κατά κάποιο τρόπο «μη φυσιολογικό». Βέβαια, το παρήγορο γι’ αυτήν (και για μένα, φυσικά) είναι ότι διορθώνεται. Με μερικές συνεδρίες με τον ψυχολόγο και λίγη στήριξη από μας, θα γίνει πάλι το τέλειο παιδί. Και πολύ καλά θα κάνει, γιατί τον χρειάζονται στο σπίτι. Τύψεις, λοιπόν. Τύψεις και πάλι τύψεις. Τύψεις που συνέβαλα κι εγώ σ’ αυτό. Τύψεις που του φώναζα συνέχεια. Τύψεις που τον έκανα να νιώθει μειονεκτικά και τύψεις που στέρησα απ’ τους γονείς μου τον τέλειο γιο, έστω και για λίγο, γιατί ήταν μια ανακούφιση για μένα να ξέρω τους προσφέρει όλα όσα δεν μπορούσα να τους δώσω εγώ… Πάλι, όμως, ξέφυγα… Το θέμα είναι ότι διορθώνεται κι ότι χθες κοιμήθηκα λίγο. Έκανα ένα μικρό διάλειμμα, γιατί από σήμερα…γυρίζουμε και πάλι στις παλιές συνήθειες. Στις παλιές κακές συνήθειες. Και πώς γουστάρω τα πιο μεγάλα ψέματα στα πιο αθώα βλέμματα. Όλη μου η ζωή συνένοχη και πώς γουστάρω κάτι απογεύματα με καφέ και τσιγάρο… Α, ρε Μιλτιάδη… Άρχισα πάλι τις ασυναρτησίες. Φεύγω… Καληνύχτα

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

Κάτι σκόρπισε στο δρόμο...

Photo by Dimitra Car Photography
Πάλι δεν μπορώ να κλείσω μάτι...Έτσι, δεν μου μένει τίποτα άλλο παρά να κάνω έναν απολογισμό της ημέρας (μπορεί και της εβδομάδας...όπως μου βγει). Το μυαλό μου έχει σκορπίσει. Δεν πάω καθόλου καλά τελευταία. Απ' τη μια τριγυρνάω στους διαδρόμους σαν χαμένο, χωρίς να ξέρω πού πάω και τελικά πηγαίνω, εκεί που ναι μεν ήθελα να πάω, αλλά δεν έπρεπε... Μπέρδεμα, ε; Ε, λοιπόν, σωσιβιάκι μου έτσι είναι τα πράγματα μέσα στο μυαλό μου. Μπερδεμένα. Πλησιάζει ο καιρός κι αρρωσταίνω μόνο στην σκέψη... Ξέχασα τα παπούτσια μου στη σχολή χορού! Σκατά... Τώρα θα τα πάρω από Δευτέρα... Ξέχασα να δώσω και στον Θάνο τα φυλλάδια. Σκατά στο τετράγωνο! Κι αμέσως τα σκατά υψώνονται στον κύβο... Ήξερα ότι έχω δίκιο, ακόμα το ξέρω. Όμως πόσο αμείλικτος να είσαι, πόσο αμείλικτη να είμαι μπροστά σ' ένα ζευγάρι δακρυσμένα μάτια;! Όχι πολύ... Κι όμως, έγινα σκύλα. Και φτάνει στο τέλος της αυτή η εβδομάδα κι αισθάνομαι ότι δεν έχω κερδίσει τίποτα. Μόνο ένα ωραίο βιβλίο διάβασα κι αυτό στα γρήγορα για να προλάβω και τα φροντιστήρια. Και νιώθω πως θα σκάσω και πως θέλω να σου τα πω όλα κι όμως δεν μπορώ. Κι ύστερα είναι κι αυτές οι ξαφνικές αδιαθεσίες που με τρομάζουν. Και τα πόδια μου κόβονται μόλις ανέβω τις σκάλες και ολόκληρο το δωμάτιο φέρνει σβούρες μόλις κουνήσω το κεφάλι κι εκείνος ο πονοκέφαλος δεν λέει να μ' αφήσει. Κι ένα σωρό ερωτήσεις... Σημαντικές και μη. Γιατί τα ακουστικά μου να μην βρίσκονται ποτέ στη θέση τους όταν τα χρειάζομαι;! Γιατί οι τιράντες του σουτιέν να κόβονται όταν τις έχεις πραγματικά ανάγκη και γιατί το laptop να μένει από μπαταρία;! Γιατί να μην μπορώ να σου μιλήσω και γιατί να μην μπορώ να κοιμηθώ; Κι έχω αυτήν την αίσθηση πως ζω κάθε μέρα την ίδια σκηνή. Και δεν έχω τίποτα καινούριο να περιμένω και τίποτα καινούριο ή παλιό να ελπίζω. Και νιώθω την ανάγκη, τώρα πιο πολύ από ποτέ, να ξαπλώσω στο κρεβάτι, να πάρω τον διαλυμένο μου αρκούδο αγκαλιά, να κοιμηθώ και να μην ξυπνήσω ποτέ. Να βυθιστώ στο σκοτάδι του δωματίου μου και να μην σηκωθώ από εκεί γιατί υπάρχει κίνδυνος να σκοντάψω στην πορτοκαλί μου τσάντα, στις πιτζάμες, στα ρούχα, στο μπουφάν, σ' εκείνο το γκρι παλτό, στα βιβλία, στην λαδί την τσάντα, στο μαξιλάρι, στις κολόνιες... Να μείνω μια ζωή ξαπλωμένη σ' ένα κρεβάτι με παντζούρια κλειστά, παράθυρα κλειστά, μάτια κλειστά... Γιατί να μην υπάρχει κάτι σαν "ήχος κλήσης" στο κινητό που όταν βάζεις τα ακουστικά να μην ακούς τίποτα. Να καλύπτει τη φασαρία και τις ομιλίες και να ζεις στην απόλυτη σιωπή. 26% η μπαταρία του laptop. Πρέπει να κλείσω. Κι αν δεν βρω τ' ακουστικά μου μάλλον θα μείνω ξάγρυπνη όλο το βράδυ... Και σου επέστρεψα το βιβλίο και δεν έχω τι να διαβάσω... Παραλήρημα... Για μια ακόμη φορά, καληνύχτα κι όνειρα γλυκά. Αν μπορείς, δες κι ένα όνειρο για μένα και πες ψιθυριστά, όχι από μέσα σου, πως αυτό το αφιερώνεις σε μένα...

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

Θρύψαλα



Η νικοτίνη έχε κατακλείσει τα πνευμόνια μου και τα μαλλιά μου έχουν ποτίσει απ’ τη μυρωδιά του τσιγάρου. Το κάψιμο στο δεξί, πάνω μέρος του κεφαλιού μου με τσούζει και οι ρίζες του φτάνουν βαθειά μες στο μυαλό μου και το καίνε. Τότε είναι που αρχίζει ο πιο παλαβός διάλογος της ζωής μου…

-Εσύ φταις!
-Φταίω, όσο φταις κι εσύ!
-Όχι, όχι! Αν δεν με είχες γεμίσει όνειρα, φιλοδοξίες κι αυτές τις ανόητες ιδεολογίες δεν θα πνιγόμουν τώρα με τα ίδια μου τα δάκρυα!
-Αν δεν πνιγόσουν στα ίδια σου τα δάκρυα, δεν θα είχες ανάγκη να μου μιλήσεις, άρα δεν θα υπήρχα. Καθένας φροντίζει για τον εαυτό του. Ακόμα κι εγώ…
-Με χρησιμοποίησες δηλαδή;!
-Ο ένας χρησιμοποίησε τον άλλο. Εγώ για να υπάρξω κι εσύ για να ζήσεις.
-Μα δεν ζω.
-Ούτε κι εγώ υπάρχω.
-Πώς γίνεται αυτό;
-Ποιο;
-Έλα τώρα! Ξέρεις τι εννοώ! Πώς γίνεται να’ σαι σοφότερη από μένα;
-Μα δεν είμαι!
-…
-Βλέπεις πόσο εγωπαθέστατο πλάσμα είσαι;! Σ’ αρέσει να τ’ ακούς!
-Είμαι όσο εγωπαθής είσαι κι εσύ!
-Καλά, λοιπόν! Τότε, άκου! Δεν είμαι σοφότερη από σένα, γιατί απλά δεν υπάρχω. Εσύ μου δίνεις μορφή στο πέρασμά σου και λογική με το νου σου. Είμαι όσο σοφή ή έξυπνη ή οτιδήποτε άλλο θέλεις, όσο είσαι κι εσύ!
-Μάλιστα… Και τώρα τι κάνουμε;
-Τι κάνουμε;
-Αυτό σε ρώτησα κι εγώ!
-Ότι ξέρεις εσύ, ξέρω κι εγώ…
-Ναι, ναι! Το’ πιασα! Φτάνει!
-Τώρα, λοιπόν, τίποτα. Περιμένουμε. Όπως κάναμε πάντα. Περιμένουμε και προσπαθούμε να εντυπωσιάσουμε…
-Πάψε!
-Τι συμβαίνει;
-Ξέρεις τι συμβαίνει! Φτάνει! Δεν θα σ’ αφήσω να δηλητηριάσεις άλλο την ψυχή μου! Δεν θα σ’ αφήσω να προφέρεις αυτές τις λέξεις!
-Μα ξέρεις τι θα πω!
-Πάψε, είπα!  Πώς να σε κάνω να πάψεις;!
-Κι αυτό το ξέρεις… Το θέμα, όμως, είναι αν έχεις τη δύναμη να το κάνεις. Εγώ λέω πως δεν μπορείς. Δεν μπορείς να με διώξεις. Δεν μπορείς να διώξεις αυτό που σε κάνει να ζεις.
-ΜΑ ΔΕΝ ΖΩ!!!
-Έστω… Αυτό που σε κάνει να υπάρχεις. Κι όσο γι’ αυτό…δεν μπορείς να το αρνηθείς, γιατί χωρίς εμένα θα ήσουν απλά…εσύ.
-Τι παριστάνεις;
-Τον ναυαγοσώστη, μάλλον.
-Τότε, μάλλον, δεν κάνεις καλά τη δουλειά σου, γιατί ακόμα νιώθω πως πνίγομαι!
-Μα αυτή είναι η δουλειά μου. Να σου δίνω μια ανάσα λίγο πριν πεθάνεις και να σ’ αφήνω να πνίγεσαι τον υπόλοιπο καιρό.
-Και γιατί τέτοιο μίσος, εαυτούλη μου;
-Ξέρεις… Ξέρεις πολύ καλύτερα από μένα, γιατί μέχρι και σε μένα ντρέπεσαι να τ’ ομολογήσεις. Γιατί ξέρεις πως εσύ φταις! Εσύ φταις κι όχι εγώ!
-Αν εσύ με βοηθούσες, τίποτα δεν είχε γίνει!
-Ουφ, σε βαρέθηκα! Έτσι κάνεις πάντα! Ρίχνεις το φταίξιμο αλλού! Αν ήθελες τη βοήθειά μου, θα την είχες γυρέψει! Όπως και τώρα! Αν ήθελες την βοήθειά του, θα του μιλούσες και θ’ άφηνες πίσω τις φτηνές δικαιολογίες! Όμως, τότε, έτσι και τώρα, προτίμησες να με αγνοήσεις και ορίστε τώρα που φτάσαμε! Εσύ να πνίγεσαι στα δάκρυά σου, αυτός να ζει στην αιώνια σιωπή, κι εγώ… Εγώ διχασμένη κάπου στο ενδιάμεσο. Απ’ την μια να σώζω εσένα, αλλά όχι εντελώς, κι απ’ την άλλη να του μιλάω, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
-Θα σταματήσεις, επιτέλους, τον μονόλογο;!
-Στο χέρι σου είναι…
-Ναι, πράγματι.
-Όχι! ΟΧΙ! ΜΗ! Μη σβήνεις το φως! Πάλι τρέχεις να κρυφτείς!!! Ξέρεις, όμως, πως κάποια στιγμή θα ξημερώσει και τότε θες δεν θες θα μ’ αντιμετωπίσεις πάλι και θα’ μια πιο σκληρή και πιο αμείλικτη…
-Κοιμήσου για λίγο. Για μια φορά στη ζωή μας, άφησέ μας να κάνουμε έναν ήσυχο ύπνο. Καληνύχτα…
-Δεν θα βάλεις ποτέ σου μυαλό, τελικά…
-Ούτε κι εσύ!
-Καληνύχτα! Αύριο είναι η μεγάλη μας μέρα… Πάλι γι’ αυτόν γράφεις.
-Όνειρα γλυκά, μικρή! Πάντα γι’ αυτόν γράφω…

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

Στον άγνωστο γνωστό μου

 Η φωτογραφία είναι από την Dimitra Car's Photography...


Απόψε γράφω για σένα. Ούτε για μένα, ούτε για κανέναν άλλο. Μόνο για σένα. Απόψε γράφω έχοντας αποκτήσει, προσωρινά πάντα, μια ικανότητα να προβλέπω το μέλλον. Ναι, το μέλλον. Όχι, δεν διάβασες λάθος, ούτε αποφάσισα να γίνω μέντιουμ, ούτε τρελάθηκα (ή τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω). Δεν έγινε, λοιπόν, τίποτα από τα παραπάνω. Αυτό που έγινε είναι ότι έσπαγα το κεφάλι μου να βρω έναν τρόπο για να νιώσω λίγο καλύτερα, αλλά χωρίς να σε βαρύνω περισσότερο. Ειδικά τώρα, που περνάς δύσκολα κι είμαι μεν στο πλάι σου, αλλά χωρίς να με χρειάζεσαι.

Θα με ρωτήσεις πάλι την επόμενη φορά που θα με δεις (και θα είναι σύντομα, ευτυχώς) : «Τι έχεις;». Κι εγώ θα σου απαντήσω μ’ ένα ψεύτικο χαμόγελο στα χείλη: «Τίποτα». Θα με κοιτάξεις στα μάτια και θα καταλάβω ότι δεν έχεις πειστεί. Κάθε φορά που θα με ρωτάς, η απάντηση θα είναι η ίδια: «τίποτα». Αυτό που εύχομαι είναι να με ρωτάς για πολλά πολλά πολλά χρόνια ακόμα, κι ας είναι ίδια η απάντηση. Κάποτε θα μάθεις. Λίγο πριν το τέλος, θα σου τα πω όλα. Κι αν τα πράγματα δεν γίνουν έτσι και χαθούμε, (δηλαδή εγώ θα χαθώ, θα εξαφανιστώ, χωρίς να δίνω σημεία ζωής) μην νοιάζεσαι. Δεν θα ξέρεις πού είμαι, όμως, θα μπορείς να με βρεις πανεύκολα. Ξέρεις πού; Δεν σου πάει το μυαλό, ε; Εδώ μέσα, βρε χαζέ! Στα Απύθμενα Νερά μου (τώρα αισθάνομαι ότι μπορώ να χρησιμοποιώ την κτητική αντωνυμία: «μου»). Κι όταν θα μ’ έχεις πια ξεγράψεις (ίσως να μ’ έχεις ξεχάσει κιόλας, γιατί τι είμαι κι εγώ; Άλλη μία «διαφορετική», όπως με χαρακτήρισες πέρυσι, ανάμεσα στους τόσους διαφορετικούς), θα έρθω να σε βρω. Θα έχεις και παιδιά, ίσως δύο κοριτσάκια. Θα εκπλαγείς, στην αρχή δεν θα με γνωρίσεις, αλλά μετά θα χαρείς που θα με δεις. Θα καθίσουμε στο σαλόνι και θα με ρωτήσεις για τη ζωή μου. Θα σε παρατηρώ προσεκτικά, και θα διαπιστώσω ότι δεν άλλαξες καθόλου και θα σε ερωτευτώ ξανά απ’ την αρχή, για τελευταία φορά. Θα με ξαναρωτήσεις για τη ζωή μου, κι ενώ περιμένεις τη συνηθισμένη απάντηση: «τίποτα», θα σε ξαφνιάσω και θα σου τα πω όλα απ’ την αρχή. Ίσως και να κλάψω. Ναι, σίγουρα θα κλάψω. Μαζί σου αισθάνομαι ο εαυτός μου και αφήνομαι ελεύθερη. Τότε, θα σου δώσω ένα φιλί, και είμαι σίγουρη ότι θα είναι το ωραιότερο φιλί που θα έχω πάρει ποτέ, και θα φύγω, ενώ εσύ θα έχεις μείνει εμβρόντητος.

Ύστερα θα εξαφανιστώ ξανά, απολαμβάνοντας τη γεύση που θα έχει το φιλί σου σε συνδυασμό με τα δάκρυα. Κι όταν πια στερέψω, λίγο πριν φύγει η γεύση από τα χείλη μου, θα δώσω ένα τέλος σ’ όλο αυτό. Εσύ μάλλον δεν θα το μάθεις σύντομα. Θα σου έχω ήδη ταχυδρομήσει το βιβλίο που θα’ χω γράψει με μια αφιέρωση (την οποία ποτέ δεν τόλμησα να ζητήσω), που θα λέει:

«Σου αφήνω την ζωή μου,
τα κομμάτια της ψυχής μου,
ή τουλάχιστον ότι απέμεινε απ’ αυτά.
Φύλαξέ τα κάπου υγρά και ήσυχα
για να είμαι σίγουρη ότι βρίσκομαι
στα Απύθμενα Νερά μου κι
ότι κανείς δεν θ’ ακούσει τις Σιωπηλές Κραυγές μου,
παρά μόνον εσύ…»

Θα χαμογελάσεις, μάλλον και θα το βάλεις στην άκρη για να το διαβάσεις όταν μπορέσεις. Όταν θα’ ρθει εκείνη η ώρα, θα το διαβάζεις, ενώ παράλληλα θα σημειώνεις ορισμένες παρατηρήσεις και θα διορθώνεις τις ανορθογραφίες μου. Κι όταν πια το τελειώσεις θα σε περιμένει ένα μικρό χαρτάκι, όπου θα σου υπενθυμίζω πόσο πολύ σ’ αγαπάω, θα σου ζητάω να μου συγχωρέσεις τόσο τις ασάφειες, όσο και τα τυχόν εκφραστικά λάθη, τονίζοντας πως καμιά ψυχή δεν είναι τέλεια. Τέλος, θα σε ενημερώνω ότι το τέλος που σου έλεγα έχει ήδη έρθει. Ίσως πριν από κάποιους μήνες ή και χρόνια, δεν ξέρω. Όμως, θα σου πω ότι δεν θέλω να χύσεις ούτε μια σταγόνα δάκρυ για μένα, γιατί έζησα μια ζωή γεμάτη. Ίσως όχι όπως θα την ήθελα, αλλά γεμάτη. Γεμάτη από ωραία βιβλία, ωραία ξενύχτια, ωραία μεθύσια, ωραία χαρτιά που γέμιζαν με την πάροδο του χρόνου, ωραία ποτά, ωραίες αναμνήσεις κι ωραία όνειρα με τ’ άπιαστο είδωλό σου. Θα λυπηθείς, ίσως και να τα βάλεις με τον εαυτό σου που δεν κατάλαβες τίποτα, όμως θα σου περάσει και θα συνεχίσεις τη ζωή σου. Κι εγώ… Εγώ θα σε βλέπω από ψηλά και θα σ’ ονειρεύομαι. Θα συνεχίσω να σ’ ονειρεύομαι, όχι για πολύ, μόνο για μια αιωνιότητα…

Υ.Γ.1 Συγχώρα με που σου γράφω με τέτοια οικειότητα, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.
Υ.Γ.2 Είμαι λιγουλάκι μεθυσμένη, οπότε συγχώρα και τα εκφραστικά λάθη.
Υ.Γ.3 Άσχετο, αλλά είχα υποσχεθεί μια ανάρτηση για την ταινία: «Ο Άνθρωπος Που Ενόχλησε Το Σύμπαν». Θα κάνω. Δεν το ξέχασα, απλά προέκυψαν άλλα…