Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Στάσου λίγο. Στάσου κάτω απ' την λάμπα να σε χτυπάει το φως κι άσε με εμένα να κουρνιάσω στο σκοτάδι και να χάνομαι στις σκέψεις μου. Σ' εκείνους τους ατέλειωτους περιπάτους, στις φωτεινές θάλασσες, στα σκοτεινά δρομάκια. Κάτω απ' τον ήλιο στην αρχή. Ύστερα κάτω απ' το φεγγάρι κι αργότερα...Αργότερα ούτε φεγγάρι. Μονάχα σύννεφα. Όχι, βροχή. Μονάχα σύννεφα. Μονότονα κι άσπρα σύννεφα. Κι αν καμιά φορά γινόντουσαν γκρίζα και δάκρυζε πού και πού ο ουρανός ήταν γιατί δειλά-δειλά έβγαινα απ' το φως για δυο στιγμές, ίσα για να νιώσω τις κόρες των ματιών μου να συστέλλονται. Θυμάσαι τότε που ήμασταν παιδιά και κυνηγούσαμε τις μέλισσες στους αγρούς; Τώρα απέκτησες αλλεργία στις μέλισσες. Απέκτησα κι εγώ αλλεργία στο φως και στους ανθρώπους. Μεγαλώσαμε απότομα. Σε μια νύχτα θαρρώ. Βγήκα απ' το δωμάτιο παιδί, άνοιξα στα κρυφά την πόρτα κι όταν επέστρεψα όλα μου πέφτανε μικρά. Σε παρέσυρα και σένα για να μην είμαι μόνη και τελικά μείναμε να κοιταζόμαστε σαν ξένοι και να μετράμε τις νύχτες, εγώ την θλίψη μου κι εσύ την μοναξιά σου. Κι όταν ξύπνησες ένα πρωί και κοίταξες δίπλα σου το άδειο κρεβάτι, σε πλημμύρισε η απελπισία και σκέφτηκες πως δεν μπορεί να φταις εσύ γι' αυτό. Κι ενώ μια από 'κεινες τις βουβές βραδιές είχαμε δώσει όρκο πως δεν θα γυρνούσαμε ποτέ πίσω, εσύ έψαχνες στο παρελθόν να ρίξεις ευθύνες για το παρόν. Λες και θα μπορούσες να σώσεις το μέλλον. Κι ενώ το είχα πάρει απόφαση πως πρέπει να προχωρήσω κι εγώ προς τα μπροστά, με γύρισες πίσω και μου 'χτισες ένα κάστρο από άμμο - όπως εκείνα που φτιάχναμε παιδιά - και το όρισες φυλακή μου. Χωρίς πόρτες και παράθυρα. Μάλιστα έσκαψες γύρω-γύρω και το χώρισες απ' την υπόλοιπη στεριά και για να 'σαι ακόμα πιο σίγουρος έβαλες κι έναν δράκο να με φυλάει. Κι άκουγα τον ήλιο ν' ανατέλλει και να δύει και μετρούσα. Δώδεκα ανατολές κι έντεκα δύσεις μετά, τα μάτια μου συνήθισαν στο σκοτάδι κι άρχισα να διακρίνω περίεργες μορφές, μα ο φόβος ξεπερνούσε την ανάγκη μου να μάθω. Με πλησίασε ένας άγγελος με μαύρα φτερά. Η ανάσα του μύριζε κρασί και το φως του είχε ξεθωριάσει. Μου ψιθύρισε κάτι στ' αυτί, μα εγώ είχα τον νου μου στο μέτρημα. -Δεκατρείς ανατολές, δώδεκα δύσεις...Τι μου 'πες; Σαν να θίχτηκε που δεν του 'δωσα σημασία και δεν ξαναφάνηκε ποτέ. Κι εγώ ντράπηκα και σφράγισα τα μάτια μου για τιμωρία, μα μέσα μου μια παιδική φωνή ούρλιαζε να την αφήσω να δει ξανά το αγγελούδι. Κι αναρωτήθηκα για μια στιγμή - και στ' ορκίζομαι ήταν μόνο για μια στιγμή - μήπως τα μάτια μου με γέλασαν εκείνο το βράδυ. Μήπως έπεφτε περίεργο το φως της Σελήνης και το 'κανε το δωμάτιο να δείχνει πως είναι τάχα μικρό. Και στ' ορκίστηκα πως ήταν μόνο για μια στιγμή κι ύστερα επέστρεψα στο μέτρημα. Πώς πέρασαν έτσι τα χρόνια;

Δεν υπάρχουν σχόλια: