Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καταθέσεις ψυχής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καταθέσεις ψυχής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Η ευτυχία είναι στιγμές...


Η ευτυχία είναι στιγμές, λένε… Το πρώτο παγωτό του καλοκαιριού, το τέλος της αγαπημένης σου ταινίας, ένα συνωμοτικό βλέμμα με τους φίλους σου, το χέρι του μέσα στο δικό σου. Κι έρχεται ένα βράδυ που παίρνεις χαρτί και μολύβι, να μετρήσεις. Γυρνάς τόσο πίσω όσο σου επιτρέπει η μνήμη σου κι αρχίζεις… Κι όταν συνειδητοποιήσεις πως οι ευτυχισμένες σου στιγμές είναι τόσο λίγες ή τόσο ασήμαντες σε σχέση με τις άλλες, αρχίζεις και τα βάζεις με τους άλλους. Έφταιγε η μάνα μου που με παράτησε. Κι ύστερα έφταιγε κι η λατρεμένη μου που πέθανε κι ο Λάζαρος που με πλήγωσε. Κι η Γωγώ, κι η Βούλα, κι ο Γιώργος, κι ο Ανδρέας, κι η Χρύσα…Και μετά πέθανε κι ο Γιάννης. Κι όταν δεν βλέπει κανείς, αφήνω την αλήθεια μου ελεύθερη και τ’ ομολογώ – ψιθυριστά πάντα – στον εαυτό μου. Ο μεγαλύτερός μου φόβος είναι μήπως καταλήξω μόνη μου. Μήπως μ’ αφήσουν κι αυτοί που απέμειναν να μ’ αγαπάνε. Γι’ αυτό άλλες φορές τους διώχνω όλους μακριά για να ‘ναι μετά λιγότερος ο πόνος, ή κάποιες άλλες πιέζομαι για να ‘μαι τέλεια, όπως θα με ήθελαν. Κι έρχονται στιγμές που κλαίω κι αναρωτιέμαι: Πώς την έκανα έτσι την ζωή μου;  



Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Το Άλμα


Ένας απόκρημνος γκρεμός με φόντο μια θάλασσα που λυσσομανάει. Ένας ουρανός μουντός σκεπασμένος μ’ ένα γκρι πέπλο και μια βροχή να μαστιγώνει το πρόσωπό της. Το κρύο διαπερνούσε τα ρούχα, το δέρμα της κι έφτανε στα σωθικά της. Τα δάχτυλά της, λες και είχαν γίνει ένα με τον βράχο, δεν τα ένιωθε πια. Τα μάτια της προσηλωμένα ευθεία κάτω, στο τέλος του γκρεμού. Τα κύματα χτυπούσαν με μανία τον όγκο, λες κι ήθελαν να τον διαλύσουν σε εκατομμύρια μικρά κομμάτια. Τέντωσε το χέρι της μέχρι την πλάτη, έψαξε λίγο στα τυφλά και σταμάτησε στο σημείο που υπολόγιζε ότι βρίσκεται η ουλή, κρυμμένη καλά κάτω απ’ το χοντρό της πουλόβερ. Την χάιδεψε για λίγο σαν να της είχε λείψει και γέλασε με τον εαυτό της. Γέλασε δυνατά κι αμέσως κάλυψε το στόμα της για να μην ακουστεί. Μα ποιος θα την άκουγε με τέτοιο αέρα και ποιος θα μπορούσε να την βρει εκεί που ήταν; Έτσι άφησε τον εαυτό της ελεύθερο. Γέλασε με την ψυχή της. Γέλασε όπως δεν έχει ξαναγελάσει στην ζωή της και λίγο πριν τα τρανταχτά της γέλια μετατραπούν στην πιο σπαρακτική της έκκληση για βοήθεια, στο πιο γοερό της κλάμα, έκλεισε τα μάτια, έγειρε το κορμί της προς τα εμπρός κι άφησε την βαρύτητα να την κυριέψει. Για λίγο άκουσε τον άνεμο να της ψιθυρίζει όμορφα λόγια στ’ αυτί. Ένιωσε έναν έντονο πόνο στο στομάχι, ένα ελαφρύ μούδιασμα στο κεφάλι κι ένα παχύρρευστο υγρό ν’ αναβλύζει από μέσα της.
Άνοιξε τα μάτια της και οι μπαλκονόπορτες ήταν ανοιχτές. Ο αέρας φυσούσε τόσο δυνατά που τα μάτια της δάκρυσαν και για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν όντως έφταιγε ο αέρας. Η βροχή έμπαινε ανενόχλητη μέσα στο δωμάτιο κι είχε σχηματίσει μια μικρή λιμνούλα. Έσκυψε και είδε το πρόσωπό της να καθρεφτίζεται. Άπλωσε το χέρι της και διέλυσε για λίγο την τέλεια εικόνα που έβλεπε. Έμεινε ξαπλωμένη στο πάτωμα με το ένα χέρι βουτηγμένο στα νερά και το άλλο να πιέζει τόσο πολύ το στομάχι της, σαν να είχε μια ακατανίκητη επιθυμία να διαπεράσει το δέρμα της και να ξεριζώσει ότι υπήρχε μέσα. Έμεινε εκεί για ώρες και θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος ότι είναι νεκρή αν δεν τρανταζόταν το κορμί της από τους δυνατούς λυγμούς. Οι λυγμοί σταμάτησαν και έμεινε εκεί, ακίνητη πια, χωρίς να νοιάζεται για την βροχή, ούτε για τον αέρα, ούτε για το τσιγάρο που έκαιγε στο τασάκι…

Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Άρχισαν οι ευχές...

Το τελευταίο μάθημα χθες... Τα "καλή επιτυχία" πάνε κι έρχονται, αλλά και συμβουλές όπως: Ψυχραιμία. Δεν χρειάζεται άγχος. Εντάξει, θα πας, θα γράψεις ότι ξέρεις και από εκεί και πέρα θα ξέρεις ότι εσύ έκανες ότι μπορούσες. Η απάντησή μου; Όχι, εντάξει. Δεν έχω άγχος. Όλα καλά... Το λέω στους άλλους μήπως το πιστέψω κι εγώ. Πάντως την τελευταία εβδομάδα ένα υπνωτικό σπρέι βρίσκεται μονίμως στο κομοδίνο κι αν ξυπνήσω μέσα στη νύχτα, δεν ανησυχώ. Δυο, τρεις ψεκασμοί και στο επόμενο μισάωρο συνεχίζω να βλέπω εκείνα τα περίεργα όνειρα. Τι άλλο να πω; Δεν ξέρω... Φοβάμαι; Ναι. Έχω άγχος; Πολύ. Όμως δεν μπορώ να κάνω κάτι. Το στομάχι μου είναι κόμπος και οι ευχές έχουν αρχίσει... Δεν έχω να κάνω, λοιπόν, τίποτα άλλο παρά να ευχηθώ κι εγώ: Καλή μας επιτυχία!

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Χαμένες Ψυχές



Απ’ το σαλόνι ως το δωμάτιο,
πάντα η ίδια διαδρομή,
μ’ ένα μπουκάλι ουίσκι στο χέρι,
μια βότκα στο τραπέζι ανοιχτή
και κάτι γυαλιά στο πάτωμα
από ένα ποτήρι που έσπασε πιο πριν.

Καλοπιάνω το τηλέφωνο,
μήπως και χτυπήσει,
μήπως κάποιος με γυρέψει,
μήπως δω κάποιον γνώριμο αριθμό.
Όμως, σιωπή.

Και να με καλούσες, ποια η διαφορά;
Αφού, απ’ τις εισερχόμενες,
τ’ όνομά σου θα σβηστεί.

Κοιτάζω το ταβάνι,
έπειτα δεξιά και λίγο αριστερά,
μα όλα είναι ίδια, ασάλευτα και βαρετά.
Κάθομαι στην πόρτα με τα πόδια λυγισμένα
και ψιθυρίζω προσευχές,
μήπως και σε δω να μπαίνεις.
Όμως, κανείς.

Και να ερχόσουν, ποια η διαφορά;
Αφού, έτσι κι αλλιώς, μας χωρίζουν
ένα εκατομμύριο χιλιόμετρα.

Αυτή τη σιωπή δεν την αντέχω,
με καταστρέφει.
Φωνάζω, ν’ ακουστώ,
για να την σπάσω.
Όμως, δεν έχω πια φωνή.

Και να μου’ χε μείνει λίγη, ποια η διαφορά;
Αφού δεν είναι κανείς να την ακούσει.

Και βλέπω τη ζωή σαν υποχρέωση,
σαν μια εκκρεμότητα,
που πρέπει επιτέλους να τελειώνει.
Και παίρνω ένα τηλέφωνο,
μια κλήση χωρίς χρέωση,
ν’ ακούσω μια φωνή να μου μιλά.
«Παρακαλώ περιμένετε» μου λέει
και κλείνω βιαστικά.

Και να’ χα μείνει στη γραμμή, τι θα’ χε γίνει;
Αφού, έτσι κι αλλιώς, η σιωπή θα μ’ έπνιγε μετά...



Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

"Ημερολόγιο"


Τίποτα σπουδαίο δεν έγινε πάλι. Τίποτα σημαντικό δεν έχω να πω. Μόνο κάτι στιγμιότυπα που μάζεψα δεξιά κι αριστερά… Λίγο πριν φύγω για τον χορό η κορυφαία ατάκα της μαμάς μου: «Σήμερα, δεν σου έδωσα πολύ σημασία βρε παιδί μου. Ήθελες τίποτα;»… Τα τελευταία 6 χρόνια δεν μου δίνεις σημασία κι ήθελα πολλά…Γιατί να με πειράξει τώρα; Πήγα στην σχολή κι έκατσα στο πάτωμα ακουμπώντας με την πλάτη στον τοίχο και περίμενα εκεί αμίλητη κι ανέκφραστη να ξεκινήσουμε… Περίμενα και κοιτούσα. Κοιτούσα την Βασιλικούλα που έτρεχε δεξιά κι αριστερά κι έλεγε σε όλες: «Κοίτα τι μπορώ να κάνω!». Έκανε έναν τροχό και μετά έπεφτε σε σπαγκάτο. Ύστερα σηκωνόταν κι άρχιζε τις βόλτες γύρω γύρω στη σχολή. Έτρεχε, φώναζε, έπεφτε πάνω μας και έκανε τον τροχονόμο. Έδινε ζωή στην σχολή… Η Δέσποινα είπε ότι την Κυριακή χορέψαμε πολύ ωραία! Μετά από μία ώρα στο μάθημα συζητήσαμε τόσα πολλά… Θα μπορούσε να είναι κάπου στο εξωτερικό, ζάπλουτος, να απολαμβάνει μόνο, χωρίς να σκέφτεται συνέπειες. Όμως, είχε πει όχι τότε σ’ εκείνη την πρόταση που του έκαναν. Δεν τόλμησα να ρωτήσω το γιατί… Πόσες σκέψεις πέρασαν απ’ το μυαλό μου… Αλλά κυρίως μία βρίσκεται συνεχώς στο μυαλό μου και δεν μ’ εγκαταλείπει σχεδόν ποτέ. Πώς;! Πώς θα τ’ αφήσω όλα πίσω και θα φύγω; Και πού θα πάω; Και τι θα κάνω; Και τι θα καταφέρω; Και τελικά θα τα καταφέρω; Κι αν ναι για πόσο; Χτύπησε το κινητό μου στην τάξη προχθές… (πίκρα). Ευτυχώς είχαμε λογικό άνθρωπο και απλά μου δήλωσε πως δεν άκουσε τίποτα! Και φυσικά το κινητό μου δεν θα μπορούσε να χτυπάει με τίποτα άλλο παρά με Μιλτιάδη!!! Η κ. Ζ. δεν τον ήξερε… Πώς κι έτσι σκέφτηκα. Την τελευταία εβδομάδα τρώω σαν γουρούνι… Τόσο πολύ που έχω σιχαθεί τον εαυτό μου! Όμως, βρήκα μία λύση… Προσωρινή βέβαια γιατί είναι αδύνατο να συνεχιστεί για πολύ… Ούτε που κατάλαβα πως μου ήρθε… Πρέπει να ήταν το Σάββατο το βράδυ που δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου και είχα κατασκηνώσει στην τουαλέτα…. Ναι, τότε νομίζω πως ήταν. Τρώω όποτε μου καπνίσει κι ότι βρω στο ψυγείο (ευτυχώς δεν έχουμε και πολλά) και μόλις νιώσω ότι δεν πάει άλλο κι ότι θα σκάσω, ξερνάω και μετά πάλι απ’ την αρχή… Ξέρω, πρέπει να το σταματήσω. Πολλά πρέπει να σταματήσω… Μερικές φορές που σκέφτομαι την 15η Ιουνίου, νομίζω πως θα αλυσοδεθώ κάπου σε μια κολόνα του σχολείου και πως θα με τραβάνε για να φύγω, όμως εγώ εκεί… Δεν θα κουνιέμαι! Άντε να δω πως θα κάνουμε καινούρια αρχή… Thats all for today… Αυτά είναι όλα για σήμερα, αλλά και για πολλές μέρες ακόμα… Θα αποσυρθώ (για λίγο θα’ ναι, για πολύ θα’ ναι…δεν έχω ιδέα.) από την blogοσφαίρα, μήπως και καταφέρω να ηρεμήσω, γιατί πραγματικά ΠΡΕΠΕΙ να ηρεμήσω… Ο καιρός περνάει και το άγχος θεριεύει, μέρα με τη μέρα… Κι όσο τα γράφω εδώ, τόσο τα σκέφτομαι και τα ξαναδιαβάζω, κι όσο τα σκέφτομαι και τα ξαναδιαβάζω, τόσο μου σαλεύει… Α! Παραλίγο να το ξεχάσω… 14 Φεβρουαρίου σήμερα… Δεν πρόκειται να αναπτύξω καμιά «θεωρία» σχετικά με την ολοκληρωτική αχρηστία της συγκεκριμένης γιορτής, διότι τα νεύρα μου δεν είναι καλά και δεν θέλω να γίνουν χειρότερα… Απλά «έπρεπε» ν’ αναφερθεί…

Και στο διάβολο πουλάω την ψυχή μου εγώ, για να βρεθώ απόψε τυλιγμένος στου κορμιού σου το βυθό. Κάπου η νύχτα μεσοπέλαγα κρεμιέται στην αγχόνη τ’ ουρανού κι ο δαίμονας καβάλα στο σκοτάδι, αρπάζει τη μετέωρη ευχή μου. Και σαν άστρο καυτερό προς το νησί σου, τα λόγια μου πετάει, πληγώνοντας τα βράχια και την άμμο, στη χτένα σου καρφώνει την ψυχή μου. Και σταγόνα τη σταγόνα κυλάω εγώ σαν αλμυρό νερό στους ώμους και στον ακριβό σου το λαιμό. Κι ας ξέρω πως του λόγου του στην ανεμόσκαλα εκεί, με περιμένει για να μου λιμάρει το σκοινί. Πάνε χρόνια που αντίκρυ αναβοσβήνουν τα φώτα κάποιας γης, τα φώτα κάποιας ξεχασμένης νήσου, που λένε είναι οι κορφές του παραδείσου. Μα το ξέρω είναι της θάλασσας τα μάγια, δεν υπάρχει αυτή η στεριά, μιας και κανείς ποτέ του εκεί δεν πήγε, γι’ αυτό σφιχτά κρατιέμαι στο κορμί σου… (άσχετο, αλλά…θα μου πεις τι σκατά είναι σχετικό εδώ μέσα;!)


Σας χαιρετώ, λοιπόν, μικρά (και μεγάλα ενίοτε) σωσιβιάκια μου… Τα λέμε…δεν ξέρω πότε. Και τότε θα’ μαι… δεν έχω ιδέα πως θα’ μαι. Και θα σας πω…δεν ξέρω τι θα σας λέω. Και ίσως μέχρι τότε να κοιμάμαι…

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

C'est la vie


Λοιπόν, έχω ένα ευχάριστο και πολλές πολλές πολλές τύψεις να μοιραστώ…. (περίεργο, ε;). Το ευχάριστο είναι ότι χθες το βράδυ κατάφερα να κοιμηθώ!!!!!! Εντάξει, όχι πολύ νωρίς… Κατά τις 2, αλλά επιτέλους σηκώθηκα το πρωί και περπατούσα χωρίς να στηρίζομαι στους τοίχους. Είναι, όσο να πεις μια πρόοδος, που σε συνδυασμό με μερικές γλυκές καλημέρες και μερικά όμορφα χαμόγελα, μου έφτιαξε τη μέρα! Α ναι! Και να μην ξεχάσω και την επισήμανση της Δέσποινας ότι πρέπει ν’ αρχίσω να χορεύω Latin επαγγελματικά! Ouiiiiiiiiiiiiiiii!!!!!! Back to reality τώραΓυρνώντας σπίτι άκουσα κάτι που πραγματικά δεν το περίμενα. Περίμενα ν’ ακούσω αδυναμία χαρακτήρα, άγχος, κάτι τέλος πάντων, αλλά όχι αυτό. Δυσλεκτικός! Ποιος να το περίμενε; Πήγε σε ψυχολόγο λέει και είναι κατά 80% δυσλεκτικός. Άντε να εξηγήσεις, τώρα στο 9χρονο τι θα πει δυσλεκτικός κι άντε να το πείσεις ότι δεν πρέπει να αισθάνεται μειονεκτικά. Δεν μπορείς. Έτσι, λοιπόν, δεν του είπανε τίποτα. Κοίτα να δεις ειρωνεία, όμως. Εγώ που είχα τάσεις αυτοκτονίας, κατάθλιψη και αϋπνίες, δεν πέρασα ούτε απ’ έξω από ψυχολόγο απ’ τον φόβο μου (φόβο, όχι τόσο στο πρόσωπο του γιατρού αλλά στη διάγνωσή του). Κι ο αδερφός μου τώρα θα ξεκινήσει συνεδρίες. Σκέφτηκα να ζητήσω να πάω κι εγώ σε μία να μιλήσουμε λιγάκι, όμως πώς;! Δεν μου βγαίνει! Και φοβάμαι. Όχι, δεν πάω… Τόσα χρόνια νόμιζα ότι είμαστε δύο εντελώς αντίθετοι κόσμοι. Εγώ λατρεύω τα βιβλία, αυτός με το ζόρι διαβάζει το μάθημά του στη Γλώσσα. Εγώ μπορώ να συγκρατήσω πολλές πληροφορίες, αυτός με το ζόρι μία. Από προσανατολισμό δεν μπορώ να πω ότι τα πηγαίνω καλά, αλλά μπορώ να πάω στο δωμάτιό μου χωρίς να σκεφτώ ποιον δρόμο ν’ ακολουθήσω, αυτός όχι. Συμπτώματα όλα. Και οδηγήθηκε στο αποτέλεσμα αυτό από το άγχος. Άγχος γιατί κατέβαλε τόση μεγάλη προσπάθεια για να μας ευχαριστήσει, που δεν το άντεχε. Κι εγώ του φώναζα πως δεν διαβάζει βιβλία και έλεγα (αστειευόμενη φυσικά, αλλά σπάνια το καταλάβαινε κάποιος) ότι θα τον αποκληρώσω και ότι δεν μπορεί να είναι αδερφός μου! Ναι, τέτοια έκανα το τέρας!!! Ακόμη και την υπερευαισθησία του την θεωρούσα κομμάτι του χαρακτήρα του, πράγμα άτοπο όπως αποδείχτηκε. Σήμερα απέφευγα να του μιλήσω, να τον κοιτάξω και να’ μαι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του. Α! Έγινε και κάτι άλλο συνταρακτικό. Άφησα την μαμά μου να με πάρει αγκαλιά, χωρίς να τρέξω και χωρίς να την σπρώχνω. Όχι, δεν έριξα τις άμυνες μου. Αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ, γιατί πολύ απλά όταν είχε την ευκαιρία την έχασε και τώρα πάει… Απλά ένιωθα ότι χρειαζόταν μια αγκαλιά σήμερα. Σήμερα της είπαν ότι το καμάρι και λατρεμένο της παιδί, που ήταν γι’ αυτήν μια λύτρωση απ’ το «μη φυσιολογικό» προηγούμενό της σπλάχνο (όσο κι αν το αρνείται), έγινε κι αυτό κατά κάποιο τρόπο «μη φυσιολογικό». Βέβαια, το παρήγορο γι’ αυτήν (και για μένα, φυσικά) είναι ότι διορθώνεται. Με μερικές συνεδρίες με τον ψυχολόγο και λίγη στήριξη από μας, θα γίνει πάλι το τέλειο παιδί. Και πολύ καλά θα κάνει, γιατί τον χρειάζονται στο σπίτι. Τύψεις, λοιπόν. Τύψεις και πάλι τύψεις. Τύψεις που συνέβαλα κι εγώ σ’ αυτό. Τύψεις που του φώναζα συνέχεια. Τύψεις που τον έκανα να νιώθει μειονεκτικά και τύψεις που στέρησα απ’ τους γονείς μου τον τέλειο γιο, έστω και για λίγο, γιατί ήταν μια ανακούφιση για μένα να ξέρω τους προσφέρει όλα όσα δεν μπορούσα να τους δώσω εγώ… Πάλι, όμως, ξέφυγα… Το θέμα είναι ότι διορθώνεται κι ότι χθες κοιμήθηκα λίγο. Έκανα ένα μικρό διάλειμμα, γιατί από σήμερα…γυρίζουμε και πάλι στις παλιές συνήθειες. Στις παλιές κακές συνήθειες. Και πώς γουστάρω τα πιο μεγάλα ψέματα στα πιο αθώα βλέμματα. Όλη μου η ζωή συνένοχη και πώς γουστάρω κάτι απογεύματα με καφέ και τσιγάρο… Α, ρε Μιλτιάδη… Άρχισα πάλι τις ασυναρτησίες. Φεύγω… Καληνύχτα

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

στην κ.Ζ. και στο λαλίστατο πουλάκι!;)



Γιατί, ε; Ρωτάτε γιατί… Να γιατί, λοιπόν. Όσα παιδιά θέλουν να περάσουν νομική, θέλουν να μπουν στο διπλωματικό σώμα. Δεν έχω συναντήσει ούτε ένα που να τα κατάφερε. Όσα παιδιά θέλουν να πάνε Πολυτεχνείο, θέλουν να δουλέψουν για μεγάλες εταιρίες στο εξωτερικό. Δεν έχω συναντήσει ούτε ένα που να έμεινε εκεί. Τι είναι αυτό, λοιπόν, που μου λέει ότι εγώ θα τα καταφέρω;! Να, λοιπόν, αυτό τρέμω. Την αποτυχία. Και τρέμω και κάτι άλλο… (αυτό το τρέμω πιο πολύ). Τρέμω ότι θα χάσω γενικά όλους όσους αγαπώ και ειδικά εσένα… Απάντησα, λοιπόν, στην ερώτησή σου κ. Ζ. κι σε σένα λαλίστατο πουλάκι-ταχυδρόμε; Συγχωρέστε μου τον επιθετικό, ίσως, τόνο, όμως τα νεύρα μου δεν είναι καλά τελευταία. Όχι, δεν έχω θυμώσει με κανέναν απ’ τους δυο σας. Το αντίθετο. Είναι, τελικά, πολύ γλυκό να νοιάζονται για σένα… Έστω κι έτσι…

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

Κάτι σκόρπισε στο δρόμο...

Photo by Dimitra Car Photography
Πάλι δεν μπορώ να κλείσω μάτι...Έτσι, δεν μου μένει τίποτα άλλο παρά να κάνω έναν απολογισμό της ημέρας (μπορεί και της εβδομάδας...όπως μου βγει). Το μυαλό μου έχει σκορπίσει. Δεν πάω καθόλου καλά τελευταία. Απ' τη μια τριγυρνάω στους διαδρόμους σαν χαμένο, χωρίς να ξέρω πού πάω και τελικά πηγαίνω, εκεί που ναι μεν ήθελα να πάω, αλλά δεν έπρεπε... Μπέρδεμα, ε; Ε, λοιπόν, σωσιβιάκι μου έτσι είναι τα πράγματα μέσα στο μυαλό μου. Μπερδεμένα. Πλησιάζει ο καιρός κι αρρωσταίνω μόνο στην σκέψη... Ξέχασα τα παπούτσια μου στη σχολή χορού! Σκατά... Τώρα θα τα πάρω από Δευτέρα... Ξέχασα να δώσω και στον Θάνο τα φυλλάδια. Σκατά στο τετράγωνο! Κι αμέσως τα σκατά υψώνονται στον κύβο... Ήξερα ότι έχω δίκιο, ακόμα το ξέρω. Όμως πόσο αμείλικτος να είσαι, πόσο αμείλικτη να είμαι μπροστά σ' ένα ζευγάρι δακρυσμένα μάτια;! Όχι πολύ... Κι όμως, έγινα σκύλα. Και φτάνει στο τέλος της αυτή η εβδομάδα κι αισθάνομαι ότι δεν έχω κερδίσει τίποτα. Μόνο ένα ωραίο βιβλίο διάβασα κι αυτό στα γρήγορα για να προλάβω και τα φροντιστήρια. Και νιώθω πως θα σκάσω και πως θέλω να σου τα πω όλα κι όμως δεν μπορώ. Κι ύστερα είναι κι αυτές οι ξαφνικές αδιαθεσίες που με τρομάζουν. Και τα πόδια μου κόβονται μόλις ανέβω τις σκάλες και ολόκληρο το δωμάτιο φέρνει σβούρες μόλις κουνήσω το κεφάλι κι εκείνος ο πονοκέφαλος δεν λέει να μ' αφήσει. Κι ένα σωρό ερωτήσεις... Σημαντικές και μη. Γιατί τα ακουστικά μου να μην βρίσκονται ποτέ στη θέση τους όταν τα χρειάζομαι;! Γιατί οι τιράντες του σουτιέν να κόβονται όταν τις έχεις πραγματικά ανάγκη και γιατί το laptop να μένει από μπαταρία;! Γιατί να μην μπορώ να σου μιλήσω και γιατί να μην μπορώ να κοιμηθώ; Κι έχω αυτήν την αίσθηση πως ζω κάθε μέρα την ίδια σκηνή. Και δεν έχω τίποτα καινούριο να περιμένω και τίποτα καινούριο ή παλιό να ελπίζω. Και νιώθω την ανάγκη, τώρα πιο πολύ από ποτέ, να ξαπλώσω στο κρεβάτι, να πάρω τον διαλυμένο μου αρκούδο αγκαλιά, να κοιμηθώ και να μην ξυπνήσω ποτέ. Να βυθιστώ στο σκοτάδι του δωματίου μου και να μην σηκωθώ από εκεί γιατί υπάρχει κίνδυνος να σκοντάψω στην πορτοκαλί μου τσάντα, στις πιτζάμες, στα ρούχα, στο μπουφάν, σ' εκείνο το γκρι παλτό, στα βιβλία, στην λαδί την τσάντα, στο μαξιλάρι, στις κολόνιες... Να μείνω μια ζωή ξαπλωμένη σ' ένα κρεβάτι με παντζούρια κλειστά, παράθυρα κλειστά, μάτια κλειστά... Γιατί να μην υπάρχει κάτι σαν "ήχος κλήσης" στο κινητό που όταν βάζεις τα ακουστικά να μην ακούς τίποτα. Να καλύπτει τη φασαρία και τις ομιλίες και να ζεις στην απόλυτη σιωπή. 26% η μπαταρία του laptop. Πρέπει να κλείσω. Κι αν δεν βρω τ' ακουστικά μου μάλλον θα μείνω ξάγρυπνη όλο το βράδυ... Και σου επέστρεψα το βιβλίο και δεν έχω τι να διαβάσω... Παραλήρημα... Για μια ακόμη φορά, καληνύχτα κι όνειρα γλυκά. Αν μπορείς, δες κι ένα όνειρο για μένα και πες ψιθυριστά, όχι από μέσα σου, πως αυτό το αφιερώνεις σε μένα...

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

Θρύψαλα



Η νικοτίνη έχε κατακλείσει τα πνευμόνια μου και τα μαλλιά μου έχουν ποτίσει απ’ τη μυρωδιά του τσιγάρου. Το κάψιμο στο δεξί, πάνω μέρος του κεφαλιού μου με τσούζει και οι ρίζες του φτάνουν βαθειά μες στο μυαλό μου και το καίνε. Τότε είναι που αρχίζει ο πιο παλαβός διάλογος της ζωής μου…

-Εσύ φταις!
-Φταίω, όσο φταις κι εσύ!
-Όχι, όχι! Αν δεν με είχες γεμίσει όνειρα, φιλοδοξίες κι αυτές τις ανόητες ιδεολογίες δεν θα πνιγόμουν τώρα με τα ίδια μου τα δάκρυα!
-Αν δεν πνιγόσουν στα ίδια σου τα δάκρυα, δεν θα είχες ανάγκη να μου μιλήσεις, άρα δεν θα υπήρχα. Καθένας φροντίζει για τον εαυτό του. Ακόμα κι εγώ…
-Με χρησιμοποίησες δηλαδή;!
-Ο ένας χρησιμοποίησε τον άλλο. Εγώ για να υπάρξω κι εσύ για να ζήσεις.
-Μα δεν ζω.
-Ούτε κι εγώ υπάρχω.
-Πώς γίνεται αυτό;
-Ποιο;
-Έλα τώρα! Ξέρεις τι εννοώ! Πώς γίνεται να’ σαι σοφότερη από μένα;
-Μα δεν είμαι!
-…
-Βλέπεις πόσο εγωπαθέστατο πλάσμα είσαι;! Σ’ αρέσει να τ’ ακούς!
-Είμαι όσο εγωπαθής είσαι κι εσύ!
-Καλά, λοιπόν! Τότε, άκου! Δεν είμαι σοφότερη από σένα, γιατί απλά δεν υπάρχω. Εσύ μου δίνεις μορφή στο πέρασμά σου και λογική με το νου σου. Είμαι όσο σοφή ή έξυπνη ή οτιδήποτε άλλο θέλεις, όσο είσαι κι εσύ!
-Μάλιστα… Και τώρα τι κάνουμε;
-Τι κάνουμε;
-Αυτό σε ρώτησα κι εγώ!
-Ότι ξέρεις εσύ, ξέρω κι εγώ…
-Ναι, ναι! Το’ πιασα! Φτάνει!
-Τώρα, λοιπόν, τίποτα. Περιμένουμε. Όπως κάναμε πάντα. Περιμένουμε και προσπαθούμε να εντυπωσιάσουμε…
-Πάψε!
-Τι συμβαίνει;
-Ξέρεις τι συμβαίνει! Φτάνει! Δεν θα σ’ αφήσω να δηλητηριάσεις άλλο την ψυχή μου! Δεν θα σ’ αφήσω να προφέρεις αυτές τις λέξεις!
-Μα ξέρεις τι θα πω!
-Πάψε, είπα!  Πώς να σε κάνω να πάψεις;!
-Κι αυτό το ξέρεις… Το θέμα, όμως, είναι αν έχεις τη δύναμη να το κάνεις. Εγώ λέω πως δεν μπορείς. Δεν μπορείς να με διώξεις. Δεν μπορείς να διώξεις αυτό που σε κάνει να ζεις.
-ΜΑ ΔΕΝ ΖΩ!!!
-Έστω… Αυτό που σε κάνει να υπάρχεις. Κι όσο γι’ αυτό…δεν μπορείς να το αρνηθείς, γιατί χωρίς εμένα θα ήσουν απλά…εσύ.
-Τι παριστάνεις;
-Τον ναυαγοσώστη, μάλλον.
-Τότε, μάλλον, δεν κάνεις καλά τη δουλειά σου, γιατί ακόμα νιώθω πως πνίγομαι!
-Μα αυτή είναι η δουλειά μου. Να σου δίνω μια ανάσα λίγο πριν πεθάνεις και να σ’ αφήνω να πνίγεσαι τον υπόλοιπο καιρό.
-Και γιατί τέτοιο μίσος, εαυτούλη μου;
-Ξέρεις… Ξέρεις πολύ καλύτερα από μένα, γιατί μέχρι και σε μένα ντρέπεσαι να τ’ ομολογήσεις. Γιατί ξέρεις πως εσύ φταις! Εσύ φταις κι όχι εγώ!
-Αν εσύ με βοηθούσες, τίποτα δεν είχε γίνει!
-Ουφ, σε βαρέθηκα! Έτσι κάνεις πάντα! Ρίχνεις το φταίξιμο αλλού! Αν ήθελες τη βοήθειά μου, θα την είχες γυρέψει! Όπως και τώρα! Αν ήθελες την βοήθειά του, θα του μιλούσες και θ’ άφηνες πίσω τις φτηνές δικαιολογίες! Όμως, τότε, έτσι και τώρα, προτίμησες να με αγνοήσεις και ορίστε τώρα που φτάσαμε! Εσύ να πνίγεσαι στα δάκρυά σου, αυτός να ζει στην αιώνια σιωπή, κι εγώ… Εγώ διχασμένη κάπου στο ενδιάμεσο. Απ’ την μια να σώζω εσένα, αλλά όχι εντελώς, κι απ’ την άλλη να του μιλάω, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
-Θα σταματήσεις, επιτέλους, τον μονόλογο;!
-Στο χέρι σου είναι…
-Ναι, πράγματι.
-Όχι! ΟΧΙ! ΜΗ! Μη σβήνεις το φως! Πάλι τρέχεις να κρυφτείς!!! Ξέρεις, όμως, πως κάποια στιγμή θα ξημερώσει και τότε θες δεν θες θα μ’ αντιμετωπίσεις πάλι και θα’ μια πιο σκληρή και πιο αμείλικτη…
-Κοιμήσου για λίγο. Για μια φορά στη ζωή μας, άφησέ μας να κάνουμε έναν ήσυχο ύπνο. Καληνύχτα…
-Δεν θα βάλεις ποτέ σου μυαλό, τελικά…
-Ούτε κι εσύ!
-Καληνύχτα! Αύριο είναι η μεγάλη μας μέρα… Πάλι γι’ αυτόν γράφεις.
-Όνειρα γλυκά, μικρή! Πάντα γι’ αυτόν γράφω…

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Some Jars Of Marmalade

Πάλι κάπως αργά γράφω… Πάλι μαζεύτηκαν ένα σωρό πράγματα που θέλω να πω, ένα σωρό πράγματα που με πνίγουν, αλλά από πού ν’ αρχίσω; Ας ξεκινήσω από την αναμονή… Αυτήν την αναμονή που με σκοτώνει (και ποιον δεν σκοτώνει θα μου πεις;). Μια βδομάδα πέρασε περίπου. Έπρεπε να το’ χω πάρει απόφαση, όμως όχι. Εγώ εκεί, να επιμένω. Χιλιάδες αριστερά κλικ του ποντικιού μου, χιλιάδες «επισκέψεις» κι άλλες τόσες αναγνώσεις. Ξέρω ότι το έλαβες το μήνυμα, όμως, έχει αρχίσει να μην μου είναι αρκετό. Ανάμεσα σ’ αυτές τις άπειρες «επισκέψεις», ήταν αναμενόμενο να διαβάσω κάτι που θα μ’ ενοχλήσει. Κι ύστερα εκείνο το χαμόγελο μέχρι τα αυτιά κι η πιο γλυκιά καλημέρα που έχω ακούσει, μ’ έκαναν να χαμογελάσω λιγάκι. Ένα χαμόγελο τόσο πλατύ όσο το δικό σου, όμως από μέσα μου, γιατί στα χείλη μου σχηματίστηκε, ξανά, ένα υποτονικό χαμόγελο, που θα έλεγε κανείς ότι το έφτιαξα από ευγένεια και μόνο. Μα δεν είναι έτσι. Ώρες-ώρες θέλω τόσο πολύ να τρέξω και να στο φωνάξω. Να το μάθεις κι εσύ και όλοι. Όμως, είπαμε… Θα τα μάθεις όλα αργότερα.

Πήρα σήμερα την Κάτια τηλέφωνο. Είπα είμαι που είμαι σκατά, τι πειράζει να γίνω λίγο χειρότερα; Φυσικά, η ανόητη δεν σκέφτηκα ότι μπορεί να κοιμάται, οπότε το σήκωσε η Ελίζα. Άουτς! Αμηχανία. Δεν ήξερα τι να πω. Ούτε γεια δεν κατάφερα να ψελλίσω κι αυτή λες και κατάλαβε ποιος είναι, ένιωθα την ανάσα της όλο και πιο απειλητική. Λες και θα περνούσε το χέρι της απ’ το ακουστικό για να με στραγγαλίσει. Μ’ αυτή τη σκέψη έμεινα για λίγο ακόμα στο ακουστικό κι όταν πια το πήρα απόφαση ότι δεν πρόκειται να δω κανένα χέρι να ξεπετάγεται της ψιθύρισα ένα: «Συγγνώμη» κι έκλεισα. Είχα δύο επιλογές. Να μείνω σπίτι (στο δωμάτιό μου συγκεκριμένα), να χωθώ κάτω απ’ την κουβέρτα (ακόμα κι αν η μάνα μου έχει το καλοριφέρ στους 200 βαθμούς!!!), να πάρω τον αρκούδο μου μια σφιχτή αγκαλιά και, αν μπορώ, να σκάσω απ’ το πολύ το κλάμα. Ή να πάω να χορέψω, βγάζοντας όλη αυτήν την περισσευούμενη οργή, ενώ θα το παίζω χαρούμενη κι ανέμελη. Έκανα το δεύτερο. Σήμερα χόρεψα. Νομίζω ότι από σήμερα μπορώ να χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη. Ήταν η πρώτη φορά σ’ αυτούς τους 4 μήνες (Ναι, ναι, είμαι επαγγελματίας χορεύτρια! Όχι παίζουμε!), που ένιωσα ότι χόρεψα με την ψυχή μου (κι ας χορέψαμε τον πανάθλιο Ρουβά!:)).

Γύρισα σπίτι, λοιπόν, όμως ένιωθα το στομάχι μου να έχει δεθεί κόμπο. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΛΑΡΩΣΩ ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ!!!!!! Πήγα μέχρι το ψυγείο (κλασσική κίνηση!:P), κι έβαλα να πιω ένα ποτήρι γάλα. Oh yes! I needed it like sheet! Κι έτσι όπως πήγαινα να κλείσω την πόρτα, ακούω απ’ το επάνω ράφι τη μαρμελάδα να μου μιλάει: «Φάε μεεεεεεεεεεεεεεεε………….. Φάε μεεεεεεεεεεεεεεεεεεε………». Χαλάω εγώ χατίρι στις μαρμελάδες (ειδικά όταν είναι και σπιτικές);! JAMAIS!!! Έτσι κατέληξα στο δωμάτιό μου με δυο βαζάκια μαρμελάδας αγκαλιά κι ότι φρυγανιά, ψωμί και παξιμάδι είχαμε στο σπίτι. Τι διατροφή και ανοησίες… Εδώ μιλάμε για την απόλυτη χαλάρωση!!! Φυσικά, υπήρχαν και απώλειες απ’ αυτή τη μάχη με τα πιρούνια, τα κουτάλια, τα μαχαίρια, τα δάχτυλα (γιατί ως γνωστόν αν δεν φας μαρμελάδα με το δάχτυλο, δεν την απολαμβάνεις!), κι ότι άλλο έβρισκα μπροστά μου! Τρομερές απώλειες! Το πληκτρολόγιο και το ποντίκι κολλάνε καλύτερα κι από κόλλα στιγμής. Pretty disgusting. I know. Δεν βαριέσαι, όμως. Αύριο μέρα είναι… Θα καθαρίσουμε. Αν, βέβαια, δεν τα έχουν φάει τα μυρμήγκια, οι κατσαρίδες και τα λοιπά, γνωστά και πολυαγαπημένα έντομα!, μέχρι τότε!

Finito la musica. Passato la fiesta

Υ.Γ.1 Αισθάνομαι ότι γράφω, κάθε μέρα όλο και πιο πολύ, μόνο για σένα…. Για σένα μόνο, που λέει κι ο φίλος Κορκολής. Τυχαίο; Δεν νομίζω! (Ξέρω, ξέρω. Είμαι θεοπάλαβη. Δεν έχεις καταλάβει τίποτα. Πραγματικά τίποτα! Όμως είμαι σίγουρη ότι έχεις ένα από εκείνα τα υπέροχα χαμόγελα στα χείλη σου. Δεν πειράζει. Φτάνει που κατάλαβα εγώ. Καληνύχτα σου…)
Υ.Γ.2 Σχετικά με την ταινία («ο άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν»). Ξέρω είμαι αδικαιολόγητη!!!! Μπορείτε να με βρίσετε όσο θέλετε!!! Να πω για μία ακόμα φορά ότι δεν το ξέχασα!!! Αλήθεια! Απλά δεν θέλω να το βάλω μαζί με κάποια απ’ τις ανόητες εξομολογήσεις μου. Είναι πιο σοβαρό απ’ αυτές και θέλω να έχει τη δέουσα προσοχή κι από σας κι από μένα…. So its a promise!!! Μόλις βρω χρόνο, θα την κάνω την ανάρτηση!

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

Στον άγνωστο γνωστό μου

 Η φωτογραφία είναι από την Dimitra Car's Photography...


Απόψε γράφω για σένα. Ούτε για μένα, ούτε για κανέναν άλλο. Μόνο για σένα. Απόψε γράφω έχοντας αποκτήσει, προσωρινά πάντα, μια ικανότητα να προβλέπω το μέλλον. Ναι, το μέλλον. Όχι, δεν διάβασες λάθος, ούτε αποφάσισα να γίνω μέντιουμ, ούτε τρελάθηκα (ή τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω). Δεν έγινε, λοιπόν, τίποτα από τα παραπάνω. Αυτό που έγινε είναι ότι έσπαγα το κεφάλι μου να βρω έναν τρόπο για να νιώσω λίγο καλύτερα, αλλά χωρίς να σε βαρύνω περισσότερο. Ειδικά τώρα, που περνάς δύσκολα κι είμαι μεν στο πλάι σου, αλλά χωρίς να με χρειάζεσαι.

Θα με ρωτήσεις πάλι την επόμενη φορά που θα με δεις (και θα είναι σύντομα, ευτυχώς) : «Τι έχεις;». Κι εγώ θα σου απαντήσω μ’ ένα ψεύτικο χαμόγελο στα χείλη: «Τίποτα». Θα με κοιτάξεις στα μάτια και θα καταλάβω ότι δεν έχεις πειστεί. Κάθε φορά που θα με ρωτάς, η απάντηση θα είναι η ίδια: «τίποτα». Αυτό που εύχομαι είναι να με ρωτάς για πολλά πολλά πολλά χρόνια ακόμα, κι ας είναι ίδια η απάντηση. Κάποτε θα μάθεις. Λίγο πριν το τέλος, θα σου τα πω όλα. Κι αν τα πράγματα δεν γίνουν έτσι και χαθούμε, (δηλαδή εγώ θα χαθώ, θα εξαφανιστώ, χωρίς να δίνω σημεία ζωής) μην νοιάζεσαι. Δεν θα ξέρεις πού είμαι, όμως, θα μπορείς να με βρεις πανεύκολα. Ξέρεις πού; Δεν σου πάει το μυαλό, ε; Εδώ μέσα, βρε χαζέ! Στα Απύθμενα Νερά μου (τώρα αισθάνομαι ότι μπορώ να χρησιμοποιώ την κτητική αντωνυμία: «μου»). Κι όταν θα μ’ έχεις πια ξεγράψεις (ίσως να μ’ έχεις ξεχάσει κιόλας, γιατί τι είμαι κι εγώ; Άλλη μία «διαφορετική», όπως με χαρακτήρισες πέρυσι, ανάμεσα στους τόσους διαφορετικούς), θα έρθω να σε βρω. Θα έχεις και παιδιά, ίσως δύο κοριτσάκια. Θα εκπλαγείς, στην αρχή δεν θα με γνωρίσεις, αλλά μετά θα χαρείς που θα με δεις. Θα καθίσουμε στο σαλόνι και θα με ρωτήσεις για τη ζωή μου. Θα σε παρατηρώ προσεκτικά, και θα διαπιστώσω ότι δεν άλλαξες καθόλου και θα σε ερωτευτώ ξανά απ’ την αρχή, για τελευταία φορά. Θα με ξαναρωτήσεις για τη ζωή μου, κι ενώ περιμένεις τη συνηθισμένη απάντηση: «τίποτα», θα σε ξαφνιάσω και θα σου τα πω όλα απ’ την αρχή. Ίσως και να κλάψω. Ναι, σίγουρα θα κλάψω. Μαζί σου αισθάνομαι ο εαυτός μου και αφήνομαι ελεύθερη. Τότε, θα σου δώσω ένα φιλί, και είμαι σίγουρη ότι θα είναι το ωραιότερο φιλί που θα έχω πάρει ποτέ, και θα φύγω, ενώ εσύ θα έχεις μείνει εμβρόντητος.

Ύστερα θα εξαφανιστώ ξανά, απολαμβάνοντας τη γεύση που θα έχει το φιλί σου σε συνδυασμό με τα δάκρυα. Κι όταν πια στερέψω, λίγο πριν φύγει η γεύση από τα χείλη μου, θα δώσω ένα τέλος σ’ όλο αυτό. Εσύ μάλλον δεν θα το μάθεις σύντομα. Θα σου έχω ήδη ταχυδρομήσει το βιβλίο που θα’ χω γράψει με μια αφιέρωση (την οποία ποτέ δεν τόλμησα να ζητήσω), που θα λέει:

«Σου αφήνω την ζωή μου,
τα κομμάτια της ψυχής μου,
ή τουλάχιστον ότι απέμεινε απ’ αυτά.
Φύλαξέ τα κάπου υγρά και ήσυχα
για να είμαι σίγουρη ότι βρίσκομαι
στα Απύθμενα Νερά μου κι
ότι κανείς δεν θ’ ακούσει τις Σιωπηλές Κραυγές μου,
παρά μόνον εσύ…»

Θα χαμογελάσεις, μάλλον και θα το βάλεις στην άκρη για να το διαβάσεις όταν μπορέσεις. Όταν θα’ ρθει εκείνη η ώρα, θα το διαβάζεις, ενώ παράλληλα θα σημειώνεις ορισμένες παρατηρήσεις και θα διορθώνεις τις ανορθογραφίες μου. Κι όταν πια το τελειώσεις θα σε περιμένει ένα μικρό χαρτάκι, όπου θα σου υπενθυμίζω πόσο πολύ σ’ αγαπάω, θα σου ζητάω να μου συγχωρέσεις τόσο τις ασάφειες, όσο και τα τυχόν εκφραστικά λάθη, τονίζοντας πως καμιά ψυχή δεν είναι τέλεια. Τέλος, θα σε ενημερώνω ότι το τέλος που σου έλεγα έχει ήδη έρθει. Ίσως πριν από κάποιους μήνες ή και χρόνια, δεν ξέρω. Όμως, θα σου πω ότι δεν θέλω να χύσεις ούτε μια σταγόνα δάκρυ για μένα, γιατί έζησα μια ζωή γεμάτη. Ίσως όχι όπως θα την ήθελα, αλλά γεμάτη. Γεμάτη από ωραία βιβλία, ωραία ξενύχτια, ωραία μεθύσια, ωραία χαρτιά που γέμιζαν με την πάροδο του χρόνου, ωραία ποτά, ωραίες αναμνήσεις κι ωραία όνειρα με τ’ άπιαστο είδωλό σου. Θα λυπηθείς, ίσως και να τα βάλεις με τον εαυτό σου που δεν κατάλαβες τίποτα, όμως θα σου περάσει και θα συνεχίσεις τη ζωή σου. Κι εγώ… Εγώ θα σε βλέπω από ψηλά και θα σ’ ονειρεύομαι. Θα συνεχίσω να σ’ ονειρεύομαι, όχι για πολύ, μόνο για μια αιωνιότητα…

Υ.Γ.1 Συγχώρα με που σου γράφω με τέτοια οικειότητα, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.
Υ.Γ.2 Είμαι λιγουλάκι μεθυσμένη, οπότε συγχώρα και τα εκφραστικά λάθη.
Υ.Γ.3 Άσχετο, αλλά είχα υποσχεθεί μια ανάρτηση για την ταινία: «Ο Άνθρωπος Που Ενόχλησε Το Σύμπαν». Θα κάνω. Δεν το ξέχασα, απλά προέκυψαν άλλα…