Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Δεν αλλάζουν οι άνθρωποι,μάτια μου


Αναθεματισμένες νύχτες. Ξέρεις ποιες λέω… Κάτι νύχτες που η ησυχία είναι τόσο τρομακτική που θέλεις ν’ ανάψεις μέχρι κι εκείνη την λάμπα στον διάδρομο που τρεμοπαίζει. Κι εγώ το κάνω. Την ανάβω και περιμένω. Κάποια στιγμή, όμως, τα φώτα σβήνουν και μένω μέσα στο σκοτάδι, προσπαθώντας στην αρχή να προσαρμόσω τα μάτια μου στο μαύρο. Κι όταν το καταφέρω, κουρνιάζω στην άκρη του καναπέ – σ’ εκείνη που μισώ, όμως, όχι στην άλλη – και περιμένω ν’ απαγγελθούν οι κατηγορίες. Χωρίς κανένα έλεος, λοιπόν, πέφτουν βροχή στο πάτωμα, και στον καναπέ, και πάνω μου και τελικά τις αναγνωρίζω όλες κι αυτές δεν σταματάνε μέχρι να ξημερώσει. Τότε αλλάζω θέση στον καναπέ, κάθομαι για λίγο στην άλλη άκρη μέχρι να συνέλθω και πηγαίνω στο κρεβάτι. Και δεν με πειράζει που πια δεν κοιμάμαι καθόλου τα βράδια. Μόνο να, είναι κάτι που με βασανίζει. Κάτι που δεν θα καταλάβω ποτέ, αλλά ούτε και πρόκειται να αποβάλω. Δεν μπορώ να πω ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Υπάρχει κάτι, όμως, που μ’ εμποδίζει να χαρώ, μ’ εμποδίζει να το ζήσω. «Είναι αυτή η μόνιμη κατάθλιψη που έχετε εσείς οι συγγραφείς». Έτσι μου ‘χε πει ένα απόγευμα η Βάσω, μετά από ένα κουτί τούρτα παγωτού. Παραμύθιασα, λοιπόν, τον εαυτό μου ότι τάχα μας πείραξε το γλυκό και δεν έδωσα συνέχεια. Όμως, δεν είχε κι άδικο. Υπάρχει «κάτι» μέσα μου…πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει, γιατί δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, μάτια μου. Αλλάζουν οι καιροί, κι οι καταστάσεις, κι ο κόσμος γύρω μας, κι ο κόσμος μακριά μας… Μα εσύ, κι εγώ και όλοι μένουμε ίδιοι. Μένουμε ίδιοι στους αιώνες των αιώνων – χωρίς «αμήν». Κι η μονιμότητά μας αυτή μας φθείρει και κουράζει. Βαλτώνουμε με τον καιρό και τρέχουμε στο άγνωστο, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να ξεφύγουμε απ’ το γνωστό. Μα το «γνωστό» το κουβαλάς μέσα σου, το σέρνεις στους χωματόδρομους που τρέχεις, το βουλιάζεις στους βρώμικους βάλτους που βουτάς, το γδέρνεις στις άκρες των βουνών που σκαρφαλώνεις και τελικά το αγκαλιάζεις ηττημένος. Το αγκαλιάζεις είτε τ’ αγαπάς είτε όχι. Το αγκαλιάζεις γιατί δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, μάτια μου…

ΥΓ. Μετά από πολύ καιρό, έγραψα πρώτα σ’ ένα φύλλο χαρτί. Πόσο εύκολα την ξεχνάμε την αξία της μουτζούρας.


 "Σταματήσαμε να ψάχνουμε για τέρατα κάτω απ'το κρεβάτι μας, όταν καταλάβαμε ότι βρίσκονται μέσα μας."

1 σχόλιο:

Γιάννης είπε...

Τέρατα είμαστε εμείς οι ίδιοι όταν σκοτώνουμε την ψυχή μας.