Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Στην υγειά μας


Τι μέρα κι η σημερινή;! Και δεν είναι το πώς και το γιατί, ούτε το πότε πεθαίνει ένας άνθρωπος. Είναι που χάνεις τον άνθρωπό σου. Είναι που ταράζεται ο κόσμος σου. Είναι μερικοί άνθρωποι που τους έχει πλάσει άφθαρτους μες στο μυαλό σου. Λες και δεν θα φύγουν ποτέ, ακριβώς επειδή ήταν εκεί από πάντα. Με την μεγάλη κοιλιά, το άσπρο μουστάκι, τα μεγάλα γυαλιά και τα πράσινα μάτια. Με την αιώνια συνήθεια, ακόμα και τις τελευταίες του ώρες, να βάζει τα πράγματα σε τάξη. Τα τσιγάρα του, από πάνω ο αναπτήρας, δίπλα τα γυαλιά, παραδίπλα το ποτήρι με το νερό και από πίσω του το ποτήρι με το τσίπουρο. Και πίνε τσίπουρα, και «στην υγειά μας», και πίνε ούζα, και «άσπρο πάτο». Και του ‘λεγα: «Να τρως, παππού. Έχεις χλομιάσει. Δεν τρως… Γιατί δεν τρως;». Και πράγματι δεν έτρωγε. «Έλα, άσε με εμένα τώρα. Κακό σκυλί, ψόφο δεν έχει… Τα δικά σου. Πότε θα δούμε την πρώτη σου ταινία;». Γέλια ξανά. «Γεια σου, ρε παππούκα…Άντε στην υγειά μας ξανά!». «Εβιτάκι, φτιάξε λίγο το κάλυμμα… Μπράβο. Λίγο ακόμα πιο ψηλά. Εκεί. Α! Και το τραπεζάκι, βρε κορίτσι μου. Να είναι κάτω απ’ το φωτιστικό. Μπράβο… Να ‘ρχεσαι να με βλέπεις. Όταν δεν έχεις τίποτα να κάνεις, να έρχεσαι να πίνουμε ουζάκι». «Θα ‘ρχομαι, παππού μου. Όποτε μπορώ θα ‘ρχομαι…» «Άντε, άσπρο πάτο!» «Παππού, έλα να φάμε κάτι… Σε παρακαλώ. Έχεις και την καρδιά σου.» «Τίποτα δεν έχω! Μια χαρά είμαι. Τα ξέρουν όλα οι γιατροί νομίζεις… 113 θα φτάσω, όπως η γιαγιά μου!». Κι, όμως, τρεις μέρες πριν άλλος άνθρωπος… Μου έσφιξε το χέρι, με κοίταξε μ’ ένα απεγνωσμένο βλέμμα και μ’ ότι δύναμη του είχε απομείνει μου ψιθύρισε: «Θέε μου, τι ντροπή…Θέλω να φύγω από ‘δω. Αύριο θέλω να φύγω…» «Καλά, παππού μου, θα τους πω να ετοιμάσουν το εξιτήριο». Κι εγώ δεν είπα τίποτα… Μα αυτός βρήκε τρόπο κι έφυγε. Και σήμερα, πιο όμορφος από ποτέ, με το κουστούμι του και μια έκφραση απόλυτης ηρεμίας στο πρόσωπό του. Του χτένισα τα μαλλιά, γιατί ποτέ δεν θα επέτρεπε να τον δει τόσος κόσμος αχτένιστο, έκοψα ένα απ’ τα αγαπημένα του λουλούδια και του το έβαλα στο πέτο… Και φυσικά, δεν θα μπορούσαν να λείπουν τα τσιγάρα του… Τα έβαλα κι αυτά στην τσέπη του, μαζί με τον αναπτήρα κι όλα ήταν έτοιμα. Χωρίς αποσκευές και μ’ ένα σωρό από γνωστούς και φίλους να τον αποχαιρετούν, ξεκίνησε. Δεν έχω, λοιπόν κι εγώ τίποτα άλλο να προσθέσω, παρά μόνο αυτό: Καλό σου ταξίδι, παππούκα μου. Να μου φιλήσεις τις γιαγιάδες…Στην υγειά μας...

2 σχόλια:

~reflection~ είπε...

Σε βρήκα λοιπόν....

Ήδη εντάχθηκες στους "Νέους στη συντροφιά των Τσιγγάνων!"...

Φιλί......

Flying.High.Dead.Angel είπε...

Χαίρομαι πολύ! :) Αν και λίγο καθυστερημένα, ευχαριστώ κι ανταποδίδω! :)