Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

"Ύστερα ανακαλύψανε και τις πυξίδες για να πεθαίνουνε κι αλλού, και την απληστία για να μένουν νεκροί για πάντα"

 Ε, λοιπόν φίλε μου ξέρεις τι χρειάζεσαι? Χρειάζεσαι μια μεταμόσχευση εγκεφάλου, μήπως και αποκτήσεις λίγο μυαλό. Και ξέρεις και τι άλλο χρειάζεσαι? Χρειάζεσαι μια μάγισσα να 'ρθει και ν' αλλάξει τα πάντα στη ζωή σου. Να φτιάξει ένα από εκείνα τα μαγικά της φίλτρα, να σου το δώσει να το πιεις και μετά να μπεις εσύ στη θέση τη δική μου. Και χρειάζεσαι και λίγη φαντασία. Μα πού στο διάολο πήγε όλη η φαντασία σου? Κοιτάς στον ουρανό και βλέπεις μόνο σύννεφα. Ούτε ένα μανιτάρι, ούτε ένα λιοντάρι, ούτε καν έναν στρατιώτη που φοράει πανοπλία και καπνίζει δεν μπορείς πια να διακρίνεις...Μεγάλωσες. Άλλαξες. Ωρίμασες. Όχι, δεν είναι όμως αυτό. Κι εγώ μεγάλωσα, κι εγώ άλλαξα, κι εγώ ωρίμασα, όμως βλέπω ακόμα περίεργα πλάσματα να σχηματίζονται στα σύννεφα. Φτιάχνω ακόμα μικρές κατασκευές από φύλλα, ή μικρά ξύλα. Κόβω ακόμα λουλούδια και τα κρύβω στα πιο αγαπημένα μου βιβλία για να τα βρω κάποια μέρα και να δακρύσω. Εσύ, όμως? Τι σου συνέβη, φίλε μου? Τι άλλαξε? Τι σε άλλαξε? Δεν θυμίζεις σε τίποτα τον εαυτό σου. Μόνο τα κλαδιά από τα δέντρα της αυλής σου συνεχίζεις να κόβεις όπως έκανες παιδί κι είναι το μόνο που με βοηθάει να σε αναγνωρίζω. Κι εκείνη η σχεδία που είχαμε φτιάξει όταν ήμασταν παιδιά... Άραγε την έχεις καταχωνιάσει κάπου ή την έσπασες σε κομματάκια και την έριξες στο τζάκι του καινούριου σου σπιτιού? Και την σκηνή που φτιάξαμε από καλάμια? Κι εκείνη την διέλυσες? Ω, μα ναι... Αυτό το θυμάμαι κι εγώ. Νομίζω πως εδώ βοήθησα κι εγώ... Όμως, εγώ τουλάχιστον συνεχίζω να μιλάω στις γάτες και στους σκύλους και σ' εκείνα τα ψόφια ψάρια που βρίσκω στην ακτή. Ξέρεις, φίλε μου, τι άλλο χρειάζεσαι? Χρειάζεσαι κάποιον να σου θυμίσει τα παλιά. Να θυμηθείς τότε, που σκαρφαλώναμε στις ετοιμόρροπες σκεπές των παλιών σπιτιών και οι ένοικοι έβγαιναν τρομαγμένοι, νομίζοντας πως γίνεται σεισμός ή πως κάποιο γιγάντιο ποντίκι επιτίθεται στο σπίτι τους. Ή εκείνα τα απογεύματα που ανεβαίναμε με τα ποδήλατα ως την άκρη ενός λοφίσκου, παίρναμε φόρα και βουτούσαμε με τα ποδήλατα στη θάλασσα. Ξέρεις, τι άλλο χρειάζεσαι, φίλε μου? Χρειάζεσαι κάποιον να σου δώσει πίσω την αθωότητα σου. Όλοι αυτό χρειαζόμαστε. Χρειαζόμαστε περισσότερες ώρες μέσα στην θάλασσα, κάτω απ' τον ήλιο μέσα στο μεσημέρι χωρίς ίχνος αντηλιακού, να παίζουμε με την σανίδα σου. Να σκαρφαλώνουμε σε βράχια, να με σπρώχνεις - δήθεν τυχαία- και να πέφτω στη θάλασσα, κάνοντας μούσκεμα τα ρούχα μου. Ξέρεις, τι άλλο χρειάζεσαι, παλιέ μου φίλε? Χρειάζεσαι εμάς. Μας χρειάζεσαι όλους και μας χρειάζεσαι τόσο, όσο σε χρειαζόμαστε κι εμείς. Να με κοροϊδεύεις γιατί δεν μπορώ να κάνω ποδήλατο χωρίς χέρια, όμως να μην αφήνεις άλλον άνθρωπο να το κάνει ούτε για αστείο. Χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον και μας χρειάζεται κι η γειτονιά. Να παίζουμε στην μπασκέτα που μας έφτιαξε ο παππούς μου από καδρόνια, να παίζουμε κλέφτες κι αστυνόμους στην απέναντι αυλή, να σηκώνουμε την γειτονιά στο πόδι απ' τις 5 και να κλείνουμε τον δρόμο κάθε φορά που παίζουμε ποδόσφαιρο. Χρειαζόμαστε τον Γιάννη πίσω και μια χαμένη παιδική ζωή. Τελικά, φίλε μου, καλέ μου φίλε, χρειαζόμαστε ένα θαύμα... 

Δεν υπάρχουν σχόλια: