Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

Στα όπλα!!!


Την υπόσχεση που είχα δώσει πριν 10 μέρες περίπου, την υλοποίησα. Τώρα, με τι ψυχική δύναμη; Κι εγώ η ίδια ακόμα απορώ. Μία από τις λίγες φορές που θέλω τόσο πολύ να γράψω, ελπίζοντας να ελαφρύνω λίγο την ψυχή μου, αλλά δεν έχω ιδέα πώς θα είναι η αρχή, η μέση και το τέλος. Τι να πρωτοπώ; Για τη θεία Ερμιόνη, που τη μια στιγμή μου μιλούσε για το πόσο υπέροχα περνούσαν στο Λονδίνο και την άλλη μου ζητούσε να τη θάψω όταν πεθάνει δίπλα στον αδερφό της; Που στη μέση μιας ιστορίας έκανε μία παύση, σχολιάζοντας πώς κατάντησε έτσι, και έπειτα από πέντε λεπτά θυμόταν τι ήθελε να πει; Ή μήπως να πω για το φλιτζάνι που κροτάλιζε στα χέρια της τόσο δυνατά και μ’ ενοχλούσε σαν σκουπίδι μέσα στο μάτι. Να πω για το σπίτι που νοικιάζει και δεν μπορεί να κοιμηθεί το βράδυ επειδή έχει σπασμένα παράθυρα; Τι να πω; Να πω για την Κάτια, που μόλις με είδε έβαλε τα κλάματα; Να πω για την κατάντια της, που με κάθε της συλλαβή έβγαινε κι ένα κομμάτι απ’ την ψυχή της; Να πω για τον πίνακα του Vahn Gogh, που δεν της άρεσε γιατί τον ζωγράφισε όταν είχε αρχίσει να χάνει το μυαλό του και γιατί είχε μουντά χρώματα; Να πω για το χαμόγελό της; Για τον τρόπο που έλαμπε το πρόσωπό της κάθε φορά που την κοιτούσα στα μάτια; Να πω για το χέρι της που το έσφιγγα μέσα στο δικό μου και το κοιτούσε τόσο επίμονα; Κι όταν τη ρώτησα «γιατί;», μου απάντησε ότι αφού δεν μπορεί πλέον να το αισθάνεται, θέλει τουλάχιστον να το βλέπει. Να πω για τον Στρουμπούλη, το γατί της, που όταν η Κάτια μου εκμυστηρεύτηκε ότι δεν είναι καλά κι έβγαλε μια κραυγή πόνου, ήρθε τρίφτηκε στα πόδια της και με κοιτούσε μ’ ένα βλέμμα γεμάτο μίσος που μου έλεγε καθαρά: «Φύγε! Εσύ φταις γι’ αυτό!»; Να πω για το πιάνο, που έχασκε εκεί θλιμμένο και σκονισμένο, σίγουρο πια πως δεν θα εκπληρώσει ποτέ το σκοπο του; "Σαν μαύρο φέρετρο κλεισμένο" . Να πω για την Ελίζα, που κρύφτηκε στο δωμάτιό της και βγήκε μόνο όταν εγώ είχα πλέον φύγει; Πάντα είχαμε μια διαμάχη, όμως τώρα τελευταία δεν θέλει ούτε να με βλέπει. Μάλλον, όχι άδικα. Να πω για τον Βασίλη, που μπήκε μέσα στο σπίτι μ’ ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά και με έσφιξε τόσο πολύ στην αγκαλιά του, σαν να ήθελε να μπει μέσα μου και να δραπετεύσει μαζί μου απ’ αυτό το σπίτι. Τον κοίταξα μ’ ένα βλέμμα γεμάτο συμπόνια, έχοντας γυρισμένη την πλάτη στην Κάτια κι όταν βρέθηκε κι αυτός στην ίδια θέση, μου ανταπέδωσε το βλέμμα στο δεκαπλάσιο. Έπρεπε να φύγω. Δεν άντεχα άλλο. Έφυγα, δίνοντας την υπόσχεση ότι θα περνάω κάθε Κυριακή να την βλέπω. Το πρόσωπό της έλαμψε για μία ακόμη φορά. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και τα δάκρυα πήραν τη θέση που τους αρμόζει στα μάτια μου. Να λοιπόν τι θα κάνω… Υποχώρηση για ανασύνταξη δυνάμεων κι έπειτα ξανά στην μάχη. Κι ύστερα ξανά και ξανά και ξανά… Ποια μάχη αναρωτιέστε; Τη δική μου με τον εαυτό μου, με την Θεία Ερμιόνη, με την Κάτια, την Ελίζα, τον Βασίλη… Της θείας Ερμιόνης με τα γηρατειά και το σπίτι χωρίς παράθυρα… Της Ελίζας με μένα… Του Βασίλη με το χαμόγελό του… Της Κάτιας με τον πίνακα του Vahn Gogh… Τη μάχη που δίνετε εσείς για να προσπαθήσετε να καταλάβετε εμένα… Τη μάχη ανάμεσα στον Θάνατο και τη Ζωή… Στα όπλα, λοιόν...

Δεν υπάρχουν σχόλια: