Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

...Ζωή & Ελένη...


   Ένα αρχοντικό μεγαλοπρεπές, αλλά παλιό και ετοιμόρροπο δέσποζε στην καρδιά ενός λόφου με θέα μια πανέμορφη λίμνη περικυκλωμένη από πλήθος μαγαζιών. Στο εσωτερικό του σπιτιού το χοντρό στρώμα σκόνης που σκέπαζε τα έπιπλα και το πάτωμα δεν επέτρεπε να ακουστεί ο παραμικρός θόρυβος. Στη μεγάλη σάλα, δίπλα απ’ την τραπεζαρία, βρισκόταν ένα τζάκι που αχνόφεγγε και γύρω από αυτό έπιπλα ψηλά που άγγιζαν σχεδόν την πανύψηλη οροφή, άλλα σπασμένα στα δύο, άλλα πεσμένα κάτω, μερικά όμως είχαν καταφέρει να παραμείνουν όρθια και στέκονταν εκεί χωρίς να έχουν χάσει την αρχοντιά και την περηφάνια τους.
   Μια κοπέλα μ’ ένα μπαλωμένο μάλλινο ριγμένο στους ώμους της και ένα παλιό τζιν στεκόταν δίπλα στο τζάκι, προσπαθώντας να ζεστάνει το παγωμένο της σώμα, διαβάζοντας ένα παμπάλαιο βιβλίο με μαύρο περίβλημα και γαριασμένες σελίδες. Η Ζωή διάβαζε και ξαναδιάβαζε το βιβλίο μήπως έχει κάτι παραλείψει. Το είχε διαβάσει πάνω από είκοσι φορές και είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα: τα έχει διαβάσει όλα, αλλά υπάρχει περίπτωση να έχει χαθεί μία σελίδα ακριβώς στη μέση του βιβλίου…
   Ένας κρότος από τον πάνω όροφο όμως διέκοψε τους συλλογισμούς της. Σταμάτησε να κάνει οποιονδήποτε θόρυβο και αφουγκράστηκε. Άκουσε ψίθυρους. Έσβησε τη μικροσκοπική φλόγα που με δυσκολία έκαιγε, πήρε το βιβλίο και τρύπωσε πίσω από ένα τεράστιο έπιπλο απέναντι από το τζάκι. Δύο άντρες μπήκαν στη μεγάλη σάλα. Ο ένας είχε βροντερή και αυταρχική φωνή και ήταν μεγαλόσωμος και ο άλλος ήταν πιο μικροκαμωμένος με ένα τόνο στη φωνή του που πρόδιδε την νεότητά του. Ο μεγαλύτερος προχώρησε προς το τζάκι με μεγάλη άνεση, ο νεαρός όμως κοιτούσε τη σάλα αμήχανος και τρομαγμένος.
   «Το τζάκι έκαιγε. Κάποιος είναι εδώ και πρέπει να τον βρούμε» είπε ο μεγαλύτερος.
   «Όμως…όμως πως;» ρώτησε αμήχανα ο νεότερος και οι κινήσεις του ήταν πολύ νευρικές. Η Ζωή όμως δεν μπορούσε να δει τα πρόσωπά τους γιατί η σάλα ήταν τόσο σκοτεινή που το μόνο που μπορούσε να διακρίνει ήταν οι μαύρες φιγούρες των δύο ανδρών. Όλα πήγαιναν καλά δεν είχαν ανακαλύψει τη Ζωή, όταν ξαφνικά…
   «Σςςς!!! Κάτι ακούω» είπε ο άντρας με την βροντερή φωνή. Πραγματικά ένας πολύ περίεργος θόρυβος ακουγόταν και νόμιζε κανείς ότι ερχόταν από το έδαφος!
   Μια φωνή ψιθύρισε κάτι. Ήταν τόσο κοντά στη Ζωή που αν γύριζε θα έβλεπε αυτόν που ψιθύριζε. Όμως ήταν αδύνατο. Τα πόδια της δεν κουνιούνταν από το πάτωμα θαρρείς και είχαν ριζώσει. Όλο της το σώμα είχε παραλύσει και έτρεμε από φόβο. Ο ψίθυρος συνέχισε και γινόταν όλο και πιο δυνατός και οι δυο άντρες που βρίσκονταν στη σάλα μαζί με τη Ζωή πλησίαζαν προς το έπιπλο που ήταν κρυμμένη. Αυτή τη φωνή, αυτόν τον ψίθυρο κάπου τον ήξερε, κάπου τον είχε ξανακούσει. και τότε κατάλαβε. Παρ’ όλο το φόβο της η Ζωή γύρισε τόσο απότομα που ακούστηκε ένα δυνατό κρακ από τα κόκαλα του σβέρκου της. Όταν όμως γύρισε, δεν είδε κανέναν παρά μόνο τον άδειο σκονισμένο τοίχο. Ο ψίθυρος σταμάτησε για μια στιγμή όμως ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα ενώ όλοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι είχε συμβεί, ξανάρχισε μα αυτή τη φορά δεν ήταν ψίθυρος, αλλά ένας οργισμένος μονόλογος σε μια γλώσσα άγνωστη.
   Το αγόρι που στεκόταν στη μέση της σάλας είχε τρομοκρατηθεί τόσο που δεν άντεξε. Σωριάστηκε στο πάτωμα και ανήμπορος να κουνηθεί ξέσπασε σε λυγμούς. Ο άνδρας που ήταν τόσο κοντά στο να ανακαλύψει τη Ζωή μόλις είδε το αγόρι κατάκοιτο έτρεξε προς το μέρος του. Ύστερα ακούστηκε ένα ελαφρύ ποδοβολητό και στη συνέχεια… σιωπή. Όλα είχαν τελειώσει. Οι δύο άνδρες έφυγαν από εκεί που ήρθαν, οι κραυγές και ο μονόλογος σταμάτησαν κι αυτοί. Το μόνο που ακουγόταν ήταν η ανάσα της Ζωής. κοφτή και δυνατή.  Ξεπρόβαλε διστακτικά από την κρυψώνα της και αφού έλεγξε το χώρο και σιγουρεύτηκε ότι δεν υπήρχε κανείς άλλος στο σπίτι κατάφερε, με δυσκολία βέβαια, να βγάλει και το υπόλοιπο σώμα της πίσω από το παλιό έπιπλο. Έτρεμε ολόκληρη. Ήταν ‘εκείνος’.

   Ένας πάταγος, ακούστηκε μια κραυγή, ύστερα άλλη μία και μετά ποδοβολητά.

   Μετά την κηδεία η Ελένη με την οικογένειά της γύρισαν στο σπίτι και εκείνη πήγε κατευθείαν στο δωμάτιο όπου άφησε την τελευταία της πνοή η Ζωή. Κάθισε στο κρεβάτι, χάιδεψε το άδειο μαξιλάρι που ακόμα είχε πάνω του τη μορφή της Ζωής. Ξέσπασε σε κλάματα και αγκάλιασε τόσο σφιχτά το μαξιλάρι σαν να ήταν η φίλη της. Τότε άρχισε να θυμάται. Γύρισε πίσω, πολύ πίσω, πριν το σεισμό στα Γιάννενα, στο λόφο.
   Πήγε τόσο πίσω που χάθηκε για ώρες στο χρόνο. Τότε με τα κορίτσια. Τα παιδικά τους χρόνια. Τα εφηβικά. Όλα τόσο κοντά, μα τόσο μακριά. Νόμιζε θα τα αγγίξει. Άπλωσε το χέρι της και έκανε μια γρήγορη κίνηση να πιάσει το παρελθόν. Η Ζωή ήταν εκεί. Το πρόσωπό της ήταν χαμογελαστό. Είχε πολύ καιρό να τη δει να χαμογελάει. Έπαιζαν και οι δυο ξέγνοιαστες χωρίς να ξέρουν το μέλλον, χωρίς να ξέρουν το αύριο.
   Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο της Ελένης. Το γεύτηκε. Ήταν πικρό, πολύ πικρό. Επανήλθε στο παρόν και αποφάσισε ότι σήμερα θα αφιέρωνε τη μέρα στη φίλη της και από την επόμενη θα συνέχιζε αυτό που δεν είχαν καταφέρει να τελειώσουν μαζί.
   Η Ελένη πήγε στην παλιά αποθήκη όπου θα έβρισκε αυτά που χρειαζόταν. Ένα καντήλι, κάμποσα κεριά και ένα μαύρο ύφασμα που θα κάλυπτε το τζάμι. Γύρισε πίσω στο δωμάτιο, εκείνο το μουντό δωμάτιο γεμάτο βιβλία. Πλησίασε το κρεβάτι. Στην πλάτη του κρεβατιού ακούμπησε το καντήλι. Το άναψε και στη συνέχεια τοποθέτησε τρία κεριά από την μία άκρη του κρεβατιού και άλλα τρία από την άλλη. Τα άναψε κι αυτά και στη συνέχεια στερέωσε σ’ ένα μακρύ κομμάτι ξύλου το μαύρο ύφασμα, που είχε πάρει από την αποθήκη, μπροστά στο παράθυρο, εμποδίζοντας έτσι το φως της μέρας να περάσει μέσα.
   Το δωμάτιο έγινε σκοτεινό και φωτιζόταν μόνο από την λάμψη των κεριών, που τρεμοέπαιζαν. Μπορούσε να ακούσει την αναπνοή της Ζωής. Πνιχτή, λαχανιασμένη, εξασθενημένη, ετοιμοθάνατη…

     Είχε πάει κιόλας οχτώ και ο ουρανός ήταν σκοτεινός κι ένα γκρίζο πέπλο τον έντυνε. Έκλαιγε, θρηνούσε. Οι σταγόνες ήταν τόσο χοντρές που έκαναν τον ήχο της βροχής να ακούγεται θυμωμένο, αγανακτισμένο. Ο αέρας φυσούσε δυνατά και το οργισμένο ουρλιαχτό του διαπερνούσε τα φύλλα των δέντρων που έτρεμαν στο πέρασμά του.
   Η Ελένη αποφάσισε ότι έπρεπε να πάει στο ραντεβού. Άξιζε τον κόπο. Ίσως πραγματικά να μάθαινε κάτι. Έβαλε ένα παλιό τζιν και μια πρόχειρη μπλούζα κι έφυγε με μια ομπρέλα παραμάσχαλα. Προχωρούσε με βήμα γρήγορο, κοφτό. Έφτασε στο προαύλιο της εκκλησίας. Μπήκε διστακτικά μέσα και όταν είδε ότι δεν την περίμενε κανείς, κάθισε στα σκαλοπάτια, όπου η βροχή δεν μπορούσε να την αγγίξει.
   Περίμενε εκεί για ώρες, όμως κανείς δεν ερχόταν. Η Ελένη κατάλαβε ότι όλα αυτά ήταν μια κακόγουστη φάρσα κι έφυγε φανερά στενοχωρημένη και απογοητευμένη. Προχωρούσε στο δρόμο με βήμα γρήγορο και κοφτό. Η βροχή έπεφτε πάνω στην γαλανή ομπρέλα που κρατούσε με μεγάλη μανία. Ώστε ήταν μία φάρσα. Μία κακόγουστη φάρσα από ανόητα και ανώριμα σχολιαρόπαιδα…


Υ.Γ. Δείξτε λίγη επιείκεια... Το έγραψα όταν ήμουν 13! :)

4 σχόλια:

jimmy ramone είπε...

xoris plaka sta 13 t egrapses???po re file!!!!!!!!!

Flying.High.Dead.Angel είπε...

Oui...Στα 13. Αλλά δεν το ανέβασα ολόκληρο...Έχει άλλες 49 σελίδες. Είχα γράψει κι άλλο, αλλά το έχασα! :(

Ανώνυμος είπε...

Μπράβο σου!πάρα πολύ καλό!

Flying.High.Dead.Angel είπε...

Σ'ευχαριστώ πολύ!:)