Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Πεθαμένες...Καλημέρες



So, here I am again… Να’ μαι πάλι… Επέστρεψα. 10 μέρες, τόσο άντεξα. Τόσο άντεξα να’ μαι μακριά απ’ την μικρή αποθηκούλα μου. Μπορεί να ήμουν μακριά από blogs, αναρτήσεις  και σχόλια, όμως δεν έπαψα να γράφω. Έχω ετοιμάσει κάτι καινούριο. Κάτι εντελώς καινούριο. Συνήθως ο λόγος μου είναι απλός, όμως αυτή τη φορά μόνο λιτός δεν είναι. Θα το αναρτήσω σε καμιά – δυο μέρες. Αυτές τις μέρες κατάλαβα πολλά… Κατάλαβα πως κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσω να κάνω βλακείες, γιατί έχει αρχίσει να κλονίζεται και η υγεία μου. Κατάλαβα πως δεν μου φτάνει πια να γράφω μόνο για τον εαυτό μου. Χρειάζομαι ανθρώπους να «με διαβάζουν». Δεν με νοιάζει ποιοι θα’ ναι. Γνωστοί, φίλοι, άγνωστοι, εχθροί, άσχετοι, σχετικοί… Δεν με νοιάζει. Βέβαια, μ’ αρέσει πολύ όταν βλέπω το «όνομά» σου στις «Πηγές Επισκεψιμότητας» (κι ας συμβαίνει σπάνια…). Κατάλαβα, επίσης, ότι η ρετσίνα βοηθάει σε πολλά πράγματα. Βοηθάει τη γλώσσα μου να τρέχει ροδάνι, βοηθάει εμένα να σε πρήζω και το σημαντικότερο όλων…βοηθάει στον ύπνο. Οπότε ή θα γίνω εξαρτημένη από χάπια ή αλκοολική… Κατάλαβα, ακόμα, ότι είμαι πολύ κοντά στο να κατακτήσω τον τίτλο της «Απόλυτης Ξενέρωτης Έφηβης». Όχι ότι με πειράζει, αλλά να…καμιά φορά σκέφτομαι πώς θα ήταν τα πράγματα αν ήμουν κι εγώ «φυσιολογική» (με ή χωρίς εισαγωγικά). Ίσως να μην έγραφα, ίσως να μ’ άρεζε να στριμώχνομαι στα clubs, ν’ ακούω beats και να πίνω βότκα λεμόνι. Ίσως να μ’ άρεζαν και τα Χριστούγεννα, ίσως και να ήθελα να φύγω και σίγουρα δεν θα είχα γίνει θαμώνας της βιβλιοθήκης. Όμως, μ’ αρέσει που δεν στριμώχνομαι στα clubs και που δεν ακούω beats και που πίνω ρετσίνα (ενίοτε και τσίπουρο), αντί για βότκα λεμόνι. Και μ’ αρέσει που δεν γίνομαι χαζοχαρούμενη με τα στολίδια και τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα, και μ’ αρέσει που είμαι εδώ, και μ’ αρέσει που απολαμβάνω τις ώρες στη βιβλιοθήκη… Αλλά, να…καμιά φορά σκέφτομαι πως ίσως και να κοιμόμουν κι αναρωτιέμαι αν μερικές ώρες καλού ύπνου, αξίζουν μια τέτοια θυσία. Αν το καλοσκεφτείς, δεν είμαι και τόσο «διαφορετική», αφού υπάρχουν ένα σωρό «διαφορετικοί» σαν κι εμένα. Κι ύστερα πάλι σκέφτομαι πως, χωρίς το μελάνι του στυλό μου να γεμίζει τη ζωή μου, χωρίς κάποιο τραγούδι του Μιλτιάδη για ήχο κλήσης, χωρίς τα βιβλία που δεν χωράνε πια στη βιβλιοθήκη μου, χωρίς τους στίχους της Νατάσσας γραμμένους δεξιά κι αριστερά στα βιβλία και στα τετράδια, η ζωή μου θα ήταν άδεια, το κινητό μου ένα απλό, χαζό κινητό, η βιβλιοθήκη μου σκονισμένη και παρατημένη, και τα τετράδιά μου απλά τετράδια γεμάτα με εξισώσεις και τύπους… Τελικά, κατέληξα… Δεν θα άλλαζα για κανέναν αυτό που είμαι τώρα. Ακόμα κι αν σιχαίνομαι τεράστια κομμάτια του εαυτού μου, δεν θα άλλαζα. Η μοναδική περίπτωση που θα μπορούσα να το κάνω είναι αν μου το ζητούσες εσύ… Αν ήξερες τι δύναμη έχεις πάνω μου, ίσως να μπορούσες να με βοηθήσεις πιο πολύ. Δεν πειράζει, όμως. Εμένα μου φτάνει κι αυτό…

Και που λες, σ’ αγαπώ μιας και θες να σου πω τι με τρώει…
Είδα στις μικρές αγγελίες άτομα να ψάχνουν φιλίες. Κι έτσι όπως ένιωθα μόνη, για πλάκα – πήρα ένα χοντρό μαρκαδόρο κι έκανα στην πλήξη μου δώρο κάποιο αριθμό τηλεφώνου…Μιλούσε. Κάποιος μάλλον τον απασχολούσε. Κάποιος άλλος μόνος τον καλούσε. Είδα λίγο πιο παραπέρα άτομα να κάνουν καριέρα τη μοναξιά των ανθρώπων. Για σκέψου – άρχισα να τους σημειώνω, μήπως βρω έναν άνθρωπο μόνο για μια απλή γνωριμία. Ίσως ξεχαστώ. Κι άμα υπάρχει χημεία, να παραδοθώ, κάπου να χωθώ σαν τρικυμία. Καλούσε. Κι ούτε μια ψυχή δεν απαντούσε. Κάποιος μάλλον βρήκε τι ζητούσε. Η μοναξιά του ίσως αρκούσε. Να’ ταν μια ψυχή και ν’ απαντούσε…


Καλώς σας βρήκα, λοιπόν, και πάλι…

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

"Ημερολόγιο"


Τίποτα σπουδαίο δεν έγινε πάλι. Τίποτα σημαντικό δεν έχω να πω. Μόνο κάτι στιγμιότυπα που μάζεψα δεξιά κι αριστερά… Λίγο πριν φύγω για τον χορό η κορυφαία ατάκα της μαμάς μου: «Σήμερα, δεν σου έδωσα πολύ σημασία βρε παιδί μου. Ήθελες τίποτα;»… Τα τελευταία 6 χρόνια δεν μου δίνεις σημασία κι ήθελα πολλά…Γιατί να με πειράξει τώρα; Πήγα στην σχολή κι έκατσα στο πάτωμα ακουμπώντας με την πλάτη στον τοίχο και περίμενα εκεί αμίλητη κι ανέκφραστη να ξεκινήσουμε… Περίμενα και κοιτούσα. Κοιτούσα την Βασιλικούλα που έτρεχε δεξιά κι αριστερά κι έλεγε σε όλες: «Κοίτα τι μπορώ να κάνω!». Έκανε έναν τροχό και μετά έπεφτε σε σπαγκάτο. Ύστερα σηκωνόταν κι άρχιζε τις βόλτες γύρω γύρω στη σχολή. Έτρεχε, φώναζε, έπεφτε πάνω μας και έκανε τον τροχονόμο. Έδινε ζωή στην σχολή… Η Δέσποινα είπε ότι την Κυριακή χορέψαμε πολύ ωραία! Μετά από μία ώρα στο μάθημα συζητήσαμε τόσα πολλά… Θα μπορούσε να είναι κάπου στο εξωτερικό, ζάπλουτος, να απολαμβάνει μόνο, χωρίς να σκέφτεται συνέπειες. Όμως, είχε πει όχι τότε σ’ εκείνη την πρόταση που του έκαναν. Δεν τόλμησα να ρωτήσω το γιατί… Πόσες σκέψεις πέρασαν απ’ το μυαλό μου… Αλλά κυρίως μία βρίσκεται συνεχώς στο μυαλό μου και δεν μ’ εγκαταλείπει σχεδόν ποτέ. Πώς;! Πώς θα τ’ αφήσω όλα πίσω και θα φύγω; Και πού θα πάω; Και τι θα κάνω; Και τι θα καταφέρω; Και τελικά θα τα καταφέρω; Κι αν ναι για πόσο; Χτύπησε το κινητό μου στην τάξη προχθές… (πίκρα). Ευτυχώς είχαμε λογικό άνθρωπο και απλά μου δήλωσε πως δεν άκουσε τίποτα! Και φυσικά το κινητό μου δεν θα μπορούσε να χτυπάει με τίποτα άλλο παρά με Μιλτιάδη!!! Η κ. Ζ. δεν τον ήξερε… Πώς κι έτσι σκέφτηκα. Την τελευταία εβδομάδα τρώω σαν γουρούνι… Τόσο πολύ που έχω σιχαθεί τον εαυτό μου! Όμως, βρήκα μία λύση… Προσωρινή βέβαια γιατί είναι αδύνατο να συνεχιστεί για πολύ… Ούτε που κατάλαβα πως μου ήρθε… Πρέπει να ήταν το Σάββατο το βράδυ που δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου και είχα κατασκηνώσει στην τουαλέτα…. Ναι, τότε νομίζω πως ήταν. Τρώω όποτε μου καπνίσει κι ότι βρω στο ψυγείο (ευτυχώς δεν έχουμε και πολλά) και μόλις νιώσω ότι δεν πάει άλλο κι ότι θα σκάσω, ξερνάω και μετά πάλι απ’ την αρχή… Ξέρω, πρέπει να το σταματήσω. Πολλά πρέπει να σταματήσω… Μερικές φορές που σκέφτομαι την 15η Ιουνίου, νομίζω πως θα αλυσοδεθώ κάπου σε μια κολόνα του σχολείου και πως θα με τραβάνε για να φύγω, όμως εγώ εκεί… Δεν θα κουνιέμαι! Άντε να δω πως θα κάνουμε καινούρια αρχή… Thats all for today… Αυτά είναι όλα για σήμερα, αλλά και για πολλές μέρες ακόμα… Θα αποσυρθώ (για λίγο θα’ ναι, για πολύ θα’ ναι…δεν έχω ιδέα.) από την blogοσφαίρα, μήπως και καταφέρω να ηρεμήσω, γιατί πραγματικά ΠΡΕΠΕΙ να ηρεμήσω… Ο καιρός περνάει και το άγχος θεριεύει, μέρα με τη μέρα… Κι όσο τα γράφω εδώ, τόσο τα σκέφτομαι και τα ξαναδιαβάζω, κι όσο τα σκέφτομαι και τα ξαναδιαβάζω, τόσο μου σαλεύει… Α! Παραλίγο να το ξεχάσω… 14 Φεβρουαρίου σήμερα… Δεν πρόκειται να αναπτύξω καμιά «θεωρία» σχετικά με την ολοκληρωτική αχρηστία της συγκεκριμένης γιορτής, διότι τα νεύρα μου δεν είναι καλά και δεν θέλω να γίνουν χειρότερα… Απλά «έπρεπε» ν’ αναφερθεί…

Και στο διάβολο πουλάω την ψυχή μου εγώ, για να βρεθώ απόψε τυλιγμένος στου κορμιού σου το βυθό. Κάπου η νύχτα μεσοπέλαγα κρεμιέται στην αγχόνη τ’ ουρανού κι ο δαίμονας καβάλα στο σκοτάδι, αρπάζει τη μετέωρη ευχή μου. Και σαν άστρο καυτερό προς το νησί σου, τα λόγια μου πετάει, πληγώνοντας τα βράχια και την άμμο, στη χτένα σου καρφώνει την ψυχή μου. Και σταγόνα τη σταγόνα κυλάω εγώ σαν αλμυρό νερό στους ώμους και στον ακριβό σου το λαιμό. Κι ας ξέρω πως του λόγου του στην ανεμόσκαλα εκεί, με περιμένει για να μου λιμάρει το σκοινί. Πάνε χρόνια που αντίκρυ αναβοσβήνουν τα φώτα κάποιας γης, τα φώτα κάποιας ξεχασμένης νήσου, που λένε είναι οι κορφές του παραδείσου. Μα το ξέρω είναι της θάλασσας τα μάγια, δεν υπάρχει αυτή η στεριά, μιας και κανείς ποτέ του εκεί δεν πήγε, γι’ αυτό σφιχτά κρατιέμαι στο κορμί σου… (άσχετο, αλλά…θα μου πεις τι σκατά είναι σχετικό εδώ μέσα;!)


Σας χαιρετώ, λοιπόν, μικρά (και μεγάλα ενίοτε) σωσιβιάκια μου… Τα λέμε…δεν ξέρω πότε. Και τότε θα’ μαι… δεν έχω ιδέα πως θα’ μαι. Και θα σας πω…δεν ξέρω τι θα σας λέω. Και ίσως μέχρι τότε να κοιμάμαι…

Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

To Smoke or Not To Smoke???


Μπορώ να πω πολλά. Μπορώ να πω για το μισάωρο που περάσαμε ψάχνοντας για την Καμάρα, μπορώ να πω για την σοκολάτα που ήπιαμε, για το παγωτό που φάγαμε, για τον Α., τον Γ., τον Δ.. Μπορώ να πω για την Χ. που είδαμε στον δρόμο, την «έκπληξη ηλίου, που δεν έχει αλλάξει καθόλου. Μια σταλιά ήταν όταν την είδα για τελευταία φορά και κοίτα ειρωνεία. Την συνάντησα έπειτα από δέκα περίπου χρόνια στην πλατεία Αριστοτέλους, δεσποινίδα πλέον, που μετρά 16 ολόκληρα χρόνια. Μπορώ να πω κι άλλα πολλά… Όμως, θα πω ένα. Σήμερα, έκανα το πρώτο μου τσιγάρο. Ο Α. ευθύνεται γι’ αυτό. Ήταν πικρό, το ένιωσα να κατεβαίνει μέχρι τα πνευμόνια μου, να τα κατακλύζει κι έπειτα αυτά να βράζουν. Άρχισα να βήχω κι ήπια μονομιάς όλο τον καφέ που είχα μπροστά μου για να συνέλθω. Μέχρι και τώρα αισθάνομαι τον λαιμό μου ερεθισμένο και βήχω. Σήμερα, όμως, κατάλαβα τον λόγο για τον οποίο καπνίζουν. Δεν μπορώ να τον προσδιορίσω, όμως τον κατάλαβα. Μάλλον, δεν θα το αρχίσω ακόμα. Όμως, το πιο πιθανό είναι στο μέλλον, να είναι ένα απ’ τα απαραίτητα αντικείμενα, που θα βρίσκονται στην τσάντα μου.
Δεν είναι τίποτα σημαντικό, το ξέρω. Συνέβησαν πολύ πιο όμορφα και αξιοσημείωτα γεγονότα σήμερα (π.χ. η Σ. έπεσε στη μέση του δρόμου. Γλυκιά μου…Αυτή πονούσε κι εμείς είχαμε λυθεί στα γέλια.), όμως αυτό ένιωθα πως ήθελα να μοιραστώ κι έτσι έκανα…
Και πώς γουστάρω κάτι απογεύμα με καφέ και τσιγάρο...

Υ.Γ. Όπως καταλαβαίνεις, δεν πρόκειται να σου παραπονεθώ ξανά για το τσιγάρο… Γλίτωσες…από’ μένα τουλάχιστον. Καληνύχτα…

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

C'est la vie


Λοιπόν, έχω ένα ευχάριστο και πολλές πολλές πολλές τύψεις να μοιραστώ…. (περίεργο, ε;). Το ευχάριστο είναι ότι χθες το βράδυ κατάφερα να κοιμηθώ!!!!!! Εντάξει, όχι πολύ νωρίς… Κατά τις 2, αλλά επιτέλους σηκώθηκα το πρωί και περπατούσα χωρίς να στηρίζομαι στους τοίχους. Είναι, όσο να πεις μια πρόοδος, που σε συνδυασμό με μερικές γλυκές καλημέρες και μερικά όμορφα χαμόγελα, μου έφτιαξε τη μέρα! Α ναι! Και να μην ξεχάσω και την επισήμανση της Δέσποινας ότι πρέπει ν’ αρχίσω να χορεύω Latin επαγγελματικά! Ouiiiiiiiiiiiiiiii!!!!!! Back to reality τώραΓυρνώντας σπίτι άκουσα κάτι που πραγματικά δεν το περίμενα. Περίμενα ν’ ακούσω αδυναμία χαρακτήρα, άγχος, κάτι τέλος πάντων, αλλά όχι αυτό. Δυσλεκτικός! Ποιος να το περίμενε; Πήγε σε ψυχολόγο λέει και είναι κατά 80% δυσλεκτικός. Άντε να εξηγήσεις, τώρα στο 9χρονο τι θα πει δυσλεκτικός κι άντε να το πείσεις ότι δεν πρέπει να αισθάνεται μειονεκτικά. Δεν μπορείς. Έτσι, λοιπόν, δεν του είπανε τίποτα. Κοίτα να δεις ειρωνεία, όμως. Εγώ που είχα τάσεις αυτοκτονίας, κατάθλιψη και αϋπνίες, δεν πέρασα ούτε απ’ έξω από ψυχολόγο απ’ τον φόβο μου (φόβο, όχι τόσο στο πρόσωπο του γιατρού αλλά στη διάγνωσή του). Κι ο αδερφός μου τώρα θα ξεκινήσει συνεδρίες. Σκέφτηκα να ζητήσω να πάω κι εγώ σε μία να μιλήσουμε λιγάκι, όμως πώς;! Δεν μου βγαίνει! Και φοβάμαι. Όχι, δεν πάω… Τόσα χρόνια νόμιζα ότι είμαστε δύο εντελώς αντίθετοι κόσμοι. Εγώ λατρεύω τα βιβλία, αυτός με το ζόρι διαβάζει το μάθημά του στη Γλώσσα. Εγώ μπορώ να συγκρατήσω πολλές πληροφορίες, αυτός με το ζόρι μία. Από προσανατολισμό δεν μπορώ να πω ότι τα πηγαίνω καλά, αλλά μπορώ να πάω στο δωμάτιό μου χωρίς να σκεφτώ ποιον δρόμο ν’ ακολουθήσω, αυτός όχι. Συμπτώματα όλα. Και οδηγήθηκε στο αποτέλεσμα αυτό από το άγχος. Άγχος γιατί κατέβαλε τόση μεγάλη προσπάθεια για να μας ευχαριστήσει, που δεν το άντεχε. Κι εγώ του φώναζα πως δεν διαβάζει βιβλία και έλεγα (αστειευόμενη φυσικά, αλλά σπάνια το καταλάβαινε κάποιος) ότι θα τον αποκληρώσω και ότι δεν μπορεί να είναι αδερφός μου! Ναι, τέτοια έκανα το τέρας!!! Ακόμη και την υπερευαισθησία του την θεωρούσα κομμάτι του χαρακτήρα του, πράγμα άτοπο όπως αποδείχτηκε. Σήμερα απέφευγα να του μιλήσω, να τον κοιτάξω και να’ μαι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του. Α! Έγινε και κάτι άλλο συνταρακτικό. Άφησα την μαμά μου να με πάρει αγκαλιά, χωρίς να τρέξω και χωρίς να την σπρώχνω. Όχι, δεν έριξα τις άμυνες μου. Αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ, γιατί πολύ απλά όταν είχε την ευκαιρία την έχασε και τώρα πάει… Απλά ένιωθα ότι χρειαζόταν μια αγκαλιά σήμερα. Σήμερα της είπαν ότι το καμάρι και λατρεμένο της παιδί, που ήταν γι’ αυτήν μια λύτρωση απ’ το «μη φυσιολογικό» προηγούμενό της σπλάχνο (όσο κι αν το αρνείται), έγινε κι αυτό κατά κάποιο τρόπο «μη φυσιολογικό». Βέβαια, το παρήγορο γι’ αυτήν (και για μένα, φυσικά) είναι ότι διορθώνεται. Με μερικές συνεδρίες με τον ψυχολόγο και λίγη στήριξη από μας, θα γίνει πάλι το τέλειο παιδί. Και πολύ καλά θα κάνει, γιατί τον χρειάζονται στο σπίτι. Τύψεις, λοιπόν. Τύψεις και πάλι τύψεις. Τύψεις που συνέβαλα κι εγώ σ’ αυτό. Τύψεις που του φώναζα συνέχεια. Τύψεις που τον έκανα να νιώθει μειονεκτικά και τύψεις που στέρησα απ’ τους γονείς μου τον τέλειο γιο, έστω και για λίγο, γιατί ήταν μια ανακούφιση για μένα να ξέρω τους προσφέρει όλα όσα δεν μπορούσα να τους δώσω εγώ… Πάλι, όμως, ξέφυγα… Το θέμα είναι ότι διορθώνεται κι ότι χθες κοιμήθηκα λίγο. Έκανα ένα μικρό διάλειμμα, γιατί από σήμερα…γυρίζουμε και πάλι στις παλιές συνήθειες. Στις παλιές κακές συνήθειες. Και πώς γουστάρω τα πιο μεγάλα ψέματα στα πιο αθώα βλέμματα. Όλη μου η ζωή συνένοχη και πώς γουστάρω κάτι απογεύματα με καφέ και τσιγάρο… Α, ρε Μιλτιάδη… Άρχισα πάλι τις ασυναρτησίες. Φεύγω… Καληνύχτα