Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

"Αντίο"


Μ’ έχει πιάσει ένα παράπονο σήμερα που δεν μπορώ να το εξηγήσω. Φταίει μάλλον αυτό το ηλίθιο πλυντήριο, που αντί να μου καθαρίσει τα σεντόνια, τα γέμισε χνούδια! Ναι, αυτό φταίει. Καμία σχέση δεν έχει το γεγονός ότι αποφάσισα να δώσω ένα τέλος οριστικό. Οριστικό κι αμετάκλητο. Αμετάκλητο, γιατί εσύ το διάλεξες. Θυμάσαι πριν από λίγο καιρό που σου είχα πει ότι αν αποφασίσω να εξαφανιστώ θα το καταλάβεις; Να, λοιπόν, που ήρθε η ώρα και σου το δίνω να το καταλάβεις. Βέβαια, φαντάζομαι ότι δεν θα σε νοιάξει και πολύ. Εκείνο που με πονάει περισσότερο απ’ όλα, όμως, είναι που θα πρέπει να κλείσω τα απύθμενα νεράκια μου. Με πονάει γιατί είναι δικά μου, ολόδικά μου και κατάφερες να βάλεις κι εδώ το χεράκι σου. Τώρα θα μου πεις, τι φταις εσύ για τις δικές μου τις αδυναμίες… Έχεις δίκιο. Πάντα είχες δίκιο. Σε κάνει αυτό να αισθάνεσαι καλύτερα; Ελπίζω όχι. Δεν είναι κακία, ούτε μίσος. Δεν μπορώ να σε μισήσω άλλωστε. Απλά θέλω να υποστείς τις συνέπειες της επιλογής σου και να σε πονέσουν αν γίνεται, ακριβώς όπως πονάνε κι εμένα οι συνέπειες της δικής μου επιλογής. Θα μπορούσα να μην πω τίποτα. Θα μπορούσα να συνεχίσω να παίζω το καλοστημένο μου θέατρο κι ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Απλά ήθελα πριν φύγω, να ξέρεις. Και ήθελα ότι μάθεις, να το μάθεις από μένα, χωρίς ν’ ακούς τρίτους και χωρίς να φαντάζεσαι πράγματα. Ήθελα να μάθεις ακριβώς τι υπάρχει μέσα μου. Και φυσικά δεν περίμενα τίποτε από σένα. Κι αν φαντάστηκες το αντίθετο, κρίμα, γιατί νόμιζα πως κάτι ήξερες για μένα. Ήθελα να σου πω πολλά. Πρώτα απ’ όλα, να σου πω ένα «ευχαριστώ», που ποτέ μου δεν τόλμησα να το ξεστομίσω. Ποτέ μου δεν τόλμησα να ξεστομίσω πολλά πράγματα, μήπως και καταλάβεις. Τα πίεζα όλα μέσα μου κι αυτά όλο και μαζεύονταν, μαζεύονταν κι εγώ όλο και πίεζα για να μην σε φέρω σε δύσκολη θέση. Δεν λέω άλλα, όμως. Αν ήθελες να μάθεις, θα με συναντούσες και φυσικά δεν μπορώ να σε αναγκάσω να μ’ ακούσεις. Άλλωστε πάντοτε αισθανόμουν ενοχές, που καθόμουν με τις ώρες στη βιβλιοθήκη και σου μιλούσα. Ήξερα πως είχες καλύτερα πράγματα να κάνεις, αλλά να…είναι μερικά πράγματα που δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε. Αλλά εκείνο που με πονάει πιο πολύ, είναι που κλείνω τα «νερά» μου. Ίσως με πονάει γιατί είναι ο τελευταίος τρόπος να επικοινωνήσω μαζί σου, αλλά όχι. Με πονάει γιατί τα αγαπάω. Με πονάει, σου λέω και με πονάει πολύ. Κι αν διαβάσεις αυτό το κείμενο, κι αν καταλάβεις ότι είναι για σένα, κάνε μου μια χάρη… Προσπάθησε, σε παρακαλώ πολύ, να μην σε ξαναδώ ποτέ. Να μην ακούσω ποτέ τίποτα για σένα… Όσο περνάει απ’ το χέρι σου, προσπάθησε, σε παρακαλώ. Πες πως πέθανα… ή καλύτερα πες πως δεν υπήρξα ποτέ. Ούτε εγώ, ούτε τα «Απύθμενα Νερά» μου. Ορίστε, λοιπόν, το «αντίο» μου. Προσπάθησα να τα χωρέσω όλα εδώ μέσα, αλλά ξέρεις, δεν είμαι πολύ καλή με τους αποχαιρετισμούς. Τους μισώ για την ακρίβεια. Οπότε, θα σου ζητήσω, να δείξεις λίγη επιείκεια, γιατί σήμερα δεν αποχαιρετώ μόνο εσένα, αποχαιρετώ και τα «Απύθμενα Νερά» μου.

Υ.Γ. Επίτρεψε μου τον ενικό για πρώτη και τελευταία φορά.

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

...δεν θυμάμαι να σου διηγηθώ τίποτα…



Ήδη οι πρώτες ευχές έχουν αρχίσει, γιατί όταν το ρολόι έδειξε 12 ακριβώς, έγινα επισήμως 18. 18 ολόκληρα χρόνια σ’ αυτόν τον πλανήτη και δεν θυμάμαι να σου διηγηθώ τίποτα. Κι αυτά που θυμάμαι, δηλαδή, δεν αξίζει να σου τα διηγηθώ, γιατί θυμάμαι κάτι στιγμιότυπα σκόρπια κι ασύνδετα μεταξύ τους. Όπως τότε που κάναμε βουτιές απ’ το ιστιοφόρο, ή την άλλη φορά που παίξαμε μπουγέλο, ή τότε που σκαρφαλώναμε στα βράχια. Θυμάμαι κι έναν θάνατο που με στιγμάτισε, ή μήπως ήταν δύο; Και μια προδοσία θυμάμαι. Όχι, ψέματα. Δεν ήταν μόνο μία, ήταν δύο… Τώρα που το ξανασκέφτομαι, μπορεί να ήταν και παραπάνω. Θυμάμαι τους στίχους απ’ το αγαπημένο σου τραγούδι. Θυμάμαι πολλούς στίχους από τραγούδια, κι από ποιήματα. Θυμάμαι και κάτι φράσεις απ’ το αγαπημένο μου βιβλίο. Παζλ. Ένα παζλ με σκόρπια κομμάτια, που προσπαθώ να τα ενώσω και πάντα αποτυγχάνω. Κι όταν κάτι καταφέρνω, το κοιτάζω καλά καλά και πάλι δεν βγάζει νόημα. Γι’ αυτό σου λέω… Θα αναρωτιέσαι τι είναι αυτό το κείμενο… Κι αν δεν αναρωτιέσαι εσύ, θα αναρωτιέται κάποιος άλλος… Κι αν δεν αναρωτιέται ούτε αυτός ο άλλος, τότε αναρωτιέμαι εγώ. Ένας ύμνος είναι που εκθειάζει την ζωή μου, που εκθειάζει όλες τις ανάσες που έχω πάρει, κάθε μία ξεχωριστά, τα τελευταία 18 χρόνια. Ένας ύμνος, που η έκτασή του δεν μπορεί να είναι πολύ μεγάλη, γιατί θα χάσει το νόημά του. Οπότε, δεν μένει τίποτα άλλο παρά να ευχηθώ κι εγώ. Χρόνια μου πολλά, λοιπόν. Πολλά; Είναι μόνο 18 και δεν θυμάμαι τίποτα. Τι θα γίνει στη συνέχεια; … Συγχώρεσέ με, μα δεν θυμάμαι να σου διηγηθώ τίποτα…


Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Για να πεις κι εσύ ότι το χρέος σου το έκανες...



Τυχαία. Εντελώς τυχαία, χωρίς να υπάρχει ουσιαστικός λόγος, σε θυμήθηκα πάλι. Διάβασα εκείνα τα ωραία λόγια που είχες πει για μένα. Θυμήθηκα εκείνη την ημέρα που με κατέταξες στους «φίλους» σου. Και τώρα… Δεν ξέρω γιατί… Δεν ξέρω τι φοβήθηκες και κάτι μου λέει ότι δεν θα μάθω ποτέ. Δεν θα μάθω ποτέ και θλίβομαι γι’ αυτό. Αν ρωτάς για μένα, που συνήθως το κάνεις, αλλά τώρα τελευταία αμφιβάλλω αν το εννοείς, είμαι καλά. Τα Χανιά είναι απίθανα, οι άνθρωποι επίσης, τα μέρη εδώ είναι καταπληκτικά, αλλά… Πρέπει πάντα να υπάρχει ένα «αλλά» και να τα χαλάει όλα, έτσι δεν είναι; Αλλιώς πώς; Πώς θα έχω αυτή την ελαφριά μελαγχολία; Πώς θα γράφω; Πώς θα ζήσω; Και είχα πει δεν θα ξαναμιλήσω για σένα, δεν θα ασχοληθώ μαζί σου ξανά, ούτε καν θα σε ξανασκεφτώ. Περίεργα παιχνίδια παίζει, όμως, η ζωή και να που πάλι για σένα γράφω. Κι έχω ένα σωρό ερωτηματικά που με βασανίζουν. Άραγε νοιάστηκες ποτέ πραγματικά; Αλλά ας μην παραλογίζομαι… Άλλωστε είναι κι εκείνο που είχες πει στην Βάσω. Μα δεν σε κατηγορώ που τρόμαξες. Κι εγώ φοβάμαι, άλλωστε. Όμως μερικά πράγματα δεν τα ελέγχεις. Ή μπορεί να τα ελέγχεις για κάποιο διάστημα, όμως έρχεται η στιγμή που ξεχειλίζουν και δεν μπορείς να τα κρατήσεις άλλο μέσα σου και πνίγεσαι. Έτσι, λοιπόν, κι εγώ… Πνιγόμουν. Κι εσύ… Εσύ, αντί να με βοηθήσεις να σωθώ, με βοήθησες να βυθιστώ λίγο ακόμα πιο βαθιά και τώρα συνεχίζω να πνίγομαι. Ένας πνιγμός αέναος και ανελέητος. Ναι, ξέρω τι θα μου πεις… Θυμάμαι, δηλαδή, τι μου είχες πει. Σου φαίνεται παράξενο, ε; Κι όμως. Θυμάμαι και την πιο μικρή λεξούλα που έχεις πει. Εσύ μάλλον όχι, αλλά πότε δεν με πείραξε που δεν έδινες σημασία στις λεπτομέρειες. Όχι, δεν είμαι θυμωμένη, αν αναρωτιέσαι. Αυτό που αισθάνομαι δεν είναι θυμός. Μια βαθιά απογοήτευση είναι, γιατί έπεσαν σιγά-σιγά οι μάσκες, αλλάξανε οι αντιδράσεις, τα συναισθήματα κι οι σχέσεις, οι «θεοί» μου απομυθοποιήθηκαν κι ένα «συγχαρητήρια» δεν άκουσα απ’ το στόμα σου. Ένα τυπικό, έστω, «μπράβο», έτσι για τα μάτια του κόσμου. Για να πεις κι εσύ ότι το χρέος σου το έκανες… 

"Μερικές φορές δεν μπορείς να σώσεις του ανρθώπους. Μπορείς μόνο να τους αγαπάς κι αυτό είναι αρκετό!"



Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Και κάπως έτσι οι κραυγές μου, έγιναν σιωπηλές....

Κάποιος μου είπε ότι έχω αλλάξει. Κάποιος μου είπε ότι δεν γελάω πια. Κάποιος μου είπε πως η ζωή μου είναι ένα κουτί με μια μητρική και μνήμες RAM. Κάποιος μου είπε ότι έχω κατάθλιψη. Κάποιος μου είπε ότι δεν ζω. Κάποιος μου είπε ότι η ζωή είναι μικρή. Κάποιος μου είπε πως όταν θέλεις κάτι πολύ, μπορείς να το πετύχεις. Κάποιος αναρωτήθηκε τι έχω. Κάποιος με ρώτησε αν μπορεί να βοηθήσει. Κάποιος με ρώτησε αν μπορώ να τον βοηθήσω. Κάποιος με ρώτησε πώς αντέχω. Κάποιος γέλασε μ’ αυτά που είπα. Κάποιος είπε ότι ζω σε ροζ κόσμο. Κάποιος μ’ έστησε στον τοίχο κι άρχισε να πυροβολεί. Κάποιος άκουσε τις κραυγές μου κι έτρεξε να βοηθήσει μα δεν τον άφησα. Κάποιος μου είπε να σκάσω κι οι κραυγές έγιναν σιωπηλές. Κάποιος με λυπήθηκε και τον μίσησα. Κάποιος με μίσησε και τον λυπήθηκα. Κάποιος φύλαξε τα δάκρυά μου σε γυάλινο δοχείο. Κάποιος τ’ αγόρασε μισοτιμής από έναν πλανόδιο και στη μεταφορά του έσπασε. Κάποιος είπε ότι έχω αλλάξει…

Ρώτησα κάποιον γιατί να αλλάζουν οι άνθρωποι, μα απάντηση δεν πήρα. Ρώτησα κάποιον γιατί να θλίβονται, μα απ’ τα χείλη του ήχος δεν βγήκε. Ρώτησα κάποιον γιατί να είναι μόνοι, μα έσκυψε το κεφάλι. Ρώτησα κάποιον γιατί να παίρνουν χάπια οι άνθρωποι ως υποκατάστατα της ευτυχίας, μα κάρφωσε τα μάτια στο κενό. Ρώτησα κάποιον γιατί οι άνθρωποι μόνο να υπάρχουν, μα με κοίταξε σιωπηλός. Ρώτησα κάποιον γιατί δεν μπορούν να βρουν ησυχία όταν την έχουν ανάγκη. Ρώτησα κάποιον γιατί τόση υποκρισία. Ρώτησα κάποιον γιατί να μην μπορείς να βοηθήσεις. Ρώτησα κάποιον γιατί να αισθάνονται κι άλλοι όπως εγώ. Ρώτησα κάποιον γιατί το διαφορετικό φαντάζει γελοίο. Ρώτησα κάποιον γιατί οι άνθρωποι να έχουν αχρωματοψία, μα εκείνος έκλεισε τα μάτια του. Ρώτησα κάποιον γιατί ο κόσμος είναι τόσο σκληρός. Ρώτησα κάποιον γιατί φοβούνται να εμπιστευθούν. Ρώτησα κάποιον γιατί οι κραυγές να γίνονται σιωπηλές. Ρώτησα κάποιον γιατί να μισούν οι άνθρωποι, μα εκείνος έκλεισε τ’ αυτιά του. Ρώτησα κάποιον γιατί τα δάκρυα να μπαίνουν σε δοχεία και συνέχισα φωνάζοντας γιατί να σπάνε; Ρώτησα κάποιον γιατί να αλλάζουν οι άνθρωποι, μα απάντηση δεν πήρα. Μόνο ένα δάκρυ κύλησε κι όταν συνήλθε με συμβούλεψε να τ’ αφήσω όλα αυτά στην άκρη. Κάποιος μου είπε να γίνω φυσιολογική. Κάποιος μου είπε να σκάσω και οι κραυγές μου έγιναν σιωπηλές…