Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

στην κ.Ζ. και στο λαλίστατο πουλάκι!;)



Γιατί, ε; Ρωτάτε γιατί… Να γιατί, λοιπόν. Όσα παιδιά θέλουν να περάσουν νομική, θέλουν να μπουν στο διπλωματικό σώμα. Δεν έχω συναντήσει ούτε ένα που να τα κατάφερε. Όσα παιδιά θέλουν να πάνε Πολυτεχνείο, θέλουν να δουλέψουν για μεγάλες εταιρίες στο εξωτερικό. Δεν έχω συναντήσει ούτε ένα που να έμεινε εκεί. Τι είναι αυτό, λοιπόν, που μου λέει ότι εγώ θα τα καταφέρω;! Να, λοιπόν, αυτό τρέμω. Την αποτυχία. Και τρέμω και κάτι άλλο… (αυτό το τρέμω πιο πολύ). Τρέμω ότι θα χάσω γενικά όλους όσους αγαπώ και ειδικά εσένα… Απάντησα, λοιπόν, στην ερώτησή σου κ. Ζ. κι σε σένα λαλίστατο πουλάκι-ταχυδρόμε; Συγχωρέστε μου τον επιθετικό, ίσως, τόνο, όμως τα νεύρα μου δεν είναι καλά τελευταία. Όχι, δεν έχω θυμώσει με κανέναν απ’ τους δυο σας. Το αντίθετο. Είναι, τελικά, πολύ γλυκό να νοιάζονται για σένα… Έστω κι έτσι…

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Κάτι σκόρπισε στο δρόμο...

Photo by Dimitra Car Photography
Πάλι δεν μπορώ να κλείσω μάτι...Έτσι, δεν μου μένει τίποτα άλλο παρά να κάνω έναν απολογισμό της ημέρας (μπορεί και της εβδομάδας...όπως μου βγει). Το μυαλό μου έχει σκορπίσει. Δεν πάω καθόλου καλά τελευταία. Απ' τη μια τριγυρνάω στους διαδρόμους σαν χαμένο, χωρίς να ξέρω πού πάω και τελικά πηγαίνω, εκεί που ναι μεν ήθελα να πάω, αλλά δεν έπρεπε... Μπέρδεμα, ε; Ε, λοιπόν, σωσιβιάκι μου έτσι είναι τα πράγματα μέσα στο μυαλό μου. Μπερδεμένα. Πλησιάζει ο καιρός κι αρρωσταίνω μόνο στην σκέψη... Ξέχασα τα παπούτσια μου στη σχολή χορού! Σκατά... Τώρα θα τα πάρω από Δευτέρα... Ξέχασα να δώσω και στον Θάνο τα φυλλάδια. Σκατά στο τετράγωνο! Κι αμέσως τα σκατά υψώνονται στον κύβο... Ήξερα ότι έχω δίκιο, ακόμα το ξέρω. Όμως πόσο αμείλικτος να είσαι, πόσο αμείλικτη να είμαι μπροστά σ' ένα ζευγάρι δακρυσμένα μάτια;! Όχι πολύ... Κι όμως, έγινα σκύλα. Και φτάνει στο τέλος της αυτή η εβδομάδα κι αισθάνομαι ότι δεν έχω κερδίσει τίποτα. Μόνο ένα ωραίο βιβλίο διάβασα κι αυτό στα γρήγορα για να προλάβω και τα φροντιστήρια. Και νιώθω πως θα σκάσω και πως θέλω να σου τα πω όλα κι όμως δεν μπορώ. Κι ύστερα είναι κι αυτές οι ξαφνικές αδιαθεσίες που με τρομάζουν. Και τα πόδια μου κόβονται μόλις ανέβω τις σκάλες και ολόκληρο το δωμάτιο φέρνει σβούρες μόλις κουνήσω το κεφάλι κι εκείνος ο πονοκέφαλος δεν λέει να μ' αφήσει. Κι ένα σωρό ερωτήσεις... Σημαντικές και μη. Γιατί τα ακουστικά μου να μην βρίσκονται ποτέ στη θέση τους όταν τα χρειάζομαι;! Γιατί οι τιράντες του σουτιέν να κόβονται όταν τις έχεις πραγματικά ανάγκη και γιατί το laptop να μένει από μπαταρία;! Γιατί να μην μπορώ να σου μιλήσω και γιατί να μην μπορώ να κοιμηθώ; Κι έχω αυτήν την αίσθηση πως ζω κάθε μέρα την ίδια σκηνή. Και δεν έχω τίποτα καινούριο να περιμένω και τίποτα καινούριο ή παλιό να ελπίζω. Και νιώθω την ανάγκη, τώρα πιο πολύ από ποτέ, να ξαπλώσω στο κρεβάτι, να πάρω τον διαλυμένο μου αρκούδο αγκαλιά, να κοιμηθώ και να μην ξυπνήσω ποτέ. Να βυθιστώ στο σκοτάδι του δωματίου μου και να μην σηκωθώ από εκεί γιατί υπάρχει κίνδυνος να σκοντάψω στην πορτοκαλί μου τσάντα, στις πιτζάμες, στα ρούχα, στο μπουφάν, σ' εκείνο το γκρι παλτό, στα βιβλία, στην λαδί την τσάντα, στο μαξιλάρι, στις κολόνιες... Να μείνω μια ζωή ξαπλωμένη σ' ένα κρεβάτι με παντζούρια κλειστά, παράθυρα κλειστά, μάτια κλειστά... Γιατί να μην υπάρχει κάτι σαν "ήχος κλήσης" στο κινητό που όταν βάζεις τα ακουστικά να μην ακούς τίποτα. Να καλύπτει τη φασαρία και τις ομιλίες και να ζεις στην απόλυτη σιωπή. 26% η μπαταρία του laptop. Πρέπει να κλείσω. Κι αν δεν βρω τ' ακουστικά μου μάλλον θα μείνω ξάγρυπνη όλο το βράδυ... Και σου επέστρεψα το βιβλίο και δεν έχω τι να διαβάσω... Παραλήρημα... Για μια ακόμη φορά, καληνύχτα κι όνειρα γλυκά. Αν μπορείς, δες κι ένα όνειρο για μένα και πες ψιθυριστά, όχι από μέσα σου, πως αυτό το αφιερώνεις σε μένα...

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Θρύψαλα



Η νικοτίνη έχε κατακλείσει τα πνευμόνια μου και τα μαλλιά μου έχουν ποτίσει απ’ τη μυρωδιά του τσιγάρου. Το κάψιμο στο δεξί, πάνω μέρος του κεφαλιού μου με τσούζει και οι ρίζες του φτάνουν βαθειά μες στο μυαλό μου και το καίνε. Τότε είναι που αρχίζει ο πιο παλαβός διάλογος της ζωής μου…

-Εσύ φταις!
-Φταίω, όσο φταις κι εσύ!
-Όχι, όχι! Αν δεν με είχες γεμίσει όνειρα, φιλοδοξίες κι αυτές τις ανόητες ιδεολογίες δεν θα πνιγόμουν τώρα με τα ίδια μου τα δάκρυα!
-Αν δεν πνιγόσουν στα ίδια σου τα δάκρυα, δεν θα είχες ανάγκη να μου μιλήσεις, άρα δεν θα υπήρχα. Καθένας φροντίζει για τον εαυτό του. Ακόμα κι εγώ…
-Με χρησιμοποίησες δηλαδή;!
-Ο ένας χρησιμοποίησε τον άλλο. Εγώ για να υπάρξω κι εσύ για να ζήσεις.
-Μα δεν ζω.
-Ούτε κι εγώ υπάρχω.
-Πώς γίνεται αυτό;
-Ποιο;
-Έλα τώρα! Ξέρεις τι εννοώ! Πώς γίνεται να’ σαι σοφότερη από μένα;
-Μα δεν είμαι!
-…
-Βλέπεις πόσο εγωπαθέστατο πλάσμα είσαι;! Σ’ αρέσει να τ’ ακούς!
-Είμαι όσο εγωπαθής είσαι κι εσύ!
-Καλά, λοιπόν! Τότε, άκου! Δεν είμαι σοφότερη από σένα, γιατί απλά δεν υπάρχω. Εσύ μου δίνεις μορφή στο πέρασμά σου και λογική με το νου σου. Είμαι όσο σοφή ή έξυπνη ή οτιδήποτε άλλο θέλεις, όσο είσαι κι εσύ!
-Μάλιστα… Και τώρα τι κάνουμε;
-Τι κάνουμε;
-Αυτό σε ρώτησα κι εγώ!
-Ότι ξέρεις εσύ, ξέρω κι εγώ…
-Ναι, ναι! Το’ πιασα! Φτάνει!
-Τώρα, λοιπόν, τίποτα. Περιμένουμε. Όπως κάναμε πάντα. Περιμένουμε και προσπαθούμε να εντυπωσιάσουμε…
-Πάψε!
-Τι συμβαίνει;
-Ξέρεις τι συμβαίνει! Φτάνει! Δεν θα σ’ αφήσω να δηλητηριάσεις άλλο την ψυχή μου! Δεν θα σ’ αφήσω να προφέρεις αυτές τις λέξεις!
-Μα ξέρεις τι θα πω!
-Πάψε, είπα!  Πώς να σε κάνω να πάψεις;!
-Κι αυτό το ξέρεις… Το θέμα, όμως, είναι αν έχεις τη δύναμη να το κάνεις. Εγώ λέω πως δεν μπορείς. Δεν μπορείς να με διώξεις. Δεν μπορείς να διώξεις αυτό που σε κάνει να ζεις.
-ΜΑ ΔΕΝ ΖΩ!!!
-Έστω… Αυτό που σε κάνει να υπάρχεις. Κι όσο γι’ αυτό…δεν μπορείς να το αρνηθείς, γιατί χωρίς εμένα θα ήσουν απλά…εσύ.
-Τι παριστάνεις;
-Τον ναυαγοσώστη, μάλλον.
-Τότε, μάλλον, δεν κάνεις καλά τη δουλειά σου, γιατί ακόμα νιώθω πως πνίγομαι!
-Μα αυτή είναι η δουλειά μου. Να σου δίνω μια ανάσα λίγο πριν πεθάνεις και να σ’ αφήνω να πνίγεσαι τον υπόλοιπο καιρό.
-Και γιατί τέτοιο μίσος, εαυτούλη μου;
-Ξέρεις… Ξέρεις πολύ καλύτερα από μένα, γιατί μέχρι και σε μένα ντρέπεσαι να τ’ ομολογήσεις. Γιατί ξέρεις πως εσύ φταις! Εσύ φταις κι όχι εγώ!
-Αν εσύ με βοηθούσες, τίποτα δεν είχε γίνει!
-Ουφ, σε βαρέθηκα! Έτσι κάνεις πάντα! Ρίχνεις το φταίξιμο αλλού! Αν ήθελες τη βοήθειά μου, θα την είχες γυρέψει! Όπως και τώρα! Αν ήθελες την βοήθειά του, θα του μιλούσες και θ’ άφηνες πίσω τις φτηνές δικαιολογίες! Όμως, τότε, έτσι και τώρα, προτίμησες να με αγνοήσεις και ορίστε τώρα που φτάσαμε! Εσύ να πνίγεσαι στα δάκρυά σου, αυτός να ζει στην αιώνια σιωπή, κι εγώ… Εγώ διχασμένη κάπου στο ενδιάμεσο. Απ’ την μια να σώζω εσένα, αλλά όχι εντελώς, κι απ’ την άλλη να του μιλάω, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
-Θα σταματήσεις, επιτέλους, τον μονόλογο;!
-Στο χέρι σου είναι…
-Ναι, πράγματι.
-Όχι! ΟΧΙ! ΜΗ! Μη σβήνεις το φως! Πάλι τρέχεις να κρυφτείς!!! Ξέρεις, όμως, πως κάποια στιγμή θα ξημερώσει και τότε θες δεν θες θα μ’ αντιμετωπίσεις πάλι και θα’ μια πιο σκληρή και πιο αμείλικτη…
-Κοιμήσου για λίγο. Για μια φορά στη ζωή μας, άφησέ μας να κάνουμε έναν ήσυχο ύπνο. Καληνύχτα…
-Δεν θα βάλεις ποτέ σου μυαλό, τελικά…
-Ούτε κι εσύ!
-Καληνύχτα! Αύριο είναι η μεγάλη μας μέρα… Πάλι γι’ αυτόν γράφεις.
-Όνειρα γλυκά, μικρή! Πάντα γι’ αυτόν γράφω…

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Something to remember...

"Τίποτα πια δεν με σοκάρει",είπα κι ανοίξαν οι ουρανοί. Κι εσύ βουβός, ο διάολος να σε πάρει, σαν δέντρο που κοιτάει ένα παιδί. Πνίγομαι στο βάθος σε κάτι βρώμικα νερά, θολά κι ορμητικά. Κι απ' όλους τους σωτήρες εσύ είσαι ο πιο λάθος, που είσαι πεύκο στην ακρογιαλιά. Είσαι ένα πεύκο στην ακρογιαλιά. Είσαι ένα πεύκο στην ακρογιαλιά. Στο δρόμο ένα ακορντεόν να παίζει, χόρεψα μονάχη στη βροχή. Χόρεψε,τα χρόνια να θυμάσαι όταν οι ρίζες δεν σε κάρφωναν στη Γη. Θα' ρθω να ξεκουραστώ στα κλαδιά σου. Θα φορέσω τα μαύρα μου γυαλιά, να μην μπορώ να δω την ερημιά σου, που είσαι πεύκο στην ακρογιαλιά. Είσαι ένα πεύκο στην ακρογιαλιά. Είσαι ένα πεύκο στην ακρογιαλιά.

Τι παραμύθι να σου πω; Ποια ιστορία; Να κοιμηθείς και να' χεις όνειρα γλυκά. Όλη η ζωή μου μια μεγάλη απορία, που θα λυθεί όταν θα φύγω μακριά. Σ' αυτόν τον κόσμο όλα έχουν παλιώσει και αυτό το σπίτι, οχυρό χωρίς κλειδιά. Παγόνια στήσαν στον μπαλκόνι του λημέρι και μια τσιγγάνα στην αυλή του τραγουδά. Πάψε να κλαις για ότι πέρασε σωστά. κλείσε τα μάτια σου και κοίταξε μπροστά. Πάμε μαζί και με βοριά και με νοτιά. Εδώ αρχίζει και τελειώνει η φωτιά. Τι παραμύθι να σου πω; Ποια ιστορία; Άγγελοι καίνε τα φτερά τους στις γωνιές. Κι εγώ το θαύμα περιμένω μες στα κρύα, απ' τους αλήτες, τα παιδιά, τους ποιητές.

Θα μου ετοιμάσεις τσάι γιασεμί και στη βαθιά θα κάτσω πολυθρόνα. Τις κεφαλές θα μου χαρίσεις τους Ερμή - της Πολυδούρη ένα χειρόγραφο- κι ακόμα ότι με νύχια γράφτηκε στο χώμα και πάνω στο δικό σου το κορμί. Θα κλείσεις τα παντζούρια και θ' ανάψεις το φως. Παράσταση θα δώσεις μια θυσία. Θα τυλιχτείς σ' ένα σεντόνι μοναχός, να υποδυθείς σ' ένα φιλί την προδοσία. Δυο χρόνια βρέχει κι έχει υγρασία. Τρελάθηκε σου φαίνεται ο καιρός. Θα βρέχει, θα χιονίζει, θα φυσά. Κι εμείς εδώ καλά προφυλαγμένοι. Θα' μαστε δυο ανυπεράσπιστα νησιά κι από το χάρτη της Ελλάδας πια σβησμένοι. Δεν θα με πείσεις. Ξέρεις τι συμβαίνει. Σκοινί δεν έχω, μήτε σκαλωσιά...

Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

Some Jars Of Marmalade

Πάλι κάπως αργά γράφω… Πάλι μαζεύτηκαν ένα σωρό πράγματα που θέλω να πω, ένα σωρό πράγματα που με πνίγουν, αλλά από πού ν’ αρχίσω; Ας ξεκινήσω από την αναμονή… Αυτήν την αναμονή που με σκοτώνει (και ποιον δεν σκοτώνει θα μου πεις;). Μια βδομάδα πέρασε περίπου. Έπρεπε να το’ χω πάρει απόφαση, όμως όχι. Εγώ εκεί, να επιμένω. Χιλιάδες αριστερά κλικ του ποντικιού μου, χιλιάδες «επισκέψεις» κι άλλες τόσες αναγνώσεις. Ξέρω ότι το έλαβες το μήνυμα, όμως, έχει αρχίσει να μην μου είναι αρκετό. Ανάμεσα σ’ αυτές τις άπειρες «επισκέψεις», ήταν αναμενόμενο να διαβάσω κάτι που θα μ’ ενοχλήσει. Κι ύστερα εκείνο το χαμόγελο μέχρι τα αυτιά κι η πιο γλυκιά καλημέρα που έχω ακούσει, μ’ έκαναν να χαμογελάσω λιγάκι. Ένα χαμόγελο τόσο πλατύ όσο το δικό σου, όμως από μέσα μου, γιατί στα χείλη μου σχηματίστηκε, ξανά, ένα υποτονικό χαμόγελο, που θα έλεγε κανείς ότι το έφτιαξα από ευγένεια και μόνο. Μα δεν είναι έτσι. Ώρες-ώρες θέλω τόσο πολύ να τρέξω και να στο φωνάξω. Να το μάθεις κι εσύ και όλοι. Όμως, είπαμε… Θα τα μάθεις όλα αργότερα.

Πήρα σήμερα την Κάτια τηλέφωνο. Είπα είμαι που είμαι σκατά, τι πειράζει να γίνω λίγο χειρότερα; Φυσικά, η ανόητη δεν σκέφτηκα ότι μπορεί να κοιμάται, οπότε το σήκωσε η Ελίζα. Άουτς! Αμηχανία. Δεν ήξερα τι να πω. Ούτε γεια δεν κατάφερα να ψελλίσω κι αυτή λες και κατάλαβε ποιος είναι, ένιωθα την ανάσα της όλο και πιο απειλητική. Λες και θα περνούσε το χέρι της απ’ το ακουστικό για να με στραγγαλίσει. Μ’ αυτή τη σκέψη έμεινα για λίγο ακόμα στο ακουστικό κι όταν πια το πήρα απόφαση ότι δεν πρόκειται να δω κανένα χέρι να ξεπετάγεται της ψιθύρισα ένα: «Συγγνώμη» κι έκλεισα. Είχα δύο επιλογές. Να μείνω σπίτι (στο δωμάτιό μου συγκεκριμένα), να χωθώ κάτω απ’ την κουβέρτα (ακόμα κι αν η μάνα μου έχει το καλοριφέρ στους 200 βαθμούς!!!), να πάρω τον αρκούδο μου μια σφιχτή αγκαλιά και, αν μπορώ, να σκάσω απ’ το πολύ το κλάμα. Ή να πάω να χορέψω, βγάζοντας όλη αυτήν την περισσευούμενη οργή, ενώ θα το παίζω χαρούμενη κι ανέμελη. Έκανα το δεύτερο. Σήμερα χόρεψα. Νομίζω ότι από σήμερα μπορώ να χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη. Ήταν η πρώτη φορά σ’ αυτούς τους 4 μήνες (Ναι, ναι, είμαι επαγγελματίας χορεύτρια! Όχι παίζουμε!), που ένιωσα ότι χόρεψα με την ψυχή μου (κι ας χορέψαμε τον πανάθλιο Ρουβά!:)).

Γύρισα σπίτι, λοιπόν, όμως ένιωθα το στομάχι μου να έχει δεθεί κόμπο. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΛΑΡΩΣΩ ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ!!!!!! Πήγα μέχρι το ψυγείο (κλασσική κίνηση!:P), κι έβαλα να πιω ένα ποτήρι γάλα. Oh yes! I needed it like sheet! Κι έτσι όπως πήγαινα να κλείσω την πόρτα, ακούω απ’ το επάνω ράφι τη μαρμελάδα να μου μιλάει: «Φάε μεεεεεεεεεεεεεεεε………….. Φάε μεεεεεεεεεεεεεεεεεεε………». Χαλάω εγώ χατίρι στις μαρμελάδες (ειδικά όταν είναι και σπιτικές);! JAMAIS!!! Έτσι κατέληξα στο δωμάτιό μου με δυο βαζάκια μαρμελάδας αγκαλιά κι ότι φρυγανιά, ψωμί και παξιμάδι είχαμε στο σπίτι. Τι διατροφή και ανοησίες… Εδώ μιλάμε για την απόλυτη χαλάρωση!!! Φυσικά, υπήρχαν και απώλειες απ’ αυτή τη μάχη με τα πιρούνια, τα κουτάλια, τα μαχαίρια, τα δάχτυλα (γιατί ως γνωστόν αν δεν φας μαρμελάδα με το δάχτυλο, δεν την απολαμβάνεις!), κι ότι άλλο έβρισκα μπροστά μου! Τρομερές απώλειες! Το πληκτρολόγιο και το ποντίκι κολλάνε καλύτερα κι από κόλλα στιγμής. Pretty disgusting. I know. Δεν βαριέσαι, όμως. Αύριο μέρα είναι… Θα καθαρίσουμε. Αν, βέβαια, δεν τα έχουν φάει τα μυρμήγκια, οι κατσαρίδες και τα λοιπά, γνωστά και πολυαγαπημένα έντομα!, μέχρι τότε!

Finito la musica. Passato la fiesta

Υ.Γ.1 Αισθάνομαι ότι γράφω, κάθε μέρα όλο και πιο πολύ, μόνο για σένα…. Για σένα μόνο, που λέει κι ο φίλος Κορκολής. Τυχαίο; Δεν νομίζω! (Ξέρω, ξέρω. Είμαι θεοπάλαβη. Δεν έχεις καταλάβει τίποτα. Πραγματικά τίποτα! Όμως είμαι σίγουρη ότι έχεις ένα από εκείνα τα υπέροχα χαμόγελα στα χείλη σου. Δεν πειράζει. Φτάνει που κατάλαβα εγώ. Καληνύχτα σου…)
Υ.Γ.2 Σχετικά με την ταινία («ο άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν»). Ξέρω είμαι αδικαιολόγητη!!!! Μπορείτε να με βρίσετε όσο θέλετε!!! Να πω για μία ακόμα φορά ότι δεν το ξέχασα!!! Αλήθεια! Απλά δεν θέλω να το βάλω μαζί με κάποια απ’ τις ανόητες εξομολογήσεις μου. Είναι πιο σοβαρό απ’ αυτές και θέλω να έχει τη δέουσα προσοχή κι από σας κι από μένα…. So its a promise!!! Μόλις βρω χρόνο, θα την κάνω την ανάρτηση!

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

...Αθώοι...



Θέλουμε να τονίσουμε ότι δεν γράφουμε με προτροπή των καθηγητών μας. Δεν γράφουμε ψηφίσματα διαμαρτυρίας που μας υπαγορεύουν οι καθηγητές μας. Είμαστε μαθητές και μπορούμε να σκεφτόμαστε εξίσου καθαρά με εσάς! Μας ήταν ΑΔΥΝΑΤΟ να μείνουμε παθητικοί θιασώτες μπροστά σε μια τέτοια αδικία εις βάρος ανθρώπων που προσπαθούσαν να βοηθήσουν εμάς, τους μαθητές, χωρίς να έχουν κανέναν δόλο. Έτσι, προβήκαμε σε μια ειρηνική και το τονίζω αυτό, ειρηνική πορεία στην οποία θέλαμε να διαδηλώσουμε για την κατάφωρη αυτή αδικία. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τους στηρίξαμε σ’ αυτήν την υπόθεση. Ήμασταν μαζί τους καθ’ όλη τη διάρκεια της δικαστικής αυτής διένεξης και θα παραμείνουμε δίπλα τους μέχρι αυτή η υπόθεση να λήξει αισίως.

Οδηγήθηκαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου, ωσάν βαρυποινίτες να σημειώσουμε, επειδή θέλησαν να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία σε μαθητές που την είχαν ανάγκη. Κάπου εδώ υπάρχει μια ασάφεια. Οι μαθητές, οι οποίοι βοηθήθηκαν από τους καθηγητές, ήταν όλοι ιδιάζουσες περιπτώσεις. Ο ένας μαθητής με 80% αναπηρία, ο άλλος με χρόνια πάθηση και η μαθήτρια με ψυχολογικά προβλήματα. Κάτι ακόμα που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι οι «καταδικασθέντες» καθηγητές δεν πέρασαν στην επόμενη τάξη κανέναν τους. Αυτό που έκαναν ήταν να τους δώσουν την ευκαιρία να δώσουν εξετάσεις τον Σεπτέμβριο.

Η ψυχολογική τους κατάσταση; Τσακισμένη. Ο φόβος τους; Μεγάλος. Όχι γιατί έκαναν κάτι ανήθικο ή ξεδιάντροπο. Φόβος για το άγνωστο. Γίνεται εύκολα αντιληπτό το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι υπήρξαν νομότυποι σε ολόκληρη τη ζωή τους. Δεν είχαν παραβιάσει ποτέ το νόμο και δεν είχαν ξαναβρεθεί ποτέ ξανά σε καμία δικαστική διένεξη. Έτσι, ήταν φυσικό, να αισθανθούν κάποιο φόβο όταν εξετάζονταν από το τριμελές πλημμελειοδικείο, με πρωτόγνωρη σκληρότητα. Παρ’ όλα αυτά στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων χωρίς να δημιουργήσουν την παραμικρή φασαρία στην δικαστική αίθουσα, σε αντίθεση με την αντίδικη πλευρά.

Εκτός, όμως, από την καταρρακωμένη ψυχική διάθεση 41 καθηγητών, 4 γιατρών και 2 γονέων (που ήταν κατηγορούμενοι), το 2ο Γενικό Λύκειο Γιαννιτσών παρέμενε κλειστό, καθ’ όλη τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης. Ο λόγος; Η πλειοψηφία των «καταδικασθέντων» καθηγητών, δίδασκαν στο συγκεκριμένο σχολείο. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε, πραγματικά, για εμάς. Οι καθηγητές καταδικάστηκαν, γιατί «πέρασαν» μαθητές στην επόμενη τάξη, οι οποίοι είχαν ανεπαρκή φοίτηση. Εύλογα, προκύπτει η ερώτηση: «Ανεπαρκής είναι η φοίτηση μόνο των μαθητών, των οποίων οι απουσίες αναγράφονται στα απουσιολόγια;». Φυσικά και όχι! Χάθηκαν τόσες ώρες πολύτιμων μαθημάτων και ο μόνος λόγος που δεν θεωρείται η φοίτησή μας ανεπαρκής είναι επειδή τα απουσιολόγια δεν είχαν συμπληρωθεί! Εδώ φαίνεται για μία ακόμη φορά πόσο άδικη και επιπόλαιη υπήρξε η απόφαση του Δικαστηρίου.

Επιστρέφοντας στα σχολεία, έπειτα από 1,5 μήνα, η ψυχολογική κατάσταση των καθηγητών μας, τους εμπόδιζε να εκτελέσουν το καθήκον τους ως εκπαιδευτικοί. Οι ίδιοι δήλωσαν ότι θα προσπαθήσουν στο έπακρο για να το κατορθώσουν, όμως η δυσκολία είναι μεγάλη. Φανερά σαστισμένοι και έκπληκτοί, τόσο η μαθητική κοινότητα όσο και η υπόλοιπη κοινωνία των Γιαννιτσών, αποφασίσαμε να στηρίξουμε τους καθηγητές μας στον αγώνα που κάνουν για να αποδείξουν ότι είναι αθώοι. Έτσι, μαθητές και καθηγητές όλων των γυμνασίων και λυκείων των Γιαννιτσών, διαδήλωσαν υπέρ της αθωότητας των καθηγητών, ακολουθώντας ένα πανό, στο οποίο αναγραφόταν μία και μοναδική λέξη: «ΑΘΩΟΙ». Και πράγματι έτσι είναι. Το συνειδητοποιήσαμε καλύτερα εκείνη ακριβώς την στιγμή που βγήκαν από το σχολείο οι καθηγητές μας, κρατώντας στα χέρια το πανό και πραγματικά συγκινημένοι από τα συνθήματα που φωνάζαμε υπέρ τους, βούρκωσαν.

Δεν γίνεται λόγος απλά για την καταδίκη 41 καθηγητών, 2 γιατρών και 1 γονέα. Γίνεται λόγος για την κατά κόρον κονιορτοποίηση των αξιών και των θεσμών που διέπουν το σχολείο, αλλά και ολόκληρη την κοινωνία. Καταδικάστηκαν σε 12 μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή, άνθρωποι που δεν έκαναν τίποτα άλλο, παρά μόνο να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία σε 17χρονα παιδιά. Αν το Δικαστήριο, λοιπόν, θεωρεί ανθρώπους δήθεν νομότυπους παιδαγωγούς και δεν θεωρεί τους καθηγητές μας παιδαγωγούς, τότε χαιρόμαστε που τουλάχιστον αυτοί είναι άνθρωποι!!!

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

2ο ΓΕΛ Γιαννιτσών...Οι 41 "βαρυποινήτες" καθηγητές...

ΨΗΦΙΣΜΑ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

Σύμφωνα με δικαστική απόφαση οι καθηγητές μας καταδικάστηκαν από ένα δικαστήριο το οποίο αντιτίθεται στα ιδεώδη των ηθικών αρχών και παδαγωγικών αξιών.
Στο βωμό τής κατά γράμμα εφαρμογής του νόμου το δικαστήριο έκρινε ένοχους τους καθηγητές μας οι οποίοι προσπάθησαν να υπερασπιστούν τα μαθητικά δικαιώματα και να ενισχύσουν το ανθρωπιστικό πνεύμα και όχι μόνο να είναι φορείς του γνωσιοκεντρικού και εξετασιοκετνρικού εκπαιδευτικού συστήμα­τος.
Δυστυχώς δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με κάθε λεπτομέρεια το τι συνέβη. Εντούτοις θεωρούμε χρέος και υποχρέωσή μας να σταθούμε δίπλα τους και να φωνάξουμε  βροντερά παρόν.
ΕΊΜΑΣΤΕ ΠΟΛΛΟΙ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ

Το δεκαπενταμελές του 2ου ΓΕΛ
(το κείμενο αναρτήθηκε για πρώτη φορά από το http://skarmos.blogspot.com/2011/01/2_8783.html)
Υ.Γ. Οι ετικέτες από κάτω: -αηδία για την αχαριστία του κόσμου
                                            -αναθεματισμοί για την ανημποριά μας
                                            -απογοήτευση για το δικαστικό μας σύστημα

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Στον άγνωστο γνωστό μου

 Η φωτογραφία είναι από την Dimitra Car's Photography...


Απόψε γράφω για σένα. Ούτε για μένα, ούτε για κανέναν άλλο. Μόνο για σένα. Απόψε γράφω έχοντας αποκτήσει, προσωρινά πάντα, μια ικανότητα να προβλέπω το μέλλον. Ναι, το μέλλον. Όχι, δεν διάβασες λάθος, ούτε αποφάσισα να γίνω μέντιουμ, ούτε τρελάθηκα (ή τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω). Δεν έγινε, λοιπόν, τίποτα από τα παραπάνω. Αυτό που έγινε είναι ότι έσπαγα το κεφάλι μου να βρω έναν τρόπο για να νιώσω λίγο καλύτερα, αλλά χωρίς να σε βαρύνω περισσότερο. Ειδικά τώρα, που περνάς δύσκολα κι είμαι μεν στο πλάι σου, αλλά χωρίς να με χρειάζεσαι.

Θα με ρωτήσεις πάλι την επόμενη φορά που θα με δεις (και θα είναι σύντομα, ευτυχώς) : «Τι έχεις;». Κι εγώ θα σου απαντήσω μ’ ένα ψεύτικο χαμόγελο στα χείλη: «Τίποτα». Θα με κοιτάξεις στα μάτια και θα καταλάβω ότι δεν έχεις πειστεί. Κάθε φορά που θα με ρωτάς, η απάντηση θα είναι η ίδια: «τίποτα». Αυτό που εύχομαι είναι να με ρωτάς για πολλά πολλά πολλά χρόνια ακόμα, κι ας είναι ίδια η απάντηση. Κάποτε θα μάθεις. Λίγο πριν το τέλος, θα σου τα πω όλα. Κι αν τα πράγματα δεν γίνουν έτσι και χαθούμε, (δηλαδή εγώ θα χαθώ, θα εξαφανιστώ, χωρίς να δίνω σημεία ζωής) μην νοιάζεσαι. Δεν θα ξέρεις πού είμαι, όμως, θα μπορείς να με βρεις πανεύκολα. Ξέρεις πού; Δεν σου πάει το μυαλό, ε; Εδώ μέσα, βρε χαζέ! Στα Απύθμενα Νερά μου (τώρα αισθάνομαι ότι μπορώ να χρησιμοποιώ την κτητική αντωνυμία: «μου»). Κι όταν θα μ’ έχεις πια ξεγράψεις (ίσως να μ’ έχεις ξεχάσει κιόλας, γιατί τι είμαι κι εγώ; Άλλη μία «διαφορετική», όπως με χαρακτήρισες πέρυσι, ανάμεσα στους τόσους διαφορετικούς), θα έρθω να σε βρω. Θα έχεις και παιδιά, ίσως δύο κοριτσάκια. Θα εκπλαγείς, στην αρχή δεν θα με γνωρίσεις, αλλά μετά θα χαρείς που θα με δεις. Θα καθίσουμε στο σαλόνι και θα με ρωτήσεις για τη ζωή μου. Θα σε παρατηρώ προσεκτικά, και θα διαπιστώσω ότι δεν άλλαξες καθόλου και θα σε ερωτευτώ ξανά απ’ την αρχή, για τελευταία φορά. Θα με ξαναρωτήσεις για τη ζωή μου, κι ενώ περιμένεις τη συνηθισμένη απάντηση: «τίποτα», θα σε ξαφνιάσω και θα σου τα πω όλα απ’ την αρχή. Ίσως και να κλάψω. Ναι, σίγουρα θα κλάψω. Μαζί σου αισθάνομαι ο εαυτός μου και αφήνομαι ελεύθερη. Τότε, θα σου δώσω ένα φιλί, και είμαι σίγουρη ότι θα είναι το ωραιότερο φιλί που θα έχω πάρει ποτέ, και θα φύγω, ενώ εσύ θα έχεις μείνει εμβρόντητος.

Ύστερα θα εξαφανιστώ ξανά, απολαμβάνοντας τη γεύση που θα έχει το φιλί σου σε συνδυασμό με τα δάκρυα. Κι όταν πια στερέψω, λίγο πριν φύγει η γεύση από τα χείλη μου, θα δώσω ένα τέλος σ’ όλο αυτό. Εσύ μάλλον δεν θα το μάθεις σύντομα. Θα σου έχω ήδη ταχυδρομήσει το βιβλίο που θα’ χω γράψει με μια αφιέρωση (την οποία ποτέ δεν τόλμησα να ζητήσω), που θα λέει:

«Σου αφήνω την ζωή μου,
τα κομμάτια της ψυχής μου,
ή τουλάχιστον ότι απέμεινε απ’ αυτά.
Φύλαξέ τα κάπου υγρά και ήσυχα
για να είμαι σίγουρη ότι βρίσκομαι
στα Απύθμενα Νερά μου κι
ότι κανείς δεν θ’ ακούσει τις Σιωπηλές Κραυγές μου,
παρά μόνον εσύ…»

Θα χαμογελάσεις, μάλλον και θα το βάλεις στην άκρη για να το διαβάσεις όταν μπορέσεις. Όταν θα’ ρθει εκείνη η ώρα, θα το διαβάζεις, ενώ παράλληλα θα σημειώνεις ορισμένες παρατηρήσεις και θα διορθώνεις τις ανορθογραφίες μου. Κι όταν πια το τελειώσεις θα σε περιμένει ένα μικρό χαρτάκι, όπου θα σου υπενθυμίζω πόσο πολύ σ’ αγαπάω, θα σου ζητάω να μου συγχωρέσεις τόσο τις ασάφειες, όσο και τα τυχόν εκφραστικά λάθη, τονίζοντας πως καμιά ψυχή δεν είναι τέλεια. Τέλος, θα σε ενημερώνω ότι το τέλος που σου έλεγα έχει ήδη έρθει. Ίσως πριν από κάποιους μήνες ή και χρόνια, δεν ξέρω. Όμως, θα σου πω ότι δεν θέλω να χύσεις ούτε μια σταγόνα δάκρυ για μένα, γιατί έζησα μια ζωή γεμάτη. Ίσως όχι όπως θα την ήθελα, αλλά γεμάτη. Γεμάτη από ωραία βιβλία, ωραία ξενύχτια, ωραία μεθύσια, ωραία χαρτιά που γέμιζαν με την πάροδο του χρόνου, ωραία ποτά, ωραίες αναμνήσεις κι ωραία όνειρα με τ’ άπιαστο είδωλό σου. Θα λυπηθείς, ίσως και να τα βάλεις με τον εαυτό σου που δεν κατάλαβες τίποτα, όμως θα σου περάσει και θα συνεχίσεις τη ζωή σου. Κι εγώ… Εγώ θα σε βλέπω από ψηλά και θα σ’ ονειρεύομαι. Θα συνεχίσω να σ’ ονειρεύομαι, όχι για πολύ, μόνο για μια αιωνιότητα…

Υ.Γ.1 Συγχώρα με που σου γράφω με τέτοια οικειότητα, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.
Υ.Γ.2 Είμαι λιγουλάκι μεθυσμένη, οπότε συγχώρα και τα εκφραστικά λάθη.
Υ.Γ.3 Άσχετο, αλλά είχα υποσχεθεί μια ανάρτηση για την ταινία: «Ο Άνθρωπος Που Ενόχλησε Το Σύμπαν». Θα κάνω. Δεν το ξέχασα, απλά προέκυψαν άλλα…

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Here we are...

Here we are… Ήρθε το 2011 και ξεκίνησε επεισοδιακότατα. Η αλλαγή του χρόνου με βρήκε στο μικρό μπάνιο της κρεβατοκάμαρας να προσπαθώ να βάψω το αριστερό μου μάτι όπως έβαψα και το δεξί. Αξιοθρήνητο, έτσι; Τι να κάνω, όμως; Πήρα την απόφαση να βγω μετά την αλλαγή του χρόνου να γιορτάσω, ούτε κι εγώ ξέρω τι. Απ’ την αρχή είχα μια νευρικότητα και όχι άδικα, όπως αποδείχτηκε. Στην αρχή ήταν καλά. Μετά ήρθε το ποτό μου. Βότκα λεμόνι-δεν μου έκανε ένα ωραίο κρασάκι, ήθελα βότκα. Καλά να πάθω. Ήταν απαίσιο. Μετά το μαγαζί άρχισε να γεμίζει και μέσα σε λίγη ώρα δεν μπορούσα να κάνω βήμα. Τα πόδια μου πονούσαν αφόρητα από τις 12ποντες γόβες που επέλεξα να βάλω, γιατί αυτές ταίριαζαν με το φόρεμα, του οποίου οι τιράντες έφευγαν συνεχώς απ’ τη θέση τους. Η μουσική ήταν απίστευτα δυνατή και εξίσου απαίσια και φυσικά δεν μπορούσαμε να αρθρώσουμε λέξη. Έφυγα πολύ νωρίτερα απ’ όσο είχα υπολογίσει, αλλά δεν με πειράζει καθόλου. Το αντίθετο μάλιστα. Στο σπίτι έκανα το δικό μου πάρτι, ακούγοντας Ζερβουδάκη, Παυλίδη και Πασχαλίδη στο κρεβάτι, το οποίο κατά την ταπεινή μου άποψη ήταν πολύ πιο επιτυχημένο.

Χθες ήρθαν κάτι θείοι μας από Φλώρινα με τα δυο τους παιδιά. Ok. Στην αρχή ήταν ωραία. Ήπιαμε μπύρες, φάγαμε και λίγη πίτσα-χάρισμά μας, γιορτές είναι-, ήρθε και ο παππούς μου και το νινί μου, η Φρειδερίκη, περάσαμε ωραία. Μέχρι τη στιγμή που ήρθε η ώρα του ύπνου. Έβραζα μέσα μου κι αισθανόμουν ότι έγραφε με φωτεινή επιγραφή στο μέτωπό μου: ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ!!!! ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ!!!! Όμως, φαινόταν ότι δεν τη διάβαζε κανείς. Όχι δεν μου πήρε το κρεβάτι, ούτε και τον υπολογιστή, ούτε πείραζε τα πράγματά μου. Ήταν πολύ διακριτική. Μόνο που εγώ ήθελα να διαβάσω κανένα κείμενο στο internet, να πω και καμιά ανοησία στο Facebook  με την Άννα, γιατί ως συνήθως με είχαν πιάσει τα downιάσματά μου-προχθές με ρώτησε: «Ήθελα να’ ξερα, σ’ αφήνουν ποτέ;»- κι όταν αισθανθώ ότι δεν έχω να κάνω τίποτα άλλο, να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου και να πάρω αγκαλιά το αρκουδάκι μου-το οποίο προχθές σκίστηκε και τώρα κρέμεται από μια κλωστή. Και το χειρότερο είναι ότι το έσκισα εγώ κατά λάθος στον ύπνο μου, οπότε δεν μπορώ να κατηγορήσω κανέναν και να ξεσπάσω πάνω του. Σε ποιόν να ξεσπάσω; Πάλι σ’ εμένα;

Σήμερα κάθισα να κάνω επανάληψη το ΑΟΔΕΥ (υπερκαταπληκτικό μάθημα κατεύθυνσης… Αρχές Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων και Υπηρεσιών κι ανάθεμα αν κατάλαβε κανείς τίποτα. Μόνο που ακούς τον τίτλο ολόκληρο βαριέσαι.) Στην αρχή είχε ησυχία και τα κεφάλαια έβγαιναν το ένα μετά το άλλο. Αργότερα, όμως… Άκουγα τον αδερφό μου να αγορεύει για τις δεξιότητες του αριστερού ποδιού του Lionel Messi (ποδοσφαιριστής πρέπει να είναι), άκουγα τις ειδήσεις στη ΝΕΤ από τον κάτω όροφο (ο παππούς μου είναι λίγο...πώς να το πω; Κουφάλογο.), άκουγα και το κινητό μου να χτυπάει με μανία μέσα από κάποιο παλτό μου, αλλά το αγνοούσα πεισματικά. Κι έτσι όπως ήταν ανοιχτό το βιβλίο μπροστά μου, έτοιμο να με καταπιεί, ευχόμουν πραγματικά να το κάνει. Τώρα θα μου πείτε, το βιβλίο του ΑΟΔΕΥ θέλεις να σε καταπιεί; Η αλήθεια είναι ότι στη βιβλιοθήκη μου στέκεται και κοντεύει να πιάσει αράχνες, ο Κλιματισμένος Εφιάλτης του Μίλλερ, και θα’ θελα πάρα πολύ να με καταπιεί εκείνο το βιβλίο, όμως πού καιρός και διάθεση για να τ’ ανοίξω; Κάτι μου λέει ότι επιστρέφω πίσω στις μέρες που Το Πρόγραμμα Δεν Αποκρίνεται και τρέμω...

Η Βασιλική σήμερα μου έστειλε μια ταινία-ντοκιμαντέρ για μια ψυχιατρική κλινική στην Κρήτη. Τώρα γι’ αυτό τι να πω και τι να γράψω, που νιώθω σαν άγαλμα στη μέση μιας πλατείας; Θα υπάρξει ξεχωριστή ανάρτηση μόνο γι’ αυτό, απλά ήθελα να το αναφέρω κι εδώ. Μερικά λόγια, μερικών «τρελών», των οποίων οι «παραφροσύνες» είναι οι μεγαλύτερες αλήθειες…
«Είναι τρελοί αυτοί απ’ έξω παρά εδώ μέσα. Εδώ μέσα είναι λογικοί. Εδώ μέσα τους βλέπεις όλους…τους λένε να φαν το φαγητό τους, να ξαπλώσουν να κοιμηθούνε, να ξεκουραστούνε, αλλά οι άλλοι έξω…Ο ένας σκάβει το λάκκο του άλλου. Εγώ βγαίνω κι έξω και ξέρω. Πιο πολύ κατανόηση βρίσκω εδώ μέσα, στο νοσοκομείο, παρά απ’ έξω. Εγώ απ’ έξω δεν έχω να καπνίσω, γιατί δεν εργάζομαι και ζητάω ένα τσιγάρο από έναν χωριανό μου και μου κατεβάζει τα μούτρα. Εδώ μέσα, όμως, σ’ όποιον κι αν ζητήσω, μου δίνουνε.»
«Εδώ μέσα σ’ αυτό το μέρος είναι η ανυπαρξία. Δεν υπάρχει χρόνος και χώρος. Το μόνο που υπάρχει είναι ένα τσιγάρο που καίει κι ένας καφές. Το πιο εύκολο εκεί έξω είναι το πιο δύσκολο εδώ μέσα…Εγώ την τρέλα μου τη γουστάρω. Μπορεί να παίρνω φάρμακα, αλλά δεν έχασα τίποτα μέσα απ’ το μυαλό μου. Κι αυτοί που μας κλείσαν χάσαν τη δική τους αξιοπρέπεια κι εμείς σταλιά.»
«…Εκεί το βουνό είναι από πέτρα κι όχι από σίδερο, όπως ο πύργος του Άιφελ ή οι ουρανοξύστες της Ν. Υόρκης. Η πέτρα, η Γη είναι πέτρα. Δεν είναι ούτε όπλο, ούτε πυρήνας ατόμου, ούτε τίποτα άλλο. Οι πρώτοι άνθρωποι πολεμήσανε με πέτρες μεταξύ τους. Οι τελευταίοι, ο 3ος, ο 4ος παγκόσμιος πόλεμος θα γίνει πάλι με πέτρες…»

«Είμαι η στοργή.
Είμαι το δάκρυ απ’ το βλέφαρο.
Είμαι ο άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν.
Είμαστε εμείς.
Μια σταγόνα νερό στον ωκεανό
Είναι πιο μεγάλη από της Γης το σύμπαν.
Και βοηθούμε το δειλινό, το δειλινό…
Το δειλινό το βοηθούμε.
Θεέ μου ομορφιά,
Θεέ μου ζωή…»