Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

An ocean of memories


Κοίτα να δεις τι μπορεί να προκαλέσει μια διακοπή ρεύματος… Μου ήρθαν στο μυαλό δυο – τρεις αναμνήσεις κι αποφάσισα ν’ αφήσω τον εαυτό μου να χαθεί λιγάκι στα παλιά…



Η ράμπα, που χρησιμεύει στην αλλαγή λαδιών των φορτηγών, ήταν το ποτάμι μας. Εκεί πίναμε νερό, γεμίζαμε τα παγούρια μας και ξαποσταίναμε λίγο. Εκεί δίνονταν οι πιο επικές μάχες μας με τον Ricky να κοιτάζει σαστισμένος μια τον έναν και μια τον άλλον. Ύστερα τρέχαμε μ’ όλη μας τη δύναμη για να φτάσουμε στην βυσσινιά και κάπου εκεί ο Ricky τρελαινόταν! Χρησιμοποιούσαμε τις μπλούζες μας σαν καλάθια και βάζαμε εκεί όσα βύσσινα μπορούσαν να χωρέσουν. Συχνά τραγουδούσαμε ένα τραγούδι, που το είχαμε ακούσει σε μια θεατρική παράσταση. «Βύσσινα, βύσσινα, ωραία βύσσινα». Πηγαίναμε ύστερα μέχρι την βρύση, τα ξεπλέναμε καλά – καλά και καθόμασταν κάτω απ’ την βυσσινιά, με τον Ricky άλλοτε να γλείφει τα ζουμιά κι άλλοτε να ξαπλώνει στα πόδια μας. Όταν τελείωναν πια τα βύσσινα, ήταν ώρα για το φορτηγάκι μας. Ένα μικρό φορτηγό, παρατημένο ανάμεσα στα χόρτα. Μπαίναμε μέσα, κλείναμε τις πόρτες κι ακούγαμε τον Ricky να γαυγίζει αφηνιασμένος, ακούγοντας τις σπαρακτικές εκκλήσεις μας για βοήθεια, αφού μας είχαν απαγάγει! Κάπου εκεί άρχιζε να νυχτώνει κι έπρεπε να δέσουμε τον Ricky στο σπιτάκι του, δίπλα απ’ την βυσσινιά (πράγμα που απαιτούσε πολύ κόπο και χρόνο) και να πάμε μέσα. Δεν παραπονιόμασταν, όμως! Τα πράγματα ήταν εξίσου ενδιαφέροντα και μέσα. Πηγαίναμε στις αποθήκες και σκαρφαλώναμε στα κιβώτια, τα δεντρόσπιτά μας. Το ποδήλατό μου ήταν μια μηχανή ανωμάλου δρόμου, την οποία καβαλούσε ο Γιάννης και πήγαινε να μας φέρει προμήθειες από το χωριό, όσο η Καλλιρρόη μάζευε βότανα κι εγώ καθάριζα το σπίτι. Αφού γυρνούσε ο Γιάννης απ’ τα ψώνια, σκοτώναμε δυο – τρία θηρία, παλεύαμε με άλλους τόσους λαθροκυνηγούς και μετά το παιχνίδι σταματούσε να έχει τόσο ενδιαφέρον. Κάπου σ’ αυτό το σημείο πιάναμε στα χέρια τα «ψεκαστήρια», όπως τα λέγαμε, και κυνηγιόμασταν σ’ ολόκληρο το εργοστάσιο, προσπαθώντας να καταβρέξουμε ο ένας τον άλλον. Ύστερα ερχόταν η θεία μου και μόλις την βλέπαμε αρχίζαμε τα παράπονα. «Όχι ακόμα! Έλα, σε παρακαλούμε! Σε λίγο! Σε πέντε λεπτάκια!!!». Φυσικά, το αίτημά μας ποτέ δεν εισακούστηκε. Έτσι, χαιρετούσαμε τον Ricky και διαλυμένα απ’ την κούραση γυρνούσαμε σπίτια μας, δίνοντας ραντεβού για την επόμενη μέρα, όπου ξανάρχιζε το παιχνίδι απ’ την αρχή.

Πίσω στο παρόν, όμως, τώρα. Και στο παρόν, συμβαίνουν τα εξής…
Ανυπομονώ να ‘ρθει η επόμενη εβδομάδα…
Προβλέπονται πολλές αλλαγές. Πρώτη και καλύτερη: φεύγω Χαλκιδική!
Ανυπομονώ για τις συζητήσεις που μου επιφυλάσσει ήδη από την αρχή της.
Χρόνια πολλά μπαμπάκα μου! Χρονιά πολλά, αλλά το κυριότερο…χρόνια καλά!

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

...Ζωή & Ελένη...


   Ένα αρχοντικό μεγαλοπρεπές, αλλά παλιό και ετοιμόρροπο δέσποζε στην καρδιά ενός λόφου με θέα μια πανέμορφη λίμνη περικυκλωμένη από πλήθος μαγαζιών. Στο εσωτερικό του σπιτιού το χοντρό στρώμα σκόνης που σκέπαζε τα έπιπλα και το πάτωμα δεν επέτρεπε να ακουστεί ο παραμικρός θόρυβος. Στη μεγάλη σάλα, δίπλα απ’ την τραπεζαρία, βρισκόταν ένα τζάκι που αχνόφεγγε και γύρω από αυτό έπιπλα ψηλά που άγγιζαν σχεδόν την πανύψηλη οροφή, άλλα σπασμένα στα δύο, άλλα πεσμένα κάτω, μερικά όμως είχαν καταφέρει να παραμείνουν όρθια και στέκονταν εκεί χωρίς να έχουν χάσει την αρχοντιά και την περηφάνια τους.
   Μια κοπέλα μ’ ένα μπαλωμένο μάλλινο ριγμένο στους ώμους της και ένα παλιό τζιν στεκόταν δίπλα στο τζάκι, προσπαθώντας να ζεστάνει το παγωμένο της σώμα, διαβάζοντας ένα παμπάλαιο βιβλίο με μαύρο περίβλημα και γαριασμένες σελίδες. Η Ζωή διάβαζε και ξαναδιάβαζε το βιβλίο μήπως έχει κάτι παραλείψει. Το είχε διαβάσει πάνω από είκοσι φορές και είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα: τα έχει διαβάσει όλα, αλλά υπάρχει περίπτωση να έχει χαθεί μία σελίδα ακριβώς στη μέση του βιβλίου…
   Ένας κρότος από τον πάνω όροφο όμως διέκοψε τους συλλογισμούς της. Σταμάτησε να κάνει οποιονδήποτε θόρυβο και αφουγκράστηκε. Άκουσε ψίθυρους. Έσβησε τη μικροσκοπική φλόγα που με δυσκολία έκαιγε, πήρε το βιβλίο και τρύπωσε πίσω από ένα τεράστιο έπιπλο απέναντι από το τζάκι. Δύο άντρες μπήκαν στη μεγάλη σάλα. Ο ένας είχε βροντερή και αυταρχική φωνή και ήταν μεγαλόσωμος και ο άλλος ήταν πιο μικροκαμωμένος με ένα τόνο στη φωνή του που πρόδιδε την νεότητά του. Ο μεγαλύτερος προχώρησε προς το τζάκι με μεγάλη άνεση, ο νεαρός όμως κοιτούσε τη σάλα αμήχανος και τρομαγμένος.
   «Το τζάκι έκαιγε. Κάποιος είναι εδώ και πρέπει να τον βρούμε» είπε ο μεγαλύτερος.
   «Όμως…όμως πως;» ρώτησε αμήχανα ο νεότερος και οι κινήσεις του ήταν πολύ νευρικές. Η Ζωή όμως δεν μπορούσε να δει τα πρόσωπά τους γιατί η σάλα ήταν τόσο σκοτεινή που το μόνο που μπορούσε να διακρίνει ήταν οι μαύρες φιγούρες των δύο ανδρών. Όλα πήγαιναν καλά δεν είχαν ανακαλύψει τη Ζωή, όταν ξαφνικά…
   «Σςςς!!! Κάτι ακούω» είπε ο άντρας με την βροντερή φωνή. Πραγματικά ένας πολύ περίεργος θόρυβος ακουγόταν και νόμιζε κανείς ότι ερχόταν από το έδαφος!
   Μια φωνή ψιθύρισε κάτι. Ήταν τόσο κοντά στη Ζωή που αν γύριζε θα έβλεπε αυτόν που ψιθύριζε. Όμως ήταν αδύνατο. Τα πόδια της δεν κουνιούνταν από το πάτωμα θαρρείς και είχαν ριζώσει. Όλο της το σώμα είχε παραλύσει και έτρεμε από φόβο. Ο ψίθυρος συνέχισε και γινόταν όλο και πιο δυνατός και οι δυο άντρες που βρίσκονταν στη σάλα μαζί με τη Ζωή πλησίαζαν προς το έπιπλο που ήταν κρυμμένη. Αυτή τη φωνή, αυτόν τον ψίθυρο κάπου τον ήξερε, κάπου τον είχε ξανακούσει. και τότε κατάλαβε. Παρ’ όλο το φόβο της η Ζωή γύρισε τόσο απότομα που ακούστηκε ένα δυνατό κρακ από τα κόκαλα του σβέρκου της. Όταν όμως γύρισε, δεν είδε κανέναν παρά μόνο τον άδειο σκονισμένο τοίχο. Ο ψίθυρος σταμάτησε για μια στιγμή όμως ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα ενώ όλοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι είχε συμβεί, ξανάρχισε μα αυτή τη φορά δεν ήταν ψίθυρος, αλλά ένας οργισμένος μονόλογος σε μια γλώσσα άγνωστη.
   Το αγόρι που στεκόταν στη μέση της σάλας είχε τρομοκρατηθεί τόσο που δεν άντεξε. Σωριάστηκε στο πάτωμα και ανήμπορος να κουνηθεί ξέσπασε σε λυγμούς. Ο άνδρας που ήταν τόσο κοντά στο να ανακαλύψει τη Ζωή μόλις είδε το αγόρι κατάκοιτο έτρεξε προς το μέρος του. Ύστερα ακούστηκε ένα ελαφρύ ποδοβολητό και στη συνέχεια… σιωπή. Όλα είχαν τελειώσει. Οι δύο άνδρες έφυγαν από εκεί που ήρθαν, οι κραυγές και ο μονόλογος σταμάτησαν κι αυτοί. Το μόνο που ακουγόταν ήταν η ανάσα της Ζωής. κοφτή και δυνατή.  Ξεπρόβαλε διστακτικά από την κρυψώνα της και αφού έλεγξε το χώρο και σιγουρεύτηκε ότι δεν υπήρχε κανείς άλλος στο σπίτι κατάφερε, με δυσκολία βέβαια, να βγάλει και το υπόλοιπο σώμα της πίσω από το παλιό έπιπλο. Έτρεμε ολόκληρη. Ήταν ‘εκείνος’.

   Ένας πάταγος, ακούστηκε μια κραυγή, ύστερα άλλη μία και μετά ποδοβολητά.

   Μετά την κηδεία η Ελένη με την οικογένειά της γύρισαν στο σπίτι και εκείνη πήγε κατευθείαν στο δωμάτιο όπου άφησε την τελευταία της πνοή η Ζωή. Κάθισε στο κρεβάτι, χάιδεψε το άδειο μαξιλάρι που ακόμα είχε πάνω του τη μορφή της Ζωής. Ξέσπασε σε κλάματα και αγκάλιασε τόσο σφιχτά το μαξιλάρι σαν να ήταν η φίλη της. Τότε άρχισε να θυμάται. Γύρισε πίσω, πολύ πίσω, πριν το σεισμό στα Γιάννενα, στο λόφο.
   Πήγε τόσο πίσω που χάθηκε για ώρες στο χρόνο. Τότε με τα κορίτσια. Τα παιδικά τους χρόνια. Τα εφηβικά. Όλα τόσο κοντά, μα τόσο μακριά. Νόμιζε θα τα αγγίξει. Άπλωσε το χέρι της και έκανε μια γρήγορη κίνηση να πιάσει το παρελθόν. Η Ζωή ήταν εκεί. Το πρόσωπό της ήταν χαμογελαστό. Είχε πολύ καιρό να τη δει να χαμογελάει. Έπαιζαν και οι δυο ξέγνοιαστες χωρίς να ξέρουν το μέλλον, χωρίς να ξέρουν το αύριο.
   Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο της Ελένης. Το γεύτηκε. Ήταν πικρό, πολύ πικρό. Επανήλθε στο παρόν και αποφάσισε ότι σήμερα θα αφιέρωνε τη μέρα στη φίλη της και από την επόμενη θα συνέχιζε αυτό που δεν είχαν καταφέρει να τελειώσουν μαζί.
   Η Ελένη πήγε στην παλιά αποθήκη όπου θα έβρισκε αυτά που χρειαζόταν. Ένα καντήλι, κάμποσα κεριά και ένα μαύρο ύφασμα που θα κάλυπτε το τζάμι. Γύρισε πίσω στο δωμάτιο, εκείνο το μουντό δωμάτιο γεμάτο βιβλία. Πλησίασε το κρεβάτι. Στην πλάτη του κρεβατιού ακούμπησε το καντήλι. Το άναψε και στη συνέχεια τοποθέτησε τρία κεριά από την μία άκρη του κρεβατιού και άλλα τρία από την άλλη. Τα άναψε κι αυτά και στη συνέχεια στερέωσε σ’ ένα μακρύ κομμάτι ξύλου το μαύρο ύφασμα, που είχε πάρει από την αποθήκη, μπροστά στο παράθυρο, εμποδίζοντας έτσι το φως της μέρας να περάσει μέσα.
   Το δωμάτιο έγινε σκοτεινό και φωτιζόταν μόνο από την λάμψη των κεριών, που τρεμοέπαιζαν. Μπορούσε να ακούσει την αναπνοή της Ζωής. Πνιχτή, λαχανιασμένη, εξασθενημένη, ετοιμοθάνατη…

     Είχε πάει κιόλας οχτώ και ο ουρανός ήταν σκοτεινός κι ένα γκρίζο πέπλο τον έντυνε. Έκλαιγε, θρηνούσε. Οι σταγόνες ήταν τόσο χοντρές που έκαναν τον ήχο της βροχής να ακούγεται θυμωμένο, αγανακτισμένο. Ο αέρας φυσούσε δυνατά και το οργισμένο ουρλιαχτό του διαπερνούσε τα φύλλα των δέντρων που έτρεμαν στο πέρασμά του.
   Η Ελένη αποφάσισε ότι έπρεπε να πάει στο ραντεβού. Άξιζε τον κόπο. Ίσως πραγματικά να μάθαινε κάτι. Έβαλε ένα παλιό τζιν και μια πρόχειρη μπλούζα κι έφυγε με μια ομπρέλα παραμάσχαλα. Προχωρούσε με βήμα γρήγορο, κοφτό. Έφτασε στο προαύλιο της εκκλησίας. Μπήκε διστακτικά μέσα και όταν είδε ότι δεν την περίμενε κανείς, κάθισε στα σκαλοπάτια, όπου η βροχή δεν μπορούσε να την αγγίξει.
   Περίμενε εκεί για ώρες, όμως κανείς δεν ερχόταν. Η Ελένη κατάλαβε ότι όλα αυτά ήταν μια κακόγουστη φάρσα κι έφυγε φανερά στενοχωρημένη και απογοητευμένη. Προχωρούσε στο δρόμο με βήμα γρήγορο και κοφτό. Η βροχή έπεφτε πάνω στην γαλανή ομπρέλα που κρατούσε με μεγάλη μανία. Ώστε ήταν μία φάρσα. Μία κακόγουστη φάρσα από ανόητα και ανώριμα σχολιαρόπαιδα…


Υ.Γ. Δείξτε λίγη επιείκεια... Το έγραψα όταν ήμουν 13! :)

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

Συγχαρητήρια


Τελείωσε, λοιπόν και "επίσημα". Βγήκαν τα αποτελέσματα και ξέρουμε πια ποιοι είναι αυτοί, που όντας καταπληκτικά παπαγαλάκια, διέπρεψαν και θα έχουν πλέον μία περίοπτη θέση σ' ένα Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα και θα σε κοιτάζουν μ' ένα βλέμμα υποτιμητικό, γιατί αυτό σου αξίζει...και ποιοι είναι αυτοί, που όντας λιγότερο - ή και καθόλου - παπαγάλοι, ξέμειναν κάπου. Ω, μα βέβαια...Δεν πειράζει. Κάτι θα βρεθεί και για σένα... Μακάρι να ήμουν κουφή για σήμερα και να μην σ' άκουγα!!! Ποιος σου είπε ότι πειράζει? Ποιος σου είπε ότι με πειράζει? Μακάρι να ήμουν και τυφλή σήμερα και να μην έβλεπα αυτό το βλέμμα σου, αυτό το απαίσιο βλέμμα σου! Είδες το δικό μου? Γελούσα ηλίθιε!!! Γελούσα! Κι εκείνη η αυθόρμητη λεξούλα που μου' πες απ' το τηλέφωνο...Μόνο?! ΝΑΙ!!! ΝΑΙ, ΜΟΝΟ!!! ΚΙ ΑΝ ΘΕΣ ΕΛΑ ΕΣΥ ΕΔΩ ΚΑΙ ΓΡΑΨΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ!!! Έλα εσύ εδώ και γράψε περισσότερο, όμως πρέπει να βρίσκεσαι στην ίδια κατάσταση. Ξέρεις, δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που κοιμήθηκα σαν άνθρωπος. Αλλά τι λέω...δεν ξέρεις... Άκου, λοιπόν, για να μάθεις. Στην αρχή το άντεχα. Δύσκολα μεν, αλλά το άντεχα. Τους τελευταίους μήνες, όμως, η κατάσταση χειροτέρεψε πολύ. Ξέρεις, λοιπόν, εσύ που σου φαίνεται τόσο λίγη η προσπάθειά μου, ότι ακόμη κι εκείνες τις εβδομάδες που γράφαμε, κοιμόμουν μετά τις 6? Και ξέρεις ότι ξυπνούσα λίγο μετά τις 7? Ξέρεις ότι ακόμα κι αν κατάφερνα να κοιμηθώ ξυπνούσα μέσα στη νύχτα με λυγμούς, καθόμουν στο κρεβάτι, έπινα λίγο νερό, έκλεινα τα μάτια κι ευχόμουν μ' όλη τη δύναμη της καρδιάς μου να ξημερώσει για να εξαφανιστούν αυτοί οι εφιάλτες? Φυσικά και δεν το ξέρεις. Δεν ξέρεις τίποτα! Δεν ξέρεις τίποτα γενικώς και δεν ξέρεις τίποτα για μένα! Μάθε, λοιπόν, ότι ήταν επιλογή μου ν' ανήκω στην δεύτερη κατηγορία - τα μη παπαγαλάκια. Ήταν επιλογή μου και το έκανα γιατί το γούσταρα! Γιατί το ήθελα εγώ ρε γαμώτο! Και δεν μετανιώνω γι' αυτό! Κι όχι δεν θα ξαναδώσω... Και με κάνει έξω φρενών που το θεωρείς δεδομένο! Και για άλλη μία φορά, τώρα που την χρειαζόμουν... Την χρειαζόμουν για να με προστατέψει από εκείνο το ηλίθιο βλέμμα σου κι από εκείνη την αισχρή φράση σου και την ελεεινή "συμπόνια" σου. Τώρα, λοιπόν, που την χρειαζόμουν, για μία ακόμη φορά μονοπώλησε την προσοχή της άλλος. Πώς? Έτσι όπως το κάνει πάντα. Κατάφερε πάλι να μπει στο νοσοκομείο. Αλλά όχι, δεν κατηγορώ αυτόν. Ούτε κι αυτήν βέβαια.... Μάλλον εμένα κατηγορώ, που δεν είχα ποτέ το θάρρος να της πω: Σε χρειάζομαι. Βοήθεια. Και πώς γίνεται σήμερα να με θυμούνται όλοι?! Το κινητό μου δεν σταμάτησε να χτυπάει. Γιατί θες να ξέρεις πώς τα πήγα? Για να μπορείς, ίσως, να αισθάνεσαι ότι, αφού κι εσύ κάπου τόσο είχες γράψει, δεν είσαι μόνος. Ή για να μπορείς να ικανοποιήσεις την ματαιοδοξία σου. Ε, ναι, λοιπόν. Αφού θέλεις να το ακούσεις τόσο πολύ, θα σου κάνω την χάρη, θα σου δώσω αυτήν την χαρά και θα' ναι όλη δική σου! Συγχαρητήρια, είσαι καλύτερος από μένα...

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

Εξαιρετικά Αφιερωμένο


Ετοιμάζομαι να βγω πάλι… Ναι καλά ακούς, πάλι… Πάλι, γιατί αν μείνω μέσα θα μου στρίψει. Έμαθα πολλά πράγματα τελευταία και είναι υπερβολικά πολλές οι πληροφορίες για να καταφέρω να τις συγκρατήσω. Είναι πολλές και πονάνε άλλο τόσο. Ήξερες εσύ ότι είμαι ο «εγκέφαλος» της παρέας; Εγώ πάλι πρώτη φορά τ’ ακούω… Ίσως αυτά που έλεγα για να καθησυχάσω τις άλλες, ώστε να μην φτάσουμε στα άκρα, τελικά να έκρυβαν ένα άλλο νόημα με απώτερο σκοπό να τις αποπροσανατολίσω και τελικά να κάνουν ότι θέλω εγώ. Ε, ναι αυτό πρέπει να είναι, γιατί είναι γνωστά άβουλα όντα αυτοί που ονομάζω μεν «φίλους» μου, όμως στην πραγματικότητα είναι τα υποχείριά μου. Είναι παιχνιδάκια, τα οποία εξουσιάζω και ικανοποιώ έτσι την δίψα μου για δύναμη. Ίσως τελικά να είμαι και απόγονος του Αδόλφου. Και να δεις που και τώρα που θα διαβάσουν το κείμενο, δεν θα θυμώσουν. Έχω εγώ τον τρόπο μου πάντα και καταφέρνω να τους…υπνωτίζω. Γιατί το άλλο; Ήξερες εσύ ότι όποιος καπνίζει είναι πολύ αλήτης και φυσικά κρύβεται από την υπόλοιπη παρέα γιατί τους ντρέπεται; Εγώ πάλι το έμαθα πρόσφατα… Αν με δεις στον δρόμο, λοιπόν, μην με χαιρετήσεις και χαλάσει η ατσαλάκωτη εικόνα σου κι εδώ μην μου κάνεις κανένα σχόλιο και μολύνεις το άσπιλο μυαλό σου… Δεν είναι τόσο τα λόγια που με πειράζουν… Εντάξει οφείλω να ομολογήσω ότι κατάφεραν να με κρατήσουν ένα βράδυ ξύπνια, άλλοτε να τα σκέφτομαι κι άλλοτε να βάζω τα κλάματα, όμως άλλο είναι αυτό που μ’ ενοχλεί. Μ’ ενοχλεί η υποκρισία σου, μ’ ενοχλεί ότι σε θεωρούσα φίλη, μ’ ενοχλεί ότι νόμιζα πως σε ήξερα, μ’ ενοχλεί το μίσος σου, μ’ ενοχλεί που δεν ανοίγεις το βρωμόστομά σου για να τα διαψεύσεις… Εκτός βέβαια, αν τα πιστεύεις κι εσύ αυτά… Ε, τότε, σ’ αυτήν την περίπτωση, μ’ ενοχλεί ότι νόμιζα πως με ήξερες, όμως τελικά δεν ήξερες τίποτα. Δεν ξέρεις τίποτα, απ’ ότι φαίνεται. Δεν ξέρεις τι θα πει ειλικρίνεια και εμπιστοσύνη, δεν ξέρεις τι θα πει φιλία… Αλλά ξέχασα, ούτε κι εγώ ξέρω, αφού κι εγώ δεν έχω φίλους…υποχείρια είναι… Φύγε, λοιπόν, πάνε στους καινούριους σου φίλους, να σε γλείφουν και να σου λένε αυτά που θες ν’ ακούσεις και καλά να περνάς…  Τώρα για πόσο θα περνάς καλά μ’ αυτήν την πολύ ωραία και τέρμα επιφανειακή σχέση με τα γλειφτράκια σου, δεν ξέρω… Πάντως σου εύχομαι μέσα απ’ την ψυχή μου, να ‘ρθει σύντομα αυτή η στιγμή για να μπορέσω να πάρω κι εγώ την ικανοποίησή μου... Μα μην απορείς, αφού είπαμε… Είμαι κακός άνθρωπος εγώ…

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

...The Libertine...


Το απόλυτο κενό… Από καναπέ σε πολυθρόνα κι από κει πάλι στον καναπέ. Τα μεσημεριανά πάνε κι έρχονται κι έχω μάθει όλα τα νέα της showbiz. Τι είπε η Βάνα Μπάρμπα για το δίδυμο Σκορδά-Λιάγκα, τι είπε η Μενεγάκη για τη δήλωση της Βάνας Μπάρμπα για το δίδυμο Σκορδά-Λιάγκα, τι είπε η Ευγενία Μανωλίδου για την Ελεονόρα Μελέτη πριν μια εβδομάδα και τι είπε τώρα. Είδα μια συνταγή για αστακό-μακαρονάδα, είδα την Πετρούλα να ρουφάει ένα αυγό κι είδα και τους «αγανακτισμένους» στο Σύνταγμα και στον Λευκό Πύργο. Αυτά σε ένα κανάλι. Γυρίζω στο επόμενο και τα θέματα είναι ακριβώς ίδια, ίσως με λίγο διαφορετική σειρά. Α! Σ’ αυτό έδειχναν και την Λουκά να κάνει έφοδο σε μια κάμερα. Σιχάθηκα, λοιπόν, και την Βάνα Μπάρμπα και την Μενεγάκη και το δίδυμο Σκορδά-Λιάγκα και την Ευγενία Μανωλίδου και την Ελεονόρα Μελέτη και την αστακό-μακαρονάδα – όχι τους «αγανακτισμένους δεν τους σιχάθηκα – σιχάθηκα και τον ίδιο μου τον εαυτό. Έκλεισα αυτό το χαζοκούτι, πέταξα το τηλεκοντρόλ, κλείστηκα στο δωμάτιό μου κι αποφάσισα ότι θα ήταν καλύτερα να μην βγω καθόλου από εκεί. Έτσι έκανα, λοιπόν. Όμως, πώς να περάσουν 24 ώρες; Πώς;! Κι αφού, λοιπόν, η βιβλιοθήκη μου έχει στερέψει, προς το παρόν, επιδόθηκα στην άλλη μου λατρεία: ταινίες! Οι καλύτεροι ηθοποιοί: Johnny Depp, Helena Bonham Carter, Christina Ricci, Cate Blanchett, Oleg Yankovskiy, John Turturro, Carrie-Anne Moss, Helen Mirren, Judy Davis και οι καλύτεροι σκηνοθέτες: Tim Burton, Michael Mann, Gore Verbinski, Mark Forster, David Koepp, Laurence Dunmore, Lasse Hallstrom, Sally Potter, Roman Polanski, Thaddeus O’Sullivan συνθέτουν τις καλύτερες ταινίες: The Heart of Me, Enid, Secret Window, Finding Neverland, The Man Who Cried, Conversations With Other Women, The Wings Of The Dove, Alice In Wonderland, Sweeney Todd: The Daemon Barber Of Fleet Street, The Ninth Gate, Where The Angels Fear To Tread, Public Enemies, Chocolat, Sleepy Hollow, The Libertine… Όλες με πρωταγωνιστές τους αγαπημένους μου ηθοποιούς: Johnny Depp και Helena Bonham Carter και πολλές απ’ αυτές σκηνοθετημένες από τον επίσης αγαπημένο και λατρεμένο μου: Tim Burton…  Άπειρες ρυθμίσεις στα ηχεία για ν’ ακούγονται καλά, άπειρα «κατεβάσματα» εφαρμογών για να παίξουν τα βίντεο, άπειρο κλάμα και άπειρες σκέψεις μέχρι πρωίας. Ξέρεις, όμως, αυτό είναι το ωραίο σε μια ταινία. Αυτό κάνει μια ταινία επιτυχημένη. Να μπορεί να σε κάνει να κλάψεις, να χαρείς, να θυμώσεις, να ταυτιστείς με τους ήρωές της, να σε κρατήσει ξύπνιο όλο το βράδυ, ενώ σκέφτεσαι πως θα ήταν άραγε οι ζωές τους αν τα πράγματα έρχονταν διαφορετικά; Σκέψεις που έχουν και προεκτάσεις φυσικά… Πώς θα ήταν τα πράγματα στην δική μου ζωή αν δεν έκανα αυτό κι έκανα εκείνο; Όλες τις ταινίες που ανέφερα πριν τις είδα μέσα σε 4 μέρες… Ναι 4 μέρες… 24 ώρες το 24ωρο έβλεπα ταινίες. Δεν έχω κοιμηθεί λεπτό εδώ και τέσσερις μέρες κι έχει γίνει πια συνήθεια και δεν μπορώ να κοιμηθώ χωρίς πρώτα να δω μια ταινία… Αρρωστημένο, αλλά καλύτερο απ’ το κουμκουάτ! Δεν θέλω να πω τίποτα άλλο… Δεν μπορώ… Μόνο να γράψω κάτι τελευταίο…


Επιτρέψτε μου να είμαι ειλικρινής κατά την έναρξη.
Δεν πρόκειται να με συμπαθήσετε.
Οι κύριοι θα ζηλεύουν και οι κυρίες θα αισθάνονται αποστροφή.
Δεν θα με συμπαθείτε τώρα και θα με συμπαθείτε όλο και λιγότερο όσο περνάει η ώρα.
Κυρίες, μια ανακοίνωση.
Το σκέφτομαι όλη την ώρα.
Αυτό δεν είναι καύχημα ή γνώμη. Είναι ένα ιατρικά τεκμηριωμένο γεγονός.
Βάζω χέρι ξέρετε, κι εσείς θα με βλέπετε να βάζω χέρι και θα αναστενάζετε.
Μη!
Είναι πρόβλημα για εσάς και είναι πολύ καλύτερο να παρακολουθείτε και να βγάζετε συμπεράσματα από απόσταση παρά αν έβαζα όλα τα μικρόβιά μου στα μεσοφόρια σας.
Κύριοι, μην απελπίζεστε.
Κι αυτό το σκέφτομαι, και ταιριάζουν οι ίδιες προειδοποιήσεις.
Κρατήστε τους πικάντικους ερεθισμούς σας μέχρι να σας πω εγώ, αλλά αργότερα όταν θα ερεθιστείτε, γιατί αργότερα θα ερεθιστείτε, θα το περιμένω αυτό από εσάς και θα το ξέρω αν με απογοητεύσετε.
Σας εύχομαι να ερεθιστείτε με την παραμορφωμένη μου εικόνα, ενώ αισθάνεστε κάποιο κροτάλισμα στις γονάδες σας.
Νιώστε πώς ήταν για μένα, πώς είναι για μένα και αναλογιστείτε.
Ήταν αυτή η ανατριχίλα, η ίδια ανατριχίλα που ένιωσε κι αυτός;
Ήξερε κάτι πιο βαθύ;
Ή υπάρχει ένα τοίχος αθλιότητας, που όλοι συντρίβουμε με τα κεφάλια μας στην λάμψη της στιγμής;
Αυτό ήταν.
Τίποτα με ομοιοκαταληξία, κανένας ισχυρισμός για την ταπεινοφροσύνη μου.
Δεν περιμένατε αυτό ελπίζω.
Είμαι ο William Control
Και δεν θέλω να με συμπαθείτε…



 photo by Dimitra Car Photography


Έτσι, λοιπόν, ξαπλώνει στα τελευταία του.
Το νεκροκρέβατο σε αλλάζει.
Ο ευσεβής ακόλαστος.
Δεν μπορώ να χορέψω ούτε μισό μέτρο, έτσι δεν είναι;
Δώσε μου κρασί, θα στραγγίξω και το κατακάθι και θα πετάξω το άδειο μπουκάλι στον κόσμο.
Δείξε μου τον άρχοντά μας Ιησού σε αγωνία και θα ανέβω στον σταυρό και θα κλέψω τα καρφιά για τις δικές μου παλάμες.
Να ‘μαι, λοιπόν, αηδιασμένος απ’ τον κόσμο.
Το δάκρυ μου φρέσκο πάνω στην Βίβλο.
Κοιτάζω μια καρφίτσα και βλέπω αγγέλους να χορεύουν.
Λοιπόν, με συμπαθείτε τώρα;
Με συμπαθείτε τώρα;
Με συμπαθείτε τώρα;

Υ.Γ. Συγχωρέστε μου κάποια λαθάκια ή παρερμηνείες στην μετάφραση...Ήταν δύσκολο κείμενο...