Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Άλλαξε κι η Άνοιξη ευατό.

Πρέπει να ήταν όμορφα. Ναι ήταν όμορφα. Όταν μπορούσα να νιώσω την ανάσα σου. Όταν σ' άκουγα να ψιθυρίζεις ασύνδετες λέξεις μέσα στον ύπνο σου. Όταν μου μιλούσες και κοιτούσα τα χείλη, αντί τα μάτια σου. Μ' άρεσε να τα βλέπω να κουνιούνται και να σχηματίζουν λέξεις κι έπειτα προτάσεις κι ύστερα φράσεις. Κι εσύ δεν μ' έπαιρνες είδηση, κι εγώ τρελαινόμουν. Να 'μαι τώρα εδώ, στο πίσω μέρος ενός λεωφορείου να κάθομαι σε κάτι βρώμικα καθίσματα με μια περίεργη μυρωδιά να τρυπάει τα ρουθούνια μου, να προσπερνώ πλημμυρισμένα χωράφια, χωρίς ούτε ένα ίχνος άνοιξης να τρυπάει την μαυρίλα. Κι έρχεται μια στιγμή που λέω: δεν μπορεί να είμαι εγώ. Δεν μπορεί να είναι αυτό το σώμα μου. Στέκομαι τότε λίγο πιο μακριά και βλέπω ένα σώμα ν' ακουμπάει παραδομένο στο παράθυρο. Τότε όλα είναι πιο ξεκάθαρα Δεν είμαι εγώ. Είμαι σε λάθος σώμα, σε λάθος μέρος, σε λάθος χρονιά. Μα ούτε κι εγώ ξέρω, αν με ρωτήσεις, πού ανήκω. Κι αυτό το σώμα έχει καταλάβει πως κάτι ξένο φιλοξενεί και πασχίζει να το διώξει. Και θα έφευγα. Αλήθεια, θα έφευγα. Μόνο που δεν ξέρω που πρέπει να πάω. Γι' αυτό κάθε φορά που με ξερνάει με μανία το σώμα από μέσα του, γαντζώνομαι απ' την καρδιά - μερικές φορές κι απ' τα πνευμόνια- κι έτσι, απλά τραντάζομαι με τον ρυθμό. Κι αυτό σταματάει εξουθενωμένο και περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να μ' αιφνιδιάσει. Μα δεν ξέρει πως εγώ επίτηδες δεν κοιμάμαι τα βράδια. Κι αυτή η Άνοιξη μας ξεγέλασε όλους. Κι αν την είχα εδώ μπροστά μου, θα την χαστούκιζα για την ξεδιαντροπιά της. Όταν ήμουν μικρή την είχα φτιάξει όμορφη στο μυαλό μου, με μεγάλα πράσινα μάτια και πολύχρωμα λουλούδια γύρω απ' τα μαλλιά της. Μου 'χαν πει πως είναι καλή και πως αυτή φέρνει τον ήλιο. Ψέμα κι αυτό. Μόνοι μας φέρνουμε τον ήλιο, μα ακόμη πιο μόνοι φέρνουμε της καταχνιά της βροχής, την ησυχία πριν ξεσπάσει η μεγάλη μπόρα. Μάλλον κι η Άνοιξη, πάει καιρός, ξύπνησε μια πρωταπριλιά σε άλλο σώμα και στην αρχή γέλασε που κάποιος της έκανε μια τόσο καλοστημένη φάρσα. Κι άρχισε να ψάχνει να τον βρει και περνούσαν έτσι τα καλοκαίρια κι οι χειμώνες και τώρα πια κι αυτή απελπίστηκε και δεν μας κάνει πια χαρές. Στέρεψε η ψυχή της. Καημένη Άνοιξη. Σου θύμωσα πριν μα τώρα, κοίτα, μπορώ και βλέπω τα θολά σου μάτια και τα μαραμένα σου λουλούδια. Μπλεχτήκαν τα μαλλιά της και δένονται σε κόμπους. Καημένη Άνοιξη. Μονάχα κλαίει...

Δεν υπάρχουν σχόλια: