Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012


-          Άσε κάτω το ψαλίδι…
-          Πάλι ήρθες;
-          Ήρθα. Άσε κάτω το ψαλίδι…
-          Σ’ ευχαριστώ…
-          Μπορείς να το κάνεις και με τα χέρια.
-          Πάλι ήρθες…
-          Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις;
-          Ξέρω.
-          Άντε, λοιπόν, μην αργείς.
-          Δεν μπορώ.
-          Κάντο.
-          Πονάω σου λέω. Το δέρμα μου τραβάει.
-          Κάντο!
-          Το σώμα μου διαμαρτύρεται… Έλειπες κι εσύ τόσο καιρό…
-          Κάντο!!
-          Γιατί έλειπες;
-          Απλά τελείωνε…
-          Δεν μπορώ. Του είπα ότι θα γυρίσω.
-          Μην σκέφτεσαι άλλο.
-          Με περιμένει, σου λέω. Με ζητάει. Του λείπω.
-          Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις.
-          Δεν μ’ ακούς;! Το’ πε στην μάνα σήμερα. Με θέλει πίσω.
-          Μην σκέφτεσαι σου λέω.
-          Μα θα κλάψει αν δεν γυρίσω.
-          Θα του περάσει…
-          Θα του περάσει;
-          Κάντο.
-          Θα του περάσει…
-          Μην σκέφτεσαι, σου λέω, άλλο. Κάντο!
-          Θα του περάσει.
-          ΚΑΝΤΟ!!!
-          Δεν μπορώ σου λέω! Έφυγες κι εσύ! ΜΑΝΑ!!! Πού κρύφτηκες; Γιατί δεν βγαίνεις να σε δω; ΜΑΝΑΑΑΑ!!! ΘΑ ΤΟΥ ΠΕΡΑΣΕΙ, ΜΑΝΑ! Μάνα...ακούς; Θα του περάσει…

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Το Άλμα


Ένας απόκρημνος γκρεμός με φόντο μια θάλασσα που λυσσομανάει. Ένας ουρανός μουντός σκεπασμένος μ’ ένα γκρι πέπλο και μια βροχή να μαστιγώνει το πρόσωπό της. Το κρύο διαπερνούσε τα ρούχα, το δέρμα της κι έφτανε στα σωθικά της. Τα δάχτυλά της, λες και είχαν γίνει ένα με τον βράχο, δεν τα ένιωθε πια. Τα μάτια της προσηλωμένα ευθεία κάτω, στο τέλος του γκρεμού. Τα κύματα χτυπούσαν με μανία τον όγκο, λες κι ήθελαν να τον διαλύσουν σε εκατομμύρια μικρά κομμάτια. Τέντωσε το χέρι της μέχρι την πλάτη, έψαξε λίγο στα τυφλά και σταμάτησε στο σημείο που υπολόγιζε ότι βρίσκεται η ουλή, κρυμμένη καλά κάτω απ’ το χοντρό της πουλόβερ. Την χάιδεψε για λίγο σαν να της είχε λείψει και γέλασε με τον εαυτό της. Γέλασε δυνατά κι αμέσως κάλυψε το στόμα της για να μην ακουστεί. Μα ποιος θα την άκουγε με τέτοιο αέρα και ποιος θα μπορούσε να την βρει εκεί που ήταν; Έτσι άφησε τον εαυτό της ελεύθερο. Γέλασε με την ψυχή της. Γέλασε όπως δεν έχει ξαναγελάσει στην ζωή της και λίγο πριν τα τρανταχτά της γέλια μετατραπούν στην πιο σπαρακτική της έκκληση για βοήθεια, στο πιο γοερό της κλάμα, έκλεισε τα μάτια, έγειρε το κορμί της προς τα εμπρός κι άφησε την βαρύτητα να την κυριέψει. Για λίγο άκουσε τον άνεμο να της ψιθυρίζει όμορφα λόγια στ’ αυτί. Ένιωσε έναν έντονο πόνο στο στομάχι, ένα ελαφρύ μούδιασμα στο κεφάλι κι ένα παχύρρευστο υγρό ν’ αναβλύζει από μέσα της.
Άνοιξε τα μάτια της και οι μπαλκονόπορτες ήταν ανοιχτές. Ο αέρας φυσούσε τόσο δυνατά που τα μάτια της δάκρυσαν και για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν όντως έφταιγε ο αέρας. Η βροχή έμπαινε ανενόχλητη μέσα στο δωμάτιο κι είχε σχηματίσει μια μικρή λιμνούλα. Έσκυψε και είδε το πρόσωπό της να καθρεφτίζεται. Άπλωσε το χέρι της και διέλυσε για λίγο την τέλεια εικόνα που έβλεπε. Έμεινε ξαπλωμένη στο πάτωμα με το ένα χέρι βουτηγμένο στα νερά και το άλλο να πιέζει τόσο πολύ το στομάχι της, σαν να είχε μια ακατανίκητη επιθυμία να διαπεράσει το δέρμα της και να ξεριζώσει ότι υπήρχε μέσα. Έμεινε εκεί για ώρες και θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος ότι είναι νεκρή αν δεν τρανταζόταν το κορμί της από τους δυνατούς λυγμούς. Οι λυγμοί σταμάτησαν και έμεινε εκεί, ακίνητη πια, χωρίς να νοιάζεται για την βροχή, ούτε για τον αέρα, ούτε για το τσιγάρο που έκαιγε στο τασάκι…

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

"Τερατάκια Τσέπης"

Σκάλιζα προχθές – σαν μια πράξη απελπισίας δες το – τα παλιά… Και βρήκα… και τι δεν βρήκα να λες… Γράμματα σε ψυχές που έχουν φύγει, διηγήματα για ψυχές που ήλπιζα να μείνουν, ποιήματα για να κερδίσω τις εντυπώσεις των άλλων, ποιήματα προορισμένα να μείνουν σ’ ένα συρτάρι και να μην διαβαστούν ποτέ, κείμενα που ήθελα να τα πετάξω στα μούτρα κάποιων και στην διαδρομή να μεταμορφωθούν σε οτιδήποτε – αρκεί να ήταν βαρύ –, κάτι παλιές φωτογραφίες, ένα τετράδιο γεμάτο αναμνήσεις, άνοιξα κι ένα βιβλίο και βρήκα μέσα εκείνο το τριαντάφυλλο που είχα κρύψει πριν χρόνια. Είχα αφήσει μέσα κι ένα σημείωμα, όμως δεν το διάβασα. Θυμόμουν τι είχα γράψει. Δεν έχει έρθει, όμως, ακόμα η ώρα να το διαβάσω. Δεν έχει έρθει η ώρα να το διαβάσει κανείς. Διάβασα που λες μέσα σε δύο ώρες όλη μου την ζωή. Ότι λάθη έκανα, ορθογραφικά και μη, ότι υποσχέσεις είχα δώσει, ότι όνειρα είχα. Διάβασα και κάτι ωραία σχόλια και χαμογέλασα… Θέλω, τώρα, να διαβάσεις κι εσύ κάτι. Έτσι. Γιατί, όταν το είχα γράψει το εννοούσα και το εννοώ και τώρα…                               Φοβάμαι πως θα σβήσω κι εγώ με το πέρασμα του χρόνου όπως το μολύβι πάνω στο χαρτί. Ίσως να λιώσω όπως λιώνουν τα κεριά ή να σβήσω όπως η φλόγα τους. Φοβάμαι πως θα μαραθώ όπως εκείνο το όμορφο τριαντάφυλλο στον κήπο. Μα τι λέω; Δεν έχω κήπο. Κλεισμένη σ’ ένα κελί με εξόδους υπό αυστηρή επιτήρηση…Αν είχα την ευκαιρία να κάνω μία ευχή, θα ευχόμουν να γέμιζε η ζωή μου με χρώμα και λουλούδια. Θα ευχόμουν να είχα κήπο κι ένα όμορφο κόκκινο τριαντάφυλλο…                                                                                                  Περίεργο και τρομακτικό πόσο σε αλλάζουν οι καιροί, και οι καταστάσεις, αλλά κυρίως οι άνθρωποι…                                                                                                                                                                                                                                                                                                                       

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Απομεινάρια


Μια βροχή από αστέρια που πέφτουν παραιτημένα. Από ψυχές που παραδίνονται στα περίεργα. Στα περίεργα εκείνα λουλούδια που φύτρωσαν στο εργοτάξιο και μέσα σε μια νύχτα εξαφανίστηκαν ή σ’ εκείνο το αυγουστιάτικο φεγγάρι που ήταν λες και κατάπινε τα βουνά. Περπατούσαμε σ’ ένα χωράφι με καλαμιές, που έφταναν τότε ως τη γάμπα μας, και κοιτούσαμε τα πόδια μας που είχαν ματώσει. Ανακαλύψαμε ένα «σπίτι», πίσω από εκείνο το τεράστιο δέντρο, κρυμμένο πίσω απ’ τους πυκνούς θάμνους και θέλαμε να το εξερευνήσουμε. Μέσα του κατοικούσαν μόνο ένα ράντζο σκεπασμένο με κάτι κουβέρτες και κάτι ράφια μ’ ένα κουτί που έγραφε μια μάρκα από καφέ. Δεν ξέραμε αν είχε πράγματι καφέ. Ούτε τώρα ξέρουμε. Κανείς δεν τόλμησε να το ανοίξει. Κανείς μας δεν τόλμησε ν’ αγγίξει τίποτα, παρά μόνο το πόμολο της πόρτας, που άνοιξε κι έκλεισε ύστερα για πάντα. Κινούμασταν αργά, τρομαγμένοι και εκστασιασμένοι από την ανακάλυψή μας. Μόνο την είσοδο την περάσαμε βιαστικά γιατί κρεμόταν από πάνω μας ένα μελίσσι και φοβηθήκαμε. Μείναμε ώρες εκεί μέσα, φτιάχνοντας ιστορίες για περίεργους ανθρώπους και ξεχασμένα όνειρα. Ήταν ένα δωμάτιο τρία επί τρία κι εμείς ήμασταν πολύ περισσότεροι απ’ όσοι θα χωρούσαν σ’ ένα δωμάτιο τρία επί τρία. Κι όμως χωρέσαμε. Τώρα έχουμε μείνει δύο ή τρεις κι αυτοί κατά λάθος, γιατί μας ξέχασαν.
Άλλους μας ξέχασε η ζωή, κι άλλους μας ξέχασε ο θάνατος. Τώρα, λοιπόν, έχουμε μείνει δύο ή τρεις και δεν χωράμε ή ακόμα κι αν χωρούσαμε, δεν θα αντέχαμε ούτε λεπτό ή ακόμα κι αν αντέχαμε, η πόρτα δεν θα άνοιγε ποτέ ξανά. Από εκείνο το απόγευμα, μ’ εκείνο το περίεργο φεγγάρι πάνω απ’ τα βουνά κι εκείνα τα περίεργα λουλούδια στο εργοτάξιο, η πόρτα δεν ξανάνοιξε ποτέ. Βυθισμένη στην ντροπή και τη θλίψη της, που ξεκλείδωσε τα μυστικά της και κανείς δεν τα σεβάστηκε, έμεινε σφραγισμένη τόσο καλά που δεν άφησε άλλη επιλογή, παρά μόνο να την γκρεμίσουν…

Πηγαίνω πού και πού στο χωράφι με τις καλαμιές, καρφώνω το βλέμμα μου στο χώμα και φαντάζομαι τις γάμπες μου να ματώνουν. Προχωράω και φτάνω στο σημείο, που ήταν κάποτε το δέντρο. Το προσπερνάω και με την φαντασία μου φτιάχνω πάλι τις πυκνές φυλλωσιές των θάμνων. Άραγε θα χωρούσα τώρα να περάσω; Προχωράω λίγο ακόμη και φτάνω. Από πάνω μου κρέμεται το μελίσσι και ευθεία μπροστά μου, στο ύψος των ματιών μου βλέπω την πόρτα. Την θέση της τώρα έχει πάρει ένα διώροφο κτίριο με πέτρινους τοίχους και αλουμινένια κουφώματα. Κάθομαι στο χώμα κι αρχίζει ένας αέναος θρήνος σιωπής συνοδευμένος από έναν επίπονο κλυδωνισμό, που ανακατεύει τις σκέψεις μέσα στο κεφάλι μου…

Στεκόταν στην μια μεριά, ενήλικας πια με λίγο μούσι και μακριά μαλλιά, και με αγνοούσε όπως κάνει πάντα. Και στην άλλη μεριά στεκόταν το 10χρονο παιδάκι που τόσο πολύ νοιαζόταν για μένα, και το έβλεπα να τρέχει προς το μέρος μου και να κουρνιάζει στην αγκαλιά μου, όπως τότε που ήμασταν παιδιά. Κι εγώ τον κράτησα. Τον κράτησα τόσο σφιχτά, που για λίγο πίστεψα ότι είχα γυρίσει πίσω τον χρόνο. Και γύρισα την πλάτη μου στον άλλον και προσποιήθηκα πως δεν υπήρχε. Προσποιήθηκα πως είμαστε πάλι παιδιά. Ζωντάνεψαν οι γρατσουνιές απ’ τους θάμνους που παίζαμε μικροί, οι ομπρέλες μας πήραν τη θέση που τους αξίζει στην παραλία, τα ποδήλατά μας επίσης και το κυριότερο ζωντανέψαμε εμείς. Όλοι μας. Οι γονείς της Μαρίας κατέβαιναν όπως πάντα μαζί για να δουν το ηλιοβασίλεμα, η νονά του Βασίλη άπλωνε όπως κάθε απόγευμα τα ρούχα, ο κ. Λάκης φρόντιζε τον κήπο, οι γυναίκες της γειτονιάς μαζεύονταν στην αυλή μας και συζητούσαν με τις ώρες με την γιαγιά μου, ο παππούς και ο «κουμπάρος» ετοίμαζαν την βάρκα για να πάνε για ψάρεμα κι εμείς τρέχαμε από πίσω τους μπλέκοντας τις πετονιές και μετά καθόμασταν στην παραλία και βλέπαμε την βάρκα να απομακρύνεται, κατασκευάζοντας ιστορίες για θαλάσσια τέρατα και φάλαινες, μέχρι που χανόταν απ’ τα μάτια μας. Ύστερα παίζαμε ποδόσφαιρο στον χωματόδρομο, εμποδίζοντας φυσικά οποιοδήποτε όχημα να περάσει. Μόνο τα ποδήλατα τα κατάφερναν. Αυτοκίνητα και μηχανές εγκλωβίζονταν λίγο μετά την στροφή από το μπουλούκι που σχηματίζαμε. Όταν σουρούπωνε για τα καλά ξεκινούσαμε το κρυφτό μέχρι τις 11 ή και τις 12, περίπου την ίδια ώρα που γύριζαν κι οι ψαράδες. Μαζευόμασταν όλοι τριγύρω τους κι αυτοί άνοιγαν τους κουβάδες και μας σύστηναν τα ψάρια ένα-ένα. Τώρα, οι γονείς της Μαρίας χώρισαν, η νονά του Βασίλη δεν ξαναήρθε από τότε που πέθανε ο άντρας της, η γιαγιά μου πέθανε κι αυτή, ο παππούς κι ο «κουμπάρος» – θείο Δημήτρη τον φωνάζω πια – μεγάλωσαν πολύ και δεν αντέχουν να πηγαίνουν για ψάρεμα, κι εμείς… Μεγαλώσαμε κι εμείς και διαλυθήκαμε. Έχουμε μείνει δύο ή τρεις κι αυτοί κατά λάθος, γιατί μας ξέχασαν. Άλλους μας ξέχασε η ζωή κι άλλους μας ξέχασε ο θάνατος…






                                                                                                          

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Le Retour...

Τέλος τα ψέματα… Φτιάχνω βαλίτσα κι αποχαιρετώ τους δικούς μου, αλλά κι αυτούς που δεν είναι δικοί μου. Τους αποχαιρετώ κι αυτή τη φορά δεν θα δακρύσω επειδή θα μου λείψουν, έχοντας μια κρυφή ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά… Γιατί πολύ απλά, αυτήν την φορά δεν κάνω υποθέσεις, αλλά ξέρω τι γίνεται. Φεύγω, λοιπόν, και για πρώτη φορά στην ζωή μου περπατάω και δεν μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου… Φεύγω κι αυτήν την φορά παίρνω μαζί μου και τα βιβλία μου… Τα λατρεμένα μου βιβλία, για να διαβάζω όταν θα με πιάνει η κατάθλιψή μου. Φεύγω και ξέρω ότι εκεί θα αισθάνομαι πιο μόνη από ποτέ. Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο; Εκεί θα είμαι πιο μόνη από ποτέ… Καλό μου ταξίδι, λοιπόν…

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Κοίτα να προσέχεις...


Κοίτα να κρατάς κοντά σου όσους αγαπάς για να τους αγαπήσεις ακόμα περισσότερο. Κοίτα να τους κρατάς κοντά σου, για να μην ξεχάσεις πώς μιλάνε, πώς σε κοιτάζουν, πώς αστειεύονται και να τους αγαπάς πολύ. Τόσο πολύ που να μην μπορεί ούτε ο ίδιος σου ο εαυτός να εξηγήσει πόσο. Κοίτα να τους αγαπάς και να τους αφήνεις να σε πειράζουν και ν’ ανακατεύουν την ζωή σου, γιατί αυτό ξέρουν να κάνουν καλά. Κοίτα να τους αγαπάς και να κάνες πέρα τους εγωισμούς, γιατί οι εγωισμοί περιορίζουν την αγάπη και σε τυφλώνουν. Κοίτα να τους προσέχεις και να τους αφήνεις να σε προσέχουν κι αυτοί. Κοίτα να τους αγαπάς για να σου λείπουν κι όταν σου λείπουν τρέξε κοντά τους, με το νου ή το κορμί σου. Μα πάνω απ’ όλα, κοίτα να τους αγαπάς…
Κοίτα να τους αγαπάς όσο μπορείς, γιατί ίσως μετά να είναι αργά...




Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Φωτογραφίες ¬ Take 1

Οι δύο πιο μεγάλες μου αγάπες μαζεμένες σε μια φωτογραφία...

And I was swept away with nothing left to say.Some helpless fool,yet I was lost in a swoon of peace.You're all I need to find.So when the time is right come to me sweetly,come to me...If you only run for cover,it's just a waste of time.We are lost 'till we are found...