Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

"Άκου μάνα"


Έλα ρε μάνα. Καλημέρα. Τι κάνετε; Καλά είμαι κι εγώ. Ναι, ναι πίνω και γάλα. Ναι το ξέρω ότι δεν μπορούσες να μιλήσεις. Για πες τώρα… Τόσα πολλά;! Ποιο σπίτι θα πουλήσετε;! Κι ο παππούς; Ψάχνω, ρε μάνα. Ψάχνω, αλλά δεν έχει τίποτα. Μην σκας. Τώρα που θ’ ανοίξει ο καιρός, όλο και κάποιος θα ζητάει γκαρσόνια. Εσείς δεν θέλω να μου στεναχωριέστε. Έχω κι εγώ λεφτά στην άκρη. Ναι, εκείνα που μάζευα για την φωτογραφική. Ε, δεν πειράζει. Θα μαζέψω άλλα. Μια χαρά είμαι. Όχι, δεν ζαλίζομαι. Κι η πίεσή μου καλή είναι. Εσύ τον μπαμπά να προσέχεις. Άσε με εμένα. Την βρίσκω την άκρη. Ποια Ελευθερία; Α! ναι… Όχι, ρε μάνα. Δεν βλέπω Μενεγάκη. Ναι πηγαίνω. Όχι ρε μαμά, δεν μας πετάνε μολότοφ. Ναι θα τρώω. Εντάξει, θα πάω και βόλτα. Να δώσεις στον μπαμπά πολλά φιλιά και να του πεις να μην ανησυχεί. Εδώ είμαι εγώ. Όχι να μην με πάρεις. Θα θυμηθώ να το πάρω το χάπι μου. Άντε κλείνω. Πρέπει να φτιάξω την βαλίτσα. Όχι, ρε μάνα, δεν θα κουβαλήσω όλη την ντουλάπα. Όχι, δεν σου φωνάζω. Ούτε σε μαλώνω. Εντάξει, θα προσέχω. Άντε γεια. 

"Γιατί μάνα τα βρήκα όλα μπροστά μου.
Ο πόνος μου ζωή και διάλειμμα η χαρά μου.
Πάντα μάζευα ότι έμενε απ'τη στάχτη
μα η τύχη μ'έχει άχτι.
Άκου μάνα,για όλους έχει ο θεός.
Κι ίσως το δικό μου άστρο να'ναι κάπου εκεί στο φως.
Άκου μάνα,για όλους έχει ο θεός.
Και μας χωράει ο ουρανός..."

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Ενός λεπτού σιγή.

Για έναν απλό καφέ πήγα και κοίτα πού καταλήξαμε… Για έναν απλό καφέ – της παρηγοριάς αν θες – και στο λέω τώρα που τα χέρια μου τρέμουν. Όχι από φόβο ή απελπισία, αλλά απ’ το κρύο. Βλέπαμε, λοιπόν, τις ειδήσεις με μια κούπα καφέ μετέωρη στο ένα χέρι κι ένα μισοσβησμένο τσιγάρο στο άλλο. Η καμένη Αθήνα, άνθρωποι που κλαίνε, τα νέα μέτρα, ο Σόιμπλε, η Μέρκελ, η Νομική Αθηνών, ο Πρετεντέρης, η Τρέμη, ο Καψής και όλος ο υπόλοιπος ζωολογικός κήπος – χωρίς να έχω καμία πρόθεση να θίξω το ζωικό βασίλειο. Βλέπαμε να περνάνε από μπροστά μας εικόνες: φωτιές, γυαλιά, δάκρυα, νούμερα κανονικά, νούμερα με χέρια πόδια και κεφάλι… Δεν μιλούσαμε. Καμιά μας δεν μιλούσε. Ένα δεκάλεπτο απόλυτης σιωπής. Και κάπου εκεί, χωρίς να κοιταχτούμε και χωρίς να το ‘χουμε συνεννοηθεί, μια φράση πετάχτηκε από μέσα μας ταυτόχρονα:
-          Της πουτάνας! (χωρίς @ και *, γιατί έτσι. Για να πούμε μια φορά τα πράγματα με τ’ όνομά τους χωρίς φόβο και ντροπή)
Ύστερα κοιταχτήκαμε. Ένα βλέμμα ανησυχητικό, που επιβεβαίωνε τους φόβους μας. Ένα βλέμμα του τύπου: «Το βλέπεις κι εσύ, ε;». Ύστερα πάλι σιωπή κι αυτή τη φορά όχι γιατί ακούγαμε ειδήσεις. Σε έναν μήνα, άντε το πολύ δύο αν είμαστε τυχερές, θ’ ανέβουμε κι οι δυο μας πάνω. Εγώ θα αναλάβω το εργοστάσιο – μέχρι να κλείσει κι αυτό – κι εκείνη… Εκείνη πουτάνα στους δρόμους. Κι όταν βρεθώ στην μεγάλη ανάγκη θα της ζητήσω να με βάλει κι εμένα στην δουλειά. Το παν σε τέτοιους σκοτεινούς καιρούς είναι να έχεις καλές γνωριμίες. Α, ρε πατέρα… Με φανταζόσουν με πτυχίο να καμαρώνεις στις ορκομοσίες και τώρα προσπαθείς – όσο μπορείς κι εσύ – να μου ζεστάνεις την καρέκλα. Κι εσύ ρε μάνα που τις έκραζες τις πουτάνες κι ήταν το χειρότερο παράδειγμα για τα παιδιά σου, θα παρακαλάς για λίγα ψίχουλα απ’ την ταρίφα μου. Κουράγιο, όμως. Κράτα ρε μάνα. Κράτα γερά κι εσύ, πατέρα. Έρχομαι. Τώρα ησυχία. Τώρα ενός λεπτού σιγή. Ενός λεπτού σιγή για τα όνειρά μας. Ενός λεπτού σιγή κι ύστερα στα όπλα. Έρχομαι, μάνα. Έρχομαι.


Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Τίποτα το καινούριο, τίποτα το αξιοσημείωτο για να σου διηγηθώ...


Χωρίς καμία προειδοποίηση. Έτσι ξαφνικά. Έπεσα κάτω. Δεν μπορούσα να κουνηθώ καθόλου. Το τηλέφωνο ήταν πολύ μακριά για να το φτάσω και το πίσω μέρος του κεφαλιού μου είχε μουδιάσει. Και για λίγα δευτερόλεπτα δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο πέρα απ’ τα λόγια της Έλενας. Αν  πάθω κάτι, θα κάνουν τουλάχιστον τρεις ή τέσσερις μέρες να το καταλάβουν. Κάπου εκεί ένιωσα στο πετσί μου πόσο μικρή και λίγη είμαι. Πόσο μόνη είμαι. Το μούδιασμα πέρασε και το διαδέχτηκε ένας φριχτός πόνος. Συνέχιζα να δίνω εντολές στα χέρια και στα πόδια μου να κουνηθούν, αλλά μάταια…Όχι δεν τρόμαξα στην σκέψη ότι κάτι πραγματικά κακό μπορεί να μου ‘χει συμβεί, ίσως…ίσως και να ανακουφίστηκα. Τις τελευταίες μου σκέψεις, λοιπόν, τις αφιέρωσα σε τρεις ή τέσσερις ανθρώπους, το μυαλό μου κόλλησε σε τρεις ή τέσσερις στιγμές και το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι ξύπνησα δυο μέρες μετά, παγωμένη και ζαλισμένη, χωρίς να ‘χω καταλάβει τι έχει συμβεί. Ακόμα δεν ξέρω τι έγινε, αλλά σταμάτησα να προσπαθώ να καταλάβω. Δεν ξέρω τι ήταν, δεν ξέρω γιατί συνέβη, δεν ξέρω αν θα ξανασυμβεί. Αυτό που εύχομαι είναι, αν είναι να γίνει ας γίνει γρήγορα… Αυτά για σήμερα… Τίποτα το καινούριο, τίποτα το αξιοσημείωτο για να σου διηγηθώ. Ελπίζω μόνο να περνάς καλά.


Ξυπνώ μεσάνυχτα κι ανοίγω το παράθυρο.Κι αυτό που κάνω ποιος σου το'πε αδυναμία;Που λογιαριάζω το μηδέν μου με το άπειρο και βρίσκω ανάπηρο τον κόσμο στα σημεία.Να κοιμηθώ στο πάτωμα,να κλείσω και τα μάτια, γιατί υπάρχουν κι άτομα που γίνονται κομμάτια...

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Δεν αλλάζουν οι άνθρωποι,μάτια μου


Αναθεματισμένες νύχτες. Ξέρεις ποιες λέω… Κάτι νύχτες που η ησυχία είναι τόσο τρομακτική που θέλεις ν’ ανάψεις μέχρι κι εκείνη την λάμπα στον διάδρομο που τρεμοπαίζει. Κι εγώ το κάνω. Την ανάβω και περιμένω. Κάποια στιγμή, όμως, τα φώτα σβήνουν και μένω μέσα στο σκοτάδι, προσπαθώντας στην αρχή να προσαρμόσω τα μάτια μου στο μαύρο. Κι όταν το καταφέρω, κουρνιάζω στην άκρη του καναπέ – σ’ εκείνη που μισώ, όμως, όχι στην άλλη – και περιμένω ν’ απαγγελθούν οι κατηγορίες. Χωρίς κανένα έλεος, λοιπόν, πέφτουν βροχή στο πάτωμα, και στον καναπέ, και πάνω μου και τελικά τις αναγνωρίζω όλες κι αυτές δεν σταματάνε μέχρι να ξημερώσει. Τότε αλλάζω θέση στον καναπέ, κάθομαι για λίγο στην άλλη άκρη μέχρι να συνέλθω και πηγαίνω στο κρεβάτι. Και δεν με πειράζει που πια δεν κοιμάμαι καθόλου τα βράδια. Μόνο να, είναι κάτι που με βασανίζει. Κάτι που δεν θα καταλάβω ποτέ, αλλά ούτε και πρόκειται να αποβάλω. Δεν μπορώ να πω ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Υπάρχει κάτι, όμως, που μ’ εμποδίζει να χαρώ, μ’ εμποδίζει να το ζήσω. «Είναι αυτή η μόνιμη κατάθλιψη που έχετε εσείς οι συγγραφείς». Έτσι μου ‘χε πει ένα απόγευμα η Βάσω, μετά από ένα κουτί τούρτα παγωτού. Παραμύθιασα, λοιπόν, τον εαυτό μου ότι τάχα μας πείραξε το γλυκό και δεν έδωσα συνέχεια. Όμως, δεν είχε κι άδικο. Υπάρχει «κάτι» μέσα μου…πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει, γιατί δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, μάτια μου. Αλλάζουν οι καιροί, κι οι καταστάσεις, κι ο κόσμος γύρω μας, κι ο κόσμος μακριά μας… Μα εσύ, κι εγώ και όλοι μένουμε ίδιοι. Μένουμε ίδιοι στους αιώνες των αιώνων – χωρίς «αμήν». Κι η μονιμότητά μας αυτή μας φθείρει και κουράζει. Βαλτώνουμε με τον καιρό και τρέχουμε στο άγνωστο, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να ξεφύγουμε απ’ το γνωστό. Μα το «γνωστό» το κουβαλάς μέσα σου, το σέρνεις στους χωματόδρομους που τρέχεις, το βουλιάζεις στους βρώμικους βάλτους που βουτάς, το γδέρνεις στις άκρες των βουνών που σκαρφαλώνεις και τελικά το αγκαλιάζεις ηττημένος. Το αγκαλιάζεις είτε τ’ αγαπάς είτε όχι. Το αγκαλιάζεις γιατί δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, μάτια μου…

ΥΓ. Μετά από πολύ καιρό, έγραψα πρώτα σ’ ένα φύλλο χαρτί. Πόσο εύκολα την ξεχνάμε την αξία της μουτζούρας.


 "Σταματήσαμε να ψάχνουμε για τέρατα κάτω απ'το κρεβάτι μας, όταν καταλάβαμε ότι βρίσκονται μέσα μας."