Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Πεθαμένο Τριαντάφυλλο


Κι αφήνω το μανίκι να πέσει κι ο ένας ώμος μου γυμνός, όπως τότε που με γέννησε η μάνα μου. Κουράζομαι μετά από λίγο κι όλα επανέρχονται στην αρχική τους θέση. Το πρωί εσύ θα’ σαι πάλι εσύ, κι εγώ θα γίνω πάλι ο εαυτός μου. Στο σαλόνι ακόμα καίνε δυο κεριά κι ένα τρίτο μόλις έσβησε. Ακολουθώ με τα μάτια μου για λίγο τον καπνό και ζαλίζομαι. Κι έτσι όπως έσκαβα μέσα στα χαρτιά μου, κάτι έπεσε και βγήκε από μέσα εκείνο το τριαντάφυλλο που σου ‘λεγα. Το μάζεψα με προσοχή και φρόντισα να επιστρέψει εκεί που ανήκει. Κι εκείνα τα λίγα πέταλα που έμειναν πίσω, τα κοίταξα και θυμήθηκα πόσο κόκκινα ήταν, κι ύστερα τα μάζεψα. Τα κράτησα σφιχτά κι έκλαψα για το πεθαμένο τριαντάφυλλο. Κι έπαψα πια να ελπίζω… Όχι στο μέλλον, ούτε στον ήλιο και το φως, ούτε σε σένα. Και το πρωί που θα ‘σαι πάλι εσύ, κι εγώ θα ‘μαι πάλι ο εαυτός μου, έστω για ένα δευτερόλεπτο, καθώς θα προσπερνάς ένα παράθυρο, θυμήσου με. Θυμήσου με, γιατί αύριο τα κεριά θα ‘χουνε σβήσει… 

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Always and forever


Ένα ζευγάρι αμύγδαλα με κοιτούσαν έντονα και φοβισμένα. «Είναι επειδή δεν φοράς τα γυαλιά σου… Για δες τώρα. Καλύτερα;». Φόβος πάλι. Μια σιωπή βαριά ξεγύμνωσε τα σεντόνια και σαν τις ψυχές που φεύγουν μανιασμένες απ’ τον Άδη, ο πόνος ξετυλίχτηκε μπροστά μου. Και κράτησα το χέρι σου για να μην τρομάξεις, όμως τον είδες να καθρεφτίζεται στα μάτια μου και δάκρυσες. Κι αντί να βγάλω με τα δάχτυλα τα μάτια μου, έκλαψα και είδες πιο καθαρά. Κι ύστερα έκλαψες κι εσύ και πέθανες, μα δεν το κατάλαβα. Κι έσκαβα μανιασμένα τους τάφους να σε σώσω, μα δεν σ’ έβρισκα πουθενά. Και τότε κατάλαβα πως τους ξεγλίστρησες και το ‘σκασες και καθησύχασα τον εαυτό μου, γιατί έτσι πρέπει. Γι’ αυτόν δεν γίνονται όλα, άλλωστε; Τώρα και για πάντα… ή αν σ’ αρέσει πιο πολύ αλλιώς: Always and forever

I was a fool to believe...
A fool to believe
It all ends today.
Yes, it all ends today.
Today's a day,when dreaming ends...

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Μια καλημέρα κι η Σιμών


Πλησίασα δειλά με τα μάτια ορθάνοιχτα, ν’ ακούω κάθε της βλέμμα κι όταν την πλησίασα αρκετά την άκουσα να μου μιλάει – «Σε ξέρω;». «Εγώ είμαι. Δεν με θυμάσαι;» της ψιθύρισα. «Εγώ που σου έγραφα ποιήματα και τα ‘κρυβα μετά από φόβο, μήπως τα διαβάσει κανείς και με πιστέψει.» Κι αυτή, σαν να είχε έναν δεύτερο Μωυσή μπροστά της, άνοιξε στα δυο και μ’ άφησε να σκάψω για να βρω τα ποιήματά μου. Κι όταν δεν βρήκα κανένα, πήγε να με παρηγορήσει μα εγώ πιο γρήγορη της έριξα ευθύνες. Κι ύστερα άκουγα τα πουλιά να σφυρίζουν αδιάφορα κι υπέθεσα πως τα ‘φαγαν κάποια μέρα που πεινούσαν. Έκραξε ένας κόκορας καλημέρα και κατάλαβα πως έπρεπε να ‘χω γυρίσει εδώ και χρόνια.
Είδα την Σιμών να κάθεται δίπλα μου και να χαζεύει. Τόσα χρόνια νεκρή θα πρέπει ν’ απολαμβάνει τις σουλάτσες κάτω απ’ τον ήλιο. Μ’ άγγιξε στον ώμο το φτερό της και μ’ έκαψε. Της έριξα ένα βλέμμα αγριεμένο και πήρα μια γεύση απ’ την κόλαση. Κι ύστερα νύχτωσε.
Τριγύρισα τότε στους δρόμους κι έφτιαξα απ’ την αρχή ιστορίες, που όλες είχαν το ίδιο τέλος. Κι όπως όλες οι μεγάλες ιστορίες τελειώνουν με θάνατο, έτσι κι αυτές.
Κάθισα τότε στο πάτωμα παρέα με μιαν ατέρμονη σιωπή και κοίταξα έξω. Σωρός τα σκουπίδια. Άναψα τότε δυο κεριά για να μπορώ μεν ν’ ανάβω τα τσιγάρα, αλλά και να ξεχνιέται το βλέμμα με την φλόγα. Με βρήκε το ξημέρωμα στο πάτωμα και μ’ αίματα να τρέχουν. Έκραξε ένας κόκορας καλημέρα και κατάλαβα πως δεν έπρεπε να ‘χω γυρίσει.

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

48 κι 6 ώρες...

Τέλειωσε το μπουκάλι με το κρασί, και τα παυσίπονα, κι οι μπύρες, τέλειωσαν και τα τσιγάρα μου. Κι ενώ θέλω να κλάψω, τέλειωσαν και τα δάκρυά μου. Άλλα περίμενα κι άλλα έγιναν. Κι όλα μέσα μου έχουν χαλάσει. Ίσως για την τρομακτική μου όψη να μην φταίει η αϋπνία. Ίσως να βγαίνει τώρα ότι σάπιο είχα μέσα μου. Και βαρέθηκα να μου λένε όλοι πώς ν’ αγαπάω. Βαρέθηκα να μου λένε πώς να σ’ αγαπάω. Κι εσύ…άλλα μου ‘λεγες στην αρχή κι άλλα κάνεις. Κι όλα μέσα μου έχουν χαλάσει. Και το μόνο που μου ‘μεινε να κάνω είναι να σπάω πράγματα για να εκτονωθώ, αλλά κι αυτό μετά από λίγο χάνει το ενδιαφέρον του. Αισθάνομαι ότι όλα γύρω μου αλλάζουν. Όλα μέσα μου αλλάζουν. Μα αυτό που τρέμω πιο πολύ είναι ότι όλοι γύρω μου αλλάζουν… Και στα λέω αυτά μετά από 48 κι 6 ώρες αϋπνίας…

Μην καπνίζεις τόσο. Σ' αγαπώ. Και να προσέχεις...Μην μου αλλάζεις. Πάγωσε στα χείλια ο καφές. Μην με ξεχάσεις...

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Στάσου λίγο. Στάσου κάτω απ' την λάμπα να σε χτυπάει το φως κι άσε με εμένα να κουρνιάσω στο σκοτάδι και να χάνομαι στις σκέψεις μου. Σ' εκείνους τους ατέλειωτους περιπάτους, στις φωτεινές θάλασσες, στα σκοτεινά δρομάκια. Κάτω απ' τον ήλιο στην αρχή. Ύστερα κάτω απ' το φεγγάρι κι αργότερα...Αργότερα ούτε φεγγάρι. Μονάχα σύννεφα. Όχι, βροχή. Μονάχα σύννεφα. Μονότονα κι άσπρα σύννεφα. Κι αν καμιά φορά γινόντουσαν γκρίζα και δάκρυζε πού και πού ο ουρανός ήταν γιατί δειλά-δειλά έβγαινα απ' το φως για δυο στιγμές, ίσα για να νιώσω τις κόρες των ματιών μου να συστέλλονται. Θυμάσαι τότε που ήμασταν παιδιά και κυνηγούσαμε τις μέλισσες στους αγρούς; Τώρα απέκτησες αλλεργία στις μέλισσες. Απέκτησα κι εγώ αλλεργία στο φως και στους ανθρώπους. Μεγαλώσαμε απότομα. Σε μια νύχτα θαρρώ. Βγήκα απ' το δωμάτιο παιδί, άνοιξα στα κρυφά την πόρτα κι όταν επέστρεψα όλα μου πέφτανε μικρά. Σε παρέσυρα και σένα για να μην είμαι μόνη και τελικά μείναμε να κοιταζόμαστε σαν ξένοι και να μετράμε τις νύχτες, εγώ την θλίψη μου κι εσύ την μοναξιά σου. Κι όταν ξύπνησες ένα πρωί και κοίταξες δίπλα σου το άδειο κρεβάτι, σε πλημμύρισε η απελπισία και σκέφτηκες πως δεν μπορεί να φταις εσύ γι' αυτό. Κι ενώ μια από 'κεινες τις βουβές βραδιές είχαμε δώσει όρκο πως δεν θα γυρνούσαμε ποτέ πίσω, εσύ έψαχνες στο παρελθόν να ρίξεις ευθύνες για το παρόν. Λες και θα μπορούσες να σώσεις το μέλλον. Κι ενώ το είχα πάρει απόφαση πως πρέπει να προχωρήσω κι εγώ προς τα μπροστά, με γύρισες πίσω και μου 'χτισες ένα κάστρο από άμμο - όπως εκείνα που φτιάχναμε παιδιά - και το όρισες φυλακή μου. Χωρίς πόρτες και παράθυρα. Μάλιστα έσκαψες γύρω-γύρω και το χώρισες απ' την υπόλοιπη στεριά και για να 'σαι ακόμα πιο σίγουρος έβαλες κι έναν δράκο να με φυλάει. Κι άκουγα τον ήλιο ν' ανατέλλει και να δύει και μετρούσα. Δώδεκα ανατολές κι έντεκα δύσεις μετά, τα μάτια μου συνήθισαν στο σκοτάδι κι άρχισα να διακρίνω περίεργες μορφές, μα ο φόβος ξεπερνούσε την ανάγκη μου να μάθω. Με πλησίασε ένας άγγελος με μαύρα φτερά. Η ανάσα του μύριζε κρασί και το φως του είχε ξεθωριάσει. Μου ψιθύρισε κάτι στ' αυτί, μα εγώ είχα τον νου μου στο μέτρημα. -Δεκατρείς ανατολές, δώδεκα δύσεις...Τι μου 'πες; Σαν να θίχτηκε που δεν του 'δωσα σημασία και δεν ξαναφάνηκε ποτέ. Κι εγώ ντράπηκα και σφράγισα τα μάτια μου για τιμωρία, μα μέσα μου μια παιδική φωνή ούρλιαζε να την αφήσω να δει ξανά το αγγελούδι. Κι αναρωτήθηκα για μια στιγμή - και στ' ορκίζομαι ήταν μόνο για μια στιγμή - μήπως τα μάτια μου με γέλασαν εκείνο το βράδυ. Μήπως έπεφτε περίεργο το φως της Σελήνης και το 'κανε το δωμάτιο να δείχνει πως είναι τάχα μικρό. Και στ' ορκίστηκα πως ήταν μόνο για μια στιγμή κι ύστερα επέστρεψα στο μέτρημα. Πώς πέρασαν έτσι τα χρόνια;

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Όχι για μένα...Για την φουκαριάρα την Blood...


Διάβαζα σήμερα, που λες, τα κείμενά μου και ότι σχόλια είχανε. Έκλαψα, γέλασα, έκλαψα ξανά κι ακόμα κλαίω και μέσα απ’ τα δάκρυά μου, το λέω και το εννοώ χωρίς κανέναν δισταγμό πια: Έρχομαι. Αν δεν είμαι εκεί, τότε πουθενά. Αν δεν είμαι μαζί τους, τότε με κανέναν. Αν δεν κάνω αυτό που θέλω, τότε τίποτα. Κι αν είναι να βαλτώσω, ας βαλτώσω. Μέσα στην μανιοκατάθλιψή μου θα’ χω παρέα και θα κάνουμε ένα σπίτι τεκέ όπως σχεδιάζαμε και φωτεινές ενδείξεις που θα γράφουν: «ΠΡΟΣΟΧΗ! ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΜΑΝΙΟΚΑΤΑΘΛΙΨΗΣ!» Θα σαπίζουμε παρέα, θα βαριόμαστε να καθαρίσουμε, θα τριγυρνάμε παρέα μέχρι το πρωί και θα βλέπουμε ποιοτικές (ενίοτε και όχι) ταινίες. Θ’ ακούμε παρέα μουσική κι όταν θα βάζω Τσανακλίδου, δεν θα κρατιέμαι πια. Θα κλαίω. Θα κλαίω, γιατί θα μοιραζόμαστε τα πάντα (εξαιρούνται οι γκόμενοι και το φαΐ). Συμπέρασμα: Όχι για μένα. Για την φουκαριάρα την Blood, ανεβαίνω πάνω!

Υ.Γ. Θυμάσαι που σου ‘χα τάξει ένα κείμενο για την παρτάρα σου και μόνο? Ε να το! Ολ γιορς, Blood!

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Αυτά γι' απόψε...


Έσκισες ένα κομμάτι απ' το χαρτί που είχες δίπλα σου και κάτι μου έγραψες. Το άφησες στα χέρια μου που έτρεμαν, τα κράτησες σφιχτά και μου χαμογέλασες όπως δεν μου' χεις χαμογελάσει ποτέ. Δεν ήξερα τι είναι, μα δεν σε ρώτησα. Μόνο το έσφιξα μέσα στην παλάμη μου σαν να έσφιγγα το πιο ακριβό διαμάντι του κόσμου, κι ευχήθηκα μέχρι να βγω απ' το δωμάτιο να μην έχουν σβηστεί τα γράμματα απ' τον ιδρώτα. Άφησες τα χέρια μου, σαν να μου έλεγες να φύγω. Κι εγώ περπάτησα μέχρι την εξώπορτα, όχι με βιασύνη όπως θα περίμενε κανείς, μα αργά για ν’ απολαύσω την στιγμή. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και ξετύλιξα το χαρτί. «Θέλω» έγραφες με εκείνα τα μικρά βιαστικά σου γράμματα. Γύρισα το χαρτάκι απ’ την άλλη και συνέχισα την ανάγνωση: «Θα πορευτούμε σ’ αυτήν την ζωή “μαζί”, γι’ αυτό μην μου φοβάσαι…» Έγραφες κι άλλα μα δεν συνέχισα. Δεν ήθελα να διαβάσω τίποτα άλλο. Αυτό μόνο μου έφτανε. Και κάπου εκεί ήταν που ούρλιαζα μέσα στον ύπνο μου και με τα μάτια κλειστά: «Αφήστε με εδώ για πάντα.» Κι όταν ξύπνησα πια για τα καλά, έκλεισα πάλι τα μάτια κι ευχήθηκα να κοιμηθώ ξανά κι ύστερα πάλι, μα δεν έγινε τίποτα. Έτσι σηκώθηκα και το έριξα στην ποίηση. Κι απ’ όλα αυτά που διάβασα κράτησε αυτά…

Εν τω μεταξύ, κάθε μέρα έχω μαλώματα με την καρδιά μου.
«Καρδιά μου», της λέω, «κάνε κι εσύ μια υποχώρηση. Υπάρχει τόση ομορφιά σ’ αυτόν τον κόσμο. Υπάρχουν τόσα Σαββατόβραδα για γλέντι. Επιτέλους! Δεν χάθηκαν οι ευκαιρίες για προσήλωση». «Δεν ξέρεις τι ζητάς», μου αποκρίνεται, «Σε χάλασαν οι τόσες διαψεύσεις, σ’ έκανε εύκολο η απελπισία, έπαψες να πιστεύεις πια στον έρωτα: σε κλαίω»…

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά, έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας, ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας, κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας, έστω και μια φορά; Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή για τους απεγνωσμένους;

Η αγάπη αυτή ήταν μια απ’ τις πλάνες μου – τα λέω λίγο μπερδεμένα – μα ήταν μια απ’ τις μεγαλύτερές μου πλάνες…


Αυτά γι’ απόψε…

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Δυόμιση πακέτα τσιγάρα


Ήμουν απ’ τους τελευταίους που μπήκαν στο αμφιθέατρο, οπότε κάθισα σε μια θέση μπροστά. Μας μοίρασαν τα θέματα, τους έριξα μια ματιά κι εκεί ήταν που είπα «φεύγω». Όχι γιατί δεν τα ήξερα. Δεν έφυγα. Βυθίστηκα στο κάθισμά μου κι έβγαλα το στυλό μου. Άναψα ένα τσιγάρο και ξεκίνησα με το πρώτο θέμα. «Απαγορεύεται το κάπνισμα» άκουσα μια φωνή. Χέσε μας σκέφτηκα. Έκανα πως δεν την άκουσα και συνέχισα απ’ την μια να ρουφάω τον καπνό κι απ’ την άλλη να διαβάζω τα ολοκληρώματα. Ήρθε τότε δίπλα μου ξερόβηξε και επανέλαβε: «Απαγορεύεται το κάπνισμα εδώ μέσα». Δεν μίλησα. Τράβηξα μόνο μια γερή τζούρα και πριν προλάβω να το σβήσω άκουσα από πίσω μου να λένε: «Ε, δεν πειράζει. Αν μας ενοχλήσει θα της πούμε εμείς και θα το σβήσει. Αφήστε την.» Χαμογέλασα κι εκείνη έφυγε χωρίς να πει τίποτα. Δεν το έσβησα τελικά. Και μετά άναψα κι άλλο, ύστερα άλλο ένα, έπειτα ακόμα δύο και μέχρι το τέλος της εξέτασης είχα τελειώσει το πακέτο. Ύστερα από 2.30 βασανιστικές ώρες παρέα με τον Διαφορικό και Ολοκληρωτικό Λογισμό, τουτέστιν Μαθηματικά, γύρισα σπίτι και με το που άνοιξα την πόρτα σκόνταψα πάνω στην βαλίτσα. Την άφησα επίτηδες εκεί για να την βλέπω και να θυμάμαι την απόφαση που πρέπει να πάρω και μάλιστα σύντομα. Για μία ακόμη φορά, λοιπόν, βρέθηκα στη μέση μιας μάχης, που παλεύουν τα «θέλω» με τα «πρέπει». Ξέρω τι πρέπει να κάνω, αλλά ξέρω ακόμα καλύτερα τι θέλω να κάνω. Και πρέπει μέσα σε λιγότερο από μία εβδομάδα να αποφασίσω. Μ’ ένα σάλτο πέρασα πάνω απ’ την βαλίτσα κι έφτασα στην πολυθρόνα του γραφείου. Πήρα κοντά μου το ποτήρι με το νερό κι άναψα κι άλλο τσιγάρο. Έξω έβρεχε καταρρακτωδώς και ο αέρας φυσούσε μανιασμένος. Άνοιξα το παντζούρι για να βλέπω την βροχή, όμως σε λίγα λεπτά άρχισε να ρίχνει χαλάζι και προτίμησα να κλείσω πάλι τα παντζούρια για να προστατέψω τα τζάμια. Χθες το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Γυρνούσα άσκοπα στο κρεβάτι στην αρχή, ύστερα εφιάλτες, και μετά πάλι απ’ την αρχή. Εκεί κάπου κατάλαβα ότι ως εδώ ήταν οι όμορφες τελευταίες βδομάδες που κοιμόμουν σαν άνθρωπος. Ξεκινάμε πάλι απ’ το μηδέν. Η μέρα σήμερα με βρήκε καθισμένη στην πολυθρόνα του γραφείου να βουλιάζω μέσα στις σκέψεις μου με δυόμιση πακέτα τσιγάρα άδεια…